Φαιδρά Πορτοκαλέα #027: Ο Αγνοιοκρατικός επιτελικός, η Κεντρική αγορά, η δημοτική μιζέρια, ο Τσιουραλισμός, το μανιφέστο του πόνου, η Κωνσταντοπούλου, ο Παππαρισμός και οι ευχές μας 

Φαιδρά Πορτοκαλέα #027: Ο Αγνοιοκρατικός επιτελικός, η Κεντρική αγορά, η δημοτική μιζέρια, ο Τσιουραλισμός, το μανιφέστο του πόνου, η Κωνσταντοπούλου, ο Παππαρισμός και οι ευχές μας 

Το Φαινόμενο Μυλωνάκης ή πώς να μην ξέρεις τίποτα και να είσαι Αγνοιοκρατικός  Επιτελικός

Υπάρχει μια νέα οντολογία της ελληνικής δημόσιας ζωής, μια μεταφυσική ύπαρξη, ένα πλάσμα που κινείται στους διαδρόμους της εξουσίας αλλά δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν γνωρίζει, είναι ο Αγνοιοκρατικός επιτελικός,  ένας υψηλόβαθμος, επιτελικός νους που ακριβώς επειδή είναι στο κέντρο των εξελίξεων… βρίσκεται εκτός πεδίου γνώσης. Και το πρόσωπο αυτής της νέας υπαρξιακής σχολής είναι ο κ. Γιώργος Μυλωνάκης.

Ο κ. Μυλωνάκης, κορυφαίος συνεργάτης του Πρωθυπουργού, δεν ήξερε τίποτα για τις παρακολουθήσεις, τίποτα για τη δικογραφία, τίποτα για τις επισυνδέσεις. Τίποτα για τον Χρήστο Μπουκώρο, τίποτα για τις κυβερνητικές πηγές. Ούτε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, έναν οργανισμό που μοίραζε εκατομμύρια από τα λεφτά της Ε.Ε. σαν να ήταν στραγάλια σε πανηγύρι. Όταν ρωτήθηκε για όλα αυτά, απάντησε περίπου όπως ο Σωκράτης: «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αλλά χωρίς το βάρος της αυτογνωσίας.

Τίθεται λοιπόν το φιλοσοφικό ερώτημα: τι είναι ο Επιτελικός Άνθρωπος; Είναι ένας Homo Sapiens  που έχει παραιτηθεί από τη γνώση; Ένας υπάλληλος του Καίσαρα που υπηρετεί ακριβώς επειδή δεν ξέρει; Είναι, ίσως, η θεσμική ενσάρκωση του Πλατωνικού Σπηλαίου, όπου βλέπει μόνο σκιές από διαρροές και ψιθύρους  αλλά ποτέ την πραγματική φωτιά των σκανδάλων;

Ο Μυλωνάκης εγκαινιάζει, χωρίς να το γνωρίζει βεβαίως, μια νέα θεσμική συνθήκη, την Αγνοιοκρατία ,δηλαδή, την εξουσία αυτών που δεν γνωρίζουν, αλλά παρ’ όλα αυτά κυβερνούν. Σε αυτό το καθεστώς, η άγνοια δεν είναι ελάττωμα, αλλά προσόν. Η σιωπή δεν είναι αδυναμία, αλλά προστασία και η αλήθεια, μια ανεπιθύμητη διαρροή.

Ο ρόλος του επιτελικού, φαίνεται, είναι να μην ξέρει τίποτα. Γιατί αν ήξερε, θα έπρεπε να απαντήσει. Και αν απαντούσε, ίσως να μην ήταν πια επιτελικός. Ίσως να γινόταν… απλώς πολίτης. Τελικά, μήπως ο Μυλωνάκης διαλέγει τα θέματα για τα οποία ενημερώνεται; Μήπως έχει selective information syndrome, γνωστό και ως «επιλεκτική επιτελικότητα»; Δηλαδή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήξερε, αλλά αν παρκάρει  παράνομα κανένα παπί έξω από το Μαξίμου, χτυπάει συναγερμός στο επιτελικό cloud…… Ίσως, πράγματι, για ορισμένους η ενημέρωση είναι σαν το Netflix, βλέπουν μόνο ό,τι τους ενδιαφέρει…….

