52 χρόνια Μεταπολίτευσης και η μάχη της Δημοκρατίας με τη φθορά

Η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η διαχρονική αμφισβήτηση της πολιτικής και οι μεγάλες προσδοκίες των πολιτών δημιουργούν μια σύνθετη πραγματικότητα, όπου οι εξηγήσεις δεν είναι πάντα οι αναμενόμενες

52 χρόνια Μεταπολίτευσης και η μάχη της Δημοκρατίας με τη φθορά
EUROKINISSI

Η συμπλήρωση πενήντα δύο ετών από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας αποτελεί μια ευκαιρία όχι μόνο για ιστορικό απολογισμό, αλλά και για έναν ουσιαστικό αναστοχασμό γύρω από την ποιότητα του πολιτεύματος και τη σχέση των πολιτών με τους θεσμούς. Σχεδόν κάθε χρόνο, με αφορμή την επέτειο της Μεταπολίτευσης, επανέρχονται τα ίδια ερωτήματα. Αντέχει η ελληνική δημοκρατία; Βρίσκονται οι θεσμοί σε κρίση; Έχει απαξιωθεί η πολιτική; Απομακρύνονται οι πολίτες από τα κόμματα; Οι απαντήσεις που δίνονται συνήθως ακολουθούν δύο αντίθετες αφηγήσεις. Η μία παρουσιάζει μια χώρα που διολισθαίνει διαρκώς σε θεσμική παρακμή. Η άλλη θεωρεί ότι κάθε κριτική είναι υπερβολική και πως η δημοκρατία λειτουργεί χωρίς ουσιαστικά προβλήματα.

Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Η πολιτική επιστήμη, η συγκριτική μελέτη των δημοκρατιών και η θεωρία των θεσμών προσεγγίζουν το ζήτημα με μεγαλύτερη ψυχραιμία και προσφέρουν εργαλεία που επιτρέπουν να αξιολογηθεί η κατάσταση πέρα από τη συγκυρία και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μέσα από αυτή την οπτική προκύπτει ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από τη δημοφιλία μιας κυβέρνησης, από τη συγκυριακή εικόνα ενός κόμματος ή από την ένταση της δημόσιας αντιπαράθεσης. Η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος αποτυπώνεται κυρίως στην ικανότητά του να διαχειρίζεται τις κρίσεις, να διατηρεί τη θεσμική συνέχεια και να επιτρέπει τη διόρθωση των λαθών του μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς ακολουθεί έναν διαχρονικό κύκλο

Όποιος μελετήσει τις μεγάλες διεθνείς και ελληνικές έρευνες κοινής γνώμης θα διαπιστώσει ότι η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο. Πολύ πριν από την οικονομική κρίση του 2010, οι πολίτες εξέφραζαν επιφυλάξεις απέναντι στη Βουλή, στις κυβερνήσεις και στα κόμματα, ενώ η εικόνα αυτή εμφανιζόταν με διαφορετικές διακυμάνσεις ήδη από τη δεκαετία του 1980.

Η οικονομική κρίση ενίσχυσε αυτή τη δυσπιστία, καθώς δημιούργησε έντονες κοινωνικές πιέσεις και ανέτρεψε πολιτικές ισορροπίες δεκαετιών. Παρ’ όλα αυτά, η κρίση εκπροσώπησης είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Η σταδιακή αποδυνάμωση της κομματικής ταύτισης, η μείωση της συμμετοχής στις οργανώσεις των κομμάτων και η αυξανόμενη εκλογική μεταβλητότητα αποτελούσαν ήδη χαρακτηριστικά πολλών δυτικών δημοκρατιών.

Η Ελλάδα εντάσσεται σε αυτή τη γενικότερη τάση, γεγονός που δείχνει ότι η απογοήτευση απέναντι στην πολιτική δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις εσωτερικές εξελίξεις. Η κοινωνική μεταβολή, η ψηφιακή επικοινωνία, η εξατομίκευση και οι αυξημένες απαιτήσεις των πολιτών επηρεάζουν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι θεσμοί.

Η δημοκρατία ως διαδικασία συνεχούς βελτίωσης

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας αφορά τον ίδιο τον ορισμό της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν περιγράφεται ως ένα σύστημα που παράγει πάντοτε τις καλύτερες αποφάσεις ούτε ως ένα πολίτευμα μέσα στο οποίο όλοι οι πολίτες αισθάνονται διαρκώς ικανοποιημένοι. Περιγράφεται ως ένα σύνολο κανόνων που επιτρέπουν την ειρηνική εναλλαγή της εξουσίας, την ελεύθερη έκφραση, τη λογοδοσία και τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.