Η άγνοια είναι μια άνετη φυλακή , αλλά φυλακή παρ’ όλα αυτά

Σιμόν ντε Μποβουάρ

Όταν οι θέσεις αλλάζουν πιο γρήγορα απ’ τα ψάρια στην Καπάνι

Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων  και των νέων που ωριμάζουν πρόωρα… σε Διοικητικά Συμβούλια

Μια φορά κι έναν καιρό, στην καρδιά της Βόρειας Ελλάδας, εκεί όπου οι Θεσσαλονικείς ψήνουν πολιτικές θεωρίες όπως το καφέ τους . σκέτο, βαρύ και μερακλίδικο . βρέθηκε ο Θεόδωρος Καλλίτσης. Ένας άνθρωπος με βιογραφικό που θυμίζει σιδηρόδρομο, γεμάτος σταθμούς, σπουδές, εμπειρίες, εξειδικεύσεις, μεταπτυχιακά στο εξωτερικό  και  τι ειρωνεία, γνώση σε θέματα υγείας και συντήρησης τροφίμων και όχι μόνο. Ε, καλά θα μπορούσε να συντηρήσει και τη σοβαρότητα στην Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης, θα σκεφτόταν κάποιος.

Αλλά φευ! Στην εποχή του πολιτικού delivery, όπου όλα παραδίδονται άμεσα , εκτός από τις υποσχέσεις,  η σοβαρότητα έχει κοντό χρόνο ζωής. Αλλάζει ο Υπουργός Οικονομικών, έρχεται ο Κυριάκος Πιερρακάκης  και μαζί του φυσάει αεράκι ανανέωσης  ίσως και ανεμελιάς. Ξαφνικά, ο κ. Καλλίτσης αντικαθίσταται από εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών στην Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης, από έναν 27χρονο,τον κύριο Σωτηριάδη νέος, επιστήμων, σίγουρα με φρέσκες ιδέες. Αλλά κάπως έτσι δεν ξεκινούν και τα startups που καταλήγουν σε shut downs;

Και κάπου εδώ αρχίζει το πολιτικό παράλογο. Γιατί ο Καλίτσης δεν ήταν απλώς ένας τεχνοκράτης, αλλά κάτι πιο σπάνιο, ένας γαλάζιος βετεράνος, από εκείνους που πέρασαν από πολιτικά χαρακώματα, εκλογικά φυλλάδια, ψηφοδέλτια της νύχτας, ακόμα και από την ενδοπαραταξιακή αφάνεια με αξιοπρέπεια. Ένας άνθρωπος που γνωρίζει το γαλάζιο οικοσύστημα όπως ο Πασχάλης Τερζής τα σκυλάδικα.

Αλλά να που έρχεται ο Πιερρακάκης, γνωστός για το ψηφιακό του δαιμόνιο αλλά άγνωστος στα στενά της Θεσσαλονίκης  και ξηλώνει τον άνθρωπο με ειδικότητα , αντικαθιστώντας τον με κάποιον που μόλις έβγαλε τον αφρό της τριχόπτωσης από το νεσεσέρ του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι φωνές από το γαλάζιο στρατόπεδο, οι «συναγωνιστές Μακεδόνες»  εκείνοι που νιώθουν πως το κόμμα τους έχει πετάξει σαν προεκλογική αφίσα του 2004  αρχίζουν να βράζουν. Και ο Θανάσης Νέζης; Ο πάλαι ποτέ προστάτης των παλαιών, θεματοφύλακας του μπλε ιερού και οικείος φίλος του Καλλίτση, αρκέστηκε στο να παρακολουθεί σαν να βλέπει ματς Κυπέλλου Ελλάδος με ενδιαφέρον, αλλά χωρίς να ιδρώσει.

Προς τι, λοιπόν, η βιασύνη της αντικατάστασης; Τι υπηρετείται, πέρα από την πολιτική λογική του «να βάλουμε τα δικά μας παιδιά»; Όταν η διοίκηση μιας κομβικής αγοράς γίνεται έδαφος για ηλικιακά πειράματα, τότε ίσως να μην φταίει η νέα γενιά, αλλά το παλιό ένστικτο της υπουργικής αυθαιρεσίας.

Τελικά, ο Καλίτσης μάλλον δεν αντικαταστάθηκε, απλώς του έγινε αναβάθμιση συστήματος χωρίς να ερωτηθεί ο χρήστης. Κι έτσι, όπως συμβαίνει σε κάθε update που δεν ζητήσαμε, μείναμε με μια οθόνη που γράφει: “Το σύστημα επανεκκινείται… παρακαλώ περιμένετε”, στην  Θεσσαλονίκη λοιπόν, δεν αντικαταστάθηκε ένας άνθρωπος, αλλά η ίδια η σοβαρότητα.

Ήρθε η ώρα ν’ απολαύσουμε ένα μοναδικό τραγούδι από τις καρακάξες μας «Κραα, κραα, κραα…»

Οι άνθρωποι που δεν αλλάζουν ποτέ γνώμη, αγαπούν περισσότερο τον εαυτό τους παρά την αλήθεια

 Joseph Joubert, Γερμανός συνθέτης και βιολονίστας

Του δρόμου το πανηγύρι και του Δήμου η μιζέρια

Κάθε παραμονή Χριστουγέννων, η Θεσσαλονίκη δεν φορά μόνο τα γιορτινά της  φορά τη ψυχή της. Τα στενά γεμίζουν μουσικές, τραπέζια ξεχειλίζουν σε πεζοδρόμια, και ο κόσμος χορεύει όπως δεν του επιτρέπεται τον υπόλοιπο χρόνο. Μιλάμε για το  μεγαλύτερο street party της χώρας και όχι, δεν το οργάνωσε καμία δημόσια αρχή  το έστησαν οι ίδιοι οι μαγαζάτορες, με μεράκι, πείσμα και μηδενική βοήθεια.

Στην πλατεία Άθωνος, ο  Πέτρος Σέμκος του «PSARAS Fisheria”  μετατρέπει τη «ψαριά» σε γιορτή, ήχοι, χορός, μοναδικά φρέσκα ψάρια και πανηγύρι δίχως όρια. Πιο πέρα στην Παλαιού Πατρών Γερμανού το DACRISTO των αδελφών Μπίκα   και το LOCAL στήνουν συντονισμένα γλέντι που βράζει. Φέτος, μπαίνει στο παιχνίδι και το νέο αρχιτεκτονικό δημιούργημα  του Μηνά Κοσμίδη, το MARAIS του Τάσου Αγκύρογλου  απέναντι από την γωνία του Παρακαταθηκών, με στυλ και κέφι. Στη διασταύρωση Μητροπόλεως και Κομνηνών το APALLOU ,των αδελφών Μητράκου και τα γύρω μαγαζιά δίνουν το δικό τους παλμό. Και βέβαια, η Προξένου Κορομηλά  κρατά σταθερά τα σκήπτρα της παλιάς Θεσσαλονίκης, με το Flip Side του Σωτήρη Πέρρου,  να αποτελεί σημείο αναφοράς, ένα αυθεντικό μπαρ,  που δεν λύγισε ποτέ στον «εύκολο» ελληνικό ήχο. Εδώ, η μουσική είναι επιμέλεια, είναι ταυτότητα. Και, σε ορισμένες μέρες του χρόνου, οι DJ του  ιστορικού ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΟΥ  της Ικτίνου  ξαναζωντανεύουν τα decks  όπως τότε, όταν η διασκέδαση δεν ήταν copy-paste, αλλά statement.

Και φυσικά καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρα και της νύχτας, η ιερή κάθαρση με ένα σουβλάκι, Ντερλικατέσεν στην Κούσκουρα ή 22 Σουβλάκια στην Αριστοτέλους  γιατί στο τέλος της βραδιάς, ό,τι κι αν γίνει, όλοι εκεί καταλήγουμε.