Ο Τζόζεφ Σουμπέτερ είχε επισημάνει ότι η δημοκρατία αποτελεί μια θεσμική μέθοδο επιλογής κυβερνήσεων μέσω ανταγωνιστικών εκλογών. Ο Ρόμπερτ Νταλ συμπλήρωσε αυτή τη θεώρηση αναπτύσσοντας την έννοια της πολυαρχίας, σύμφωνα με την οποία οι πραγματικές δημοκρατίες προσεγγίζουν το δημοκρατικό ιδεώδες μέσω της συμμετοχής, του πολιτικού ανταγωνισμού και της προστασίας των δικαιωμάτων.

Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την τελειότητα των αποτελεσμάτων στη λειτουργία των διαδικασιών. Όσο οι εκλογές παραμένουν ελεύθερες, όσο η εξουσία μπορεί να αλλάζει ειρηνικά, όσο η δημόσια κριτική ασκείται χωρίς θεσμικά εμπόδια και όσο οι πολίτες διαθέτουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν την πολιτική ζωή, η δημοκρατία διατηρεί τον πυρήνα της ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις δέχονται έντονη κοινωνική αμφισβήτηση.

Οι θεσμοί δημιουργήθηκαν για να διαχειρίζονται την ανθρώπινη ατέλεια

Η θεωρία των θεσμών προσφέρει μια ακόμη χρήσιμη διάσταση. Οι θεσμοί δεν σχεδιάστηκαν με την προσδοκία ότι όσοι ασκούν εξουσία θα ενεργούν πάντοτε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δημιουργήθηκαν ακριβώς επειδή οι κοινωνίες γνωρίζουν ότι κάθε μορφή εξουσίας χρειάζεται κανόνες, όρια και μηχανισμούς ελέγχου.

Ο Ντάγκλας Νορθ περιέγραψε τους θεσμούς ως τους κανόνες του παιχνιδιού, οι οποίοι μειώνουν την αβεβαιότητα και επιτρέπουν στις κοινωνίες να λειτουργούν με προβλεψιμότητα. Μέσα από αυτή τη θεώρηση, η ύπαρξη πολιτικών συγκρούσεων ή ακόμη και σοβαρών σκανδάλων δεν αποτελεί αυτομάτως ένδειξη θεσμικής αποτυχίας. Μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο τρόπος με τον οποίο οι υποθέσεις διερευνώνται, ο βαθμός ανεξαρτησίας των ελεγκτικών μηχανισμών και η δυνατότητα της Δικαιοσύνης να επιτελεί τον θεσμικό της ρόλο.

Η ίδια λογική διαπερνά και τη σκέψη του Τζέιμς Μάντισον, ο οποίος θεωρούσε ότι κάθε δημοκρατικό σύστημα οφείλει να οργανώνεται με τρόπο ώστε καμία εξουσία να μη μένει ανεξέλεγκτη. Η διάκριση των εξουσιών και τα θεσμικά αντίβαρα οικοδομήθηκαν ακριβώς πάνω στην παραδοχή ότι η ανθρώπινη φύση χρειάζεται περιορισμούς, διαφάνεια και λογοδοσία.

Η απογοήτευση μεγαλώνει όσο αυξάνονται οι προσδοκίες

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης είναι ότι οι πολίτες των ώριμων δημοκρατιών γίνονται ολοένα και πιο απαιτητικοί. Όταν οι βασικές πολιτικές ελευθερίες θεωρούνται αυτονόητες, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στην ποιότητα της διακυβέρνησης. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, στην αποτελεσματικότητα του κράτους, στη διαφάνεια, στην αξιοκρατία και στην ταχύτητα των δημόσιων υπηρεσιών.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα παράδοξο. Όσο περισσότερο σταθεροποιείται η δημοκρατία, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις απέναντί της. Η κοινωνία αξιολογεί πλέον το κράτος με πολύ αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που ίσχυαν πριν από μερικές δεκαετίες. Οι νέες γενιές δεν έχουν προσωπικές μνήμες αυταρχικών καθεστώτων και αντιμετωπίζουν τη δημοκρατία ως αυτονόητο πλαίσιο μέσα στο οποίο διεκδικούν καλύτερη καθημερινότητα.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημοσκοπήσεις καταγράφουν χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς την ίδια στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να θεωρεί τη δημοκρατία ως το καλύτερο πολίτευμα. Η δυσαρέσκεια στρέφεται κυρίως προς την ποιότητα της διακυβέρνησης και όχι προς τη δημοκρατική αρχή.