Όμως φέτος, ο Δήμος  αρνήθηκε να δώσει άδειες(τουλάχιστον μέχρι σήμερα που δημοσιεύεται η πορτοκαλιά μας). Όχι από ανικανότητα, αλλά από μικροπρέπεια. Από εκείνη τη βαθιά ελληνική φοβία απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί και να φωτογραφηθεί, για το θεαθήναι….. Ξαφνικά η χαρά έγινε «παρανομία», το κέφι απειλή, η μουσική αντικοινωνική συμπεριφορά. Ίσως γιατί δεν την οργάνωσαν οι ίδιοι. Ίσως γιατί το αυθόρμητο τους ενοχλεί  όπως ενοχλεί κάθε τι που θυμίζει ότι η πόλη μπορεί να υπάρξει και χωρίς την άδεια τους. 

Και είναι λυπηρό, γιατί ο Δήμος υποκύπτει, παρόλο τις παλαιότερες υποσχέσεις του ίδιου του Δήμαρχου Στέλιου Αγγελούδη. σε ορισμένους ανθρώπους, οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους σερίφηδες και προστάτες της δήθεν έννομης τάξης  για να μην θυμηθούμε άλλες ιδεολογίες, άλλου τύπου. Μια αυθόρμητη, ζωντανή εκδήλωση που ενισχύει την πόλη και την υστεροφημία της, αντιμετωπίζεται σαν αταξία που πρέπει να κατασταλεί. Λες και το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι ότι περνάμε καλά. Αλλά η Θεσσαλονίκη δεν σταματά, γιατί εδώ το κέφι δεν ζητά άδεια απλώς ξεσπά.

Η χαρά δεν είναι δικαίωμα που χορηγείται, είναι αντίσταση που διεκδικείται

 Βολταίρος

Ο Τσιουραλισμός ενάντια στο τέρας της Κτηματικής Υπηρεσίας

Σε μία χώρα όπου η δημόσια περιουσία συχνά αντιμετωπίζεται ως μυστήριο επιπέδου Ντα Βίντσι και η Κτηματική Υπηρεσία λειτουργεί περισσότερο ως λαβύρινθος του Μινώταυρου παρά ως υπηρεσία εξυπηρέτησης πολιτών, αναδύεται ένα φαινόμενο με όνομα και επίθετο, Θανάσης Τσιούρας.

Ως Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Περιουσίας, ο κύριος Τσιούρας δεν αρκέστηκε στο να ζεσταίνει καρέκλες. Όχι, φίλοι μου. Ο άνθρωπος αυτός διέπραξε το αδιανόητο, έβαλε τάξη στην Κτηματική Υπηρεσία. Και κάπως έτσι γεννήθηκε ένα νέο διοικητικό ρεύμα, ο Τσιουραλισμός.

Ο Τσιουραλισμός δεν είναι ιδεολογία, ούτε κόμμα· είναι κατάσταση. Είναι το φαινόμενο κατά το οποίο ο πολίτης λαμβάνει απάντηση στο αίτημά του πριν βγει στη σύνταξη. Είναι το μεταφυσικό φαινόμενο του να βρίσκεις άνθρωπο στο τηλέφωνο που ξέρει τι του λες. Είναι η ρήξη με το τέρας της γραφειοκρατίας  και μάλιστα χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα αίματος σε φωτοτυπίες.

Και τώρα, ο κύριος Τσιούρας, ο «πατέρας του Τσιουραλισμού», ετοιμάζεται να μεταφέρει αυτό το διοικητικό θαύμα στην Α’ Θεσσαλονίκης,. Γιατί, βλέπετε, όταν σώζεις χιλιάδες πολίτες από τα νύχια της κρατικής τρέλας, το επόμενο λογικό βήμα είναι να… ζητήσεις την  ψήφο των πολιτών.

Δεν είναι απλώς μορφωμένος είναι μορφωμένος με εφαρμογή. Δεν είναι απλώς τεχνοκράτης είναι λυτρωτής του φακέλου. Δεν είναι απλώς υποψήφιος ένας ακόμα τυχαίος πολιτευτής ,είναι  φορέας ελπίδας για μια διοίκηση με IQ 

Η γραφειοκρατία επεκτείνεται για να καλύψει τις ανάγκες της αυξανόμενης γραφειοκρατίας

 Oscar Wilde

Από το Μνημόσυνο στο Μανιφέστο, όταν ο πόνος φλερτάρει με την πολιτική

Αγαπητοί συμπολίτες, φίλοι της δημοκρατίας, και αιώνιοι κάτοικοι του ελληνικού σουρεαλισμού, φαίνεται πως ένας νέος πολιτικός αστέρας ξεπροβάλλει απ’ τα αποκαΐδια της συλλογικής μας τραγωδίας. Όχι, δεν πρόκειται για ακόμα έναν γόνο πολιτικής δυναστείας που βαριέται την κληρονομιά του και ψάχνει τι να κάνει. Πρόκειται για μια νέα, φρέσκια φωνή. Την κυρία Μαρία Καρυστιανού ή όπως θα τη γνωρίσουν τα εγγόνια μας, “η γυναίκα που ξεκίνησε πολιτική πρωτοβουλία επειδή της το είπαν στο inbox”.

Η κυρία Καρυστιανού, γνωστή για την έντονη παρουσία της στα μέσα και τον αγώνα της μετά την τραγωδία των Τεμπών, δηλώνει πως “πάρα πολλοί άνθρωποι” της ζήτησαν να μην σταματήσει. Και ποιοι  είμαστε εμείς να αμφισβητήσουμε  τη δύναμη του λαού όταν μιλάει μέσω προσωπικών μηνυμάτων, emojis και φλογερών insta stories; Ο λαός είπε “προχώρα”, και η Καρυστιανού, υπάκουη σαν καλός αλγόριθμος, φαίνεται να προχωρά.

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια , λεπτομέρεια ασήμαντη, όπως φαίνεται για πολλούς, αλλά θεμελιώδης για λίγους κουρασμένους σκεπτικιστές σαν  την πορτοκαλιά μας, ο ανθρώπινος πόνος δεν είναι πολιτικό κεφάλαιο. Δεν επενδύουμε στη θλίψη. Δεν χτίζουμε καριέρες πάνω σε ματωμένες ράγες. Όσο “συλλογική” κι αν είναι η πρωτοβουλία, όσο κι αν αποφεύγει “παραδοσιακές μορφές κομματικής οργάνωσης”, δεν παύει να κουβαλάει μια οσμή καιροσκοπισμού με γεύση πατριωτικής μαργαρίτας: “Μ’ αγαπά  δεν μ’ αγαπά , θα το πάμε κι ένα βήμα παραπέρα”.

Αναγνωρίζουμε την αυθεντικότητα του πένθους, αλλά δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε το θεαματικό πέρασμα από την ιδιωτική απώλεια στο δημόσιο βήμα. Η Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα ανθρώπων που μετέτρεψαν την οδύνη τους σε αλλαγή. Αλλά εκείνοι πρώτα έθαψαν τους νεκρούς τους  και μετά μίλησαν, όχι με όρους μάρκετινγκ και στρατηγικής, αλλά με τη σιωπή που βαραίνει, με την αλήθεια που καίει. Ο πόνος,  δεν είναι σλόγκαν, ούτε κίνημα, είναι ευθύνη. Και σ’ αυτή τη χώρα, ο πόνος των άλλων έγινε πολιτικό πρόγραμμα πολλές φορές. Δεν χρειαζόμαστε άλλη μία.

Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνει κάθε μέρα. Κάθε μέρα που περνάει είναι μια πληγή Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Η φωνή που έγινε τηλεοπτικό event, η  πολιτική καριέρα της Κωνσταντοπούλου σε ντεσιμπέλ

Σε μια χώρα όπου ο πολιτικός λόγος πνίγεται ανάμεσα σε σλόγκαν καφενείου και μιντιακές περσόνες που εναλλάσσουν τον ρόλο του ειδικού και του showman, η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν ήρθε για να ψιθυρίσει. Ήρθε για να βροντοφωνάξει. Και φαίνεται πως το κοινό, κουρασμένο από τη βαρετή σοβαροφάνεια, χειροκροτεί όσο πιο δυνατά μπορεί  ενίοτε με τις παλάμες στο πρόσωπο από την έκπληξη.