Η εξιδανικευμένη δημοκρατία οδηγεί σε μια μόνιμη σύγκριση με το ανέφικτο

Στον δημόσιο διάλογο εμφανίζεται συχνά μια εξιδανικευμένη εικόνα της δημοκρατίας. Πρόκειται για μια υποθετική κατάσταση μέσα στην οποία όλοι οι πολιτικοί λειτουργούν άψογα, οι δημόσιες υπηρεσίες ανταποκρίνονται αμέσως στις ανάγκες των πολιτών, τα σκάνδαλα απουσιάζουν, οι αποφάσεις ικανοποιούν το σύνολο της κοινωνίας και κάθε θεσμός λειτουργεί χωρίς καθυστερήσεις ή αστοχίες.

Η πολιτική θεωρία αντιμετωπίζει αυτή τη σύγκριση με επιφύλαξη, επειδή το ιδανικό αυτό μοντέλο δεν έχει υπάρξει σε καμία ιστορική δημοκρατία. Η πολιτική συγκροτείται μέσα από διαφορετικά συμφέροντα, αντικρουόμενες αξίες και συνεχείς διαπραγματεύσεις. Ο Μπέρναρντ Κρικ είχε υποστηρίξει ότι η ίδια η ύπαρξη της πολιτικής προϋποθέτει τον πλουραλισμό και τη διαφωνία. Η δημοκρατία οργανώνει αυτή τη διαφωνία μέσα από θεσμικές διαδικασίες, ώστε οι συγκρούσεις να επιλύονται ειρηνικά και να μην οδηγούνται σε ακραίες μορφές αντιπαράθεσης.

Η σύγκριση της καθημερινής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών με μια εξιδανικευμένη πολιτεία δημιουργεί σχεδόν πάντοτε αίσθημα ανεπάρκειας. Η πραγματική αξιολόγηση απαιτεί σύγκριση με άλλες υπαρκτές δημοκρατίες και με τη διαχρονική εξέλιξη των ίδιων των θεσμών.

Η ελληνική δημοκρατία έχει μπροστά της μια νέα πρόκληση

Η Μεταπολίτευση αποτελεί πλέον τη μακροβιότερη περίοδο αδιάλειπτης δημοκρατικής ομαλότητας στη νεότερη ελληνική ιστορία. Στη διάρκεια αυτών των πενήντα δύο ετών η χώρα αντιμετώπισε βαθιές οικονομικές κρίσεις, έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις, πανδημία και μεγάλες μεταναστευτικές πιέσεις, ενώ οι δημοκρατικοί θεσμοί συνέχισαν να λειτουργούν και οι κυβερνήσεις εναλλάχθηκαν μέσω ελεύθερων εκλογών.

Η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί σε εφησυχασμό. Η ποιότητα της Δικαιοσύνης, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η ενίσχυση της διαφάνειας, η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, η αντιμετώπιση της αποχής και η ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς αποτελούν ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία της δημοκρατίας και απαιτούν συνεχή θεσμική προσαρμογή.

Η δημοκρατία δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Κάθε γενιά καλείται να τη βελτιώσει μέσα από μεταρρυθμίσεις, κοινωνική συμμετοχή και ενεργό δημόσιο διάλογο. Η μεγαλύτερη κατάκτηση της Μεταπολίτευσης υπήρξε η δημιουργία ενός σταθερού δημοκρατικού πλαισίου, μέσα στο οποίο οι πολιτικές διαφωνίες εκφράζονται θεσμικά και η εξουσία αλλάζει χωρίς βία. Η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης περιόδου αφορά την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών, ώστε η θεσμική σταθερότητα να συνοδεύεται από ακόμη υψηλότερη ποιότητα διακυβέρνησης.

Πενήντα δύο χρόνια μετά το 1974, η ελληνική δημοκρατία εξακολουθεί να δοκιμάζεται, όπως συμβαίνει με κάθε ώριμο δημοκρατικό πολίτευμα. Η αντοχή της, όμως, δεν αποτυπώνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις ούτε εξαντλείται στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Αποτυπώνεται κυρίως στην ικανότητά της να απορροφά τις κοινωνικές εντάσεις, να διορθώνει τις αδυναμίες της μέσα από τους θεσμούς και να διατηρεί ανοικτό τον δημόσιο χώρο, όπου οι πολίτες μπορούν να διεκδικούν περισσότερη διαφάνεια, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ισχυρότερη λογοδοσία. Αυτή ακριβώς η διαρκής δυνατότητα αυτοβελτίωσης αποτελεί, σύμφωνα με την πολιτική επιστήμη και τη θεωρία των θεσμών, το σημαντικότερο γνώρισμα μιας ζωντανής και ανθεκτικής δημοκρατίας.