Η πολιτική της παρουσία είναι ένας διαρκής μονόλογος επί σκηνής, όπου η αντίπαλη άποψη δεν χωρά ούτε ως κομπάρσος. Εμφανίζεται παντού, μιλά για όλα, εναντιώνεται σε όλους. Αν η βουλή ήταν reality show, η Κωνσταντοπούλου θα ήταν το κεντρικό πρόσωπο του trailer. Κι αν οι ψηφοφόροι ήθελαν πιο πολύ… “θέαμα”, τότε μάλλον το βρίσκουν εδώ, με καυστική ειρωνεία, λαϊκίστικο παλμό και μια δόση από αυθεντική πίστη ότι «μόνο εγώ τα λέω όπως είναι».

Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο η ίδια είναι έξυπνη, υποψιασμένη και γνωρίζει πολύ καλά πώς να ελέγχει την εικόνα της. Το πρόβλημα είναι ότι το πολιτικό της ύφος βρίσκει ανταπόκριση. Όταν η φωνή ανεβαίνει και οι φράσεις γίνονται σλόγκαν καφενείου, χιλιάδες κεφάλια κουνιούνται καταφατικά μπροστά στην οθόνη. Η Κωνσταντοπούλου δεν είναι προϊόν του συστήματος. Είναι προϊόν της ανάγκης του κόσμου για «κάποιον που θα τα πει στα ίσα», ακόμα κι αν τα “ίσια” αυτά είναι στραβά.

Πολιτικοί τη φοβούνται, δημοσιογράφοι τη φιλοξενούν για τα νούμερα, και αντίπαλοι την αντιγράφουν. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Είναι δείγμα εποχής. Εποχής όπου η πολιτική σοβαρότητα παραχωρεί τη θέση της στο πολιτικό καρτούν, και ο δημοκρατικός διάλογος στον τηλεοπτικό τσακωμό.

Αν αυτή είναι η νέα “αγαπημένη” της πολιτικής σκηνής, τότε το κοινό αξίζει να αναρωτηθεί τι ακριβώς ζητάει όταν πηγαίνει στην κάλπη. Σοβαρότητα ή φωνή; Πρόγραμμα ή θέαμα;

Κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει

Joseph de Maistre, Σαβοιάρδος φιλόσοφος και διπλωμάτης

Παππαριάνες Ευρωκροτίδες, η Αριστερά με δεξί κροσέ

Ο Νίκος Παππάς, άλλοτε μπασκετμπολίστας, νυν ευρωβουλευτής και πρόσφατα ερασιτέχνης μποξέρ στο Στρασβούργο, μας υπενθύμισε ότι η πολιτική μπορεί να είναι και άθλημα επαφής. Με απευθείας μετάδοση από το Ευρωκοινοβούλιο, ο Παππάς εγκαινίασε ένα νέο είδος αριστερού ακτιβισμού που θα ονομάσουμε Παππαρισμός, η τέχνη του να ρίχνεις μπουνιές για ιδεώδη και να ζητάς μετά και ψήφο.

Η ιστορία ξεκινά με τον Νίκο να αποτυγχάνει στο παρκέ να μπει στο πάνθεον του ελληνικού μπάσκετ – δεν είναι Καμπούρης, δεν είναι Διαμαντίδης, ούτε καν… Τόμιτς. Αντιθέτως, παίρνει μεταγραφή στα αποδυτήρια της Κουμουνδούρου, όπου βρίσκει μια νέα αποστολή: να εκφράσει τον λαό με…. το δεξί  χέρι.

Ο Αλέξης Τσίπρας, γνωστός για την ικανότητά του να μετατρέπει τα πολιτικά πανηγύρια σε πολιτικά παρατράγουδα, είδε στον Παππά κάτι μοναδικό: έναν αθλητή χωρίς τίτλους, αλλά με ταλέντο στην εναλλακτική καριέρα. Κάτι σαν το να παίρνεις τον πάγκο του Ολυμπιακού και να τον στέλνεις για… διπλωματική αποστολή στον ΟΗΕ.

Καθώς κάποιοι πασχίζουν να μας πείσουν ότι ο Παππάς είναι “αντισυμβατικός”, “λαϊκός”, “μαχητής”, εκείνος τους κάνει το χατίρι και γίνεται όντως μαχητής κυριολεκτικά. Με ένα ρεπερτόριο που θυμίζει λιγότερο Ζαπατίστα και περισσότερο Ζουράρι σε rave πάρτι, ο πρώην αθλητής απέδειξε ότι οι αριστεροί δεν πετούν μόνο μολότοφ, πετούν και uppercut.

Και το κοινό, οι αριστεροί με τις πλατφόρμες, οι κεντροαριστεροί με τα φίλτρα, και οι δεξιοί που τρώνε ποπ κορν, παρακολουθούν τον Παππά να πλακώνεται με δημοσιογράφο εντός ευρωπαϊκού εδάφους, πιθανότατα με τον ύμνο της Ε.Ε. στο background. Το επόμενο στάδιο; Ειδικό αγώνισμα στο Παρίσι, Πολιτική Με Κράνος.

Η αποθέωση του παραλόγου έρχεται όταν το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε  να μας τον πουλήσει ως «φιλάνθρωπο» που «βοηθούσε κόσμο». Δηλαδή η επανάληψη του παλιού, γνώριμου μοτίβου κι ο Al Capone μοίραζε σούπες στο Σικάγο, αλλά δεν τον κάναμε και υποψήφιο για το Νόμπελ Ειρήνης.

Τι ακολουθεί για τον Παππά; Καλλιτεχνικό καριέρα στην Επίδαυρο με one-man show «Μια μπουνιά είναι μια δήλωση»; Αναλυτής πολιτικής στο Open με ειδικότητα στην πολιτική πυγμαχία; Ή απλώς άλλος ένας ήρωας της κομματικής μιζέριας που πέρασε σαν ριμπάουντ από την αθλητική αφάνεια στην πολιτική φαιδρότητα;

Η βία είναι το καταφύγιο της ανικανότητας

 Ισαάκ Ασίμωφ

Καλά Χριστούγεννα από όλο το επιτελείο της Φαιδράς Πορτοκαλέας

Σας ευχόμαστε τ’ απολύτως απαραίτητα, υγεία, αντοχή, και χιούμορ. Τα υπόλοιπα τα φέρνει ο Άγιος Βασίλης… αν ξεμείνει τίποτα στο έλκηθρο μετά την επίσκεψή του στα golden boys.

Να παραμείνουμε όρθιοι, όχι από αξιοπρέπεια, μην είμαστε και υπερβολικοί αλλά γιατί καθιστοί μας πατάνε πιο εύκολα…. Να είμαστε  χαρούμενοι, τουλάχιστον πιο πολύ απ’ τους λογαριασμούς μας. Και να μην αφήνουμε τη ζωή να μας παίρνει από κάτω  έχει ήδη αρκετούς από πάνω της.

Διαβάζετε τα γεγονότα πικάντικα, όχι με βαρετή αντικειμενικότητα  άλλωστε, η ουδέτερη αφήγηση είναι για τις ανακοινώσεις τύπου και τα εγχειρίδια χρήσης. Εσείς να προτιμάτε το  σουτζουκάκι της αλήθειας με λίγο μπούκοβο υπαινιγμού.

Από εμάς, τους διαρκώς έκπληκτους παρατηρητές του ελληνικού σουρεαλισμού, σας ευχόμαστε  Χρόνια Πολλά, πικάντικα και απρόβλεπτα γιατί τα βαρετά Χριστούγεννα είναι προσβολή στη νοημοσύνη μας.

Τα Χριστούγεννα είναι η εποχή που ανταλλάσσουμε ευχές αντί για ευθύνες και χαμόγελα αντί για ειλικρινείς εξηγήσεις. Κι έτσι, για λίγες μέρες, μοιάζουμε σχεδόν πολιτισμένοι.

 Φαιδρά Πορτοκαλέα και το αμαρτωλό της επιτελείο