Ο θάνατος ως εργασία, η Ελλάδα ως αδιέξοδο: Τα “Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια” του Ρένου Χαραλαμπίδη

Η ταινία Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια (2010) του Ρένου Χαραλαμπίδη συνιστά μια σπάνια περίπτωση σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφικής δημιουργίας

Ο θάνατος ως εργασία, η Ελλάδα ως αδιέξοδο: Τα “Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια” του Ρένου Χαραλαμπίδη

Η ταινία Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια (2010) του Ρένου Χαραλαμπίδη συνιστά μια σπάνια περίπτωση σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφικής δημιουργίας που επιχειρεί να συνδυάσει το μαύρο χιούμορ με τον κοινωνικό ρεαλισμό και την πολιτική αλληγορία.

Κάτω από την επιφανειακά κωμική αφήγηση τεσσάρων φτωχών υπαλλήλων γραφείου τελετών που αποφασίζουν να εκσυγχρονίσουν το επάγγελμά τους, η ταινία κρύβει μια οξεία παρατήρηση για την κοινωνική και ηθική αποσάθρωση στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, με αποκορύφωμα τη δεκαετία πριν την οικονομική κρίση.

Το σενάριο ξεκινά με τη γέννηση μιας άτυπης “start-up” πριν ακόμα η έννοια γίνει της μόδας. Τέσσερις τελείως διαφορετικές προσωπικότητες εργαζόμενοι αποφασίζουν να προσφέρουν μία «πολυτελή» κηδεία στην επαρχία. Η επιλογή του θανάτου ως αντικειμένου “προϊόντος” είναι ήδη από μόνη της μία καίρια ειρωνική πρόκληση. Σε μια κοινωνία που προσποιείται τον εκσυγχρονισμό αλλά συνεχίζει να λειτουργεί με όρους πελατειακούς, τυχοδιωκτικούς και βαθιά ταξικούς, οι ήρωες δεν έχουν άλλο περιθώριο επιβίωσης παρά να εμπορευτούν την ίδια τη μνήμη, τον αποχαιρετισμό, τον τελετουργικό πολιτισμό.

Η Ελλάδα της ταινίας δεν είναι μόνο γεωγραφική  είναι κυρίως ψυχική και ταξική. Το τοπίο της επαρχίας δεν παρουσιάζεται ειδυλλιακά, αλλά σχεδόν μελαγχολικά: η σκόνη, οι επαρχιακοί δρόμοι, οι μελαγχολικές αυλές. Εκεί, ο θάνατος δεν είναι μόνο προσωπικό συμβάν, αλλά σημείο αναμέτρησης ανάμεσα στο παραδοσιακό και το καιροσκοπικό. Οι χαρακτήρες δρουν σε ένα κενό αξιών. Δεν είναι απατεώνες, αλλά απλώς άνθρωποι χωρίς εναλλακτική, παγιδευμένοι ανάμεσα σε παλιές συνήθειες και νέες αυταπάτες.

Η ταινία κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν την επίσημη είσοδο της Ελλάδας στα μνημόνια. Ωστόσο, η προφητική της διάσταση είναι εντυπωσιακή. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές θυμίζουν μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας: άνθρωποι με σχέδιο, με φιλοδοξία, με επένδυση στην εμφάνιση (τα κουστούμια λειτουργούν ως φετίχ της σοβαρότητας και του κύρους), που όμως αποτυγχάνουν ακριβώς επειδή δεν αντιλαμβάνονται το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο· την πολιτική παρακμή, την έλλειψη παραγωγικού προσανατολισμού, την απουσία ουσιαστικής παιδείας συνεργασίας. Η αποτυχία τους είναι πιο τραγική επειδή ξεκινά από μια αφελή πίστη στην «αγορά» και καταλήγει σε ένα ιδιότυπο παράλογο της ύπαρξης. Να  εμπορεύεσαι τον θάνατο, χωρίς να καταλαβαίνεις ότι ήδη ζεις σε ένα κοινωνικό τοπίο μισοπεθαμένο.

Η σκηνοθεσία του Χαραλαμπίδη χρησιμοποιεί στοιχεία θεάτρου δρόμου, λαϊκής επιθεώρησης και κωμωδίας καταστάσεων για να εξισορροπήσει την απελπισία με το γέλιο. Δεν υπάρχει εξιδανίκευση, ούτε ρομαντισμός· αλλά ούτε και ωμή καταγγελία. Η ταινία, με την ήρεμη δύναμη της λεπτομέρειας, της σιωπής και του άτοπου διαλόγου, μας καλεί να δούμε όχι μόνο ποιοι ήμασταν, αλλά και πώς κατασκευάσαμε τον δρόμο προς το αδιέξοδο.

Συνοψίζοντας, τα Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια μπορούν να ιδωθούν ως μια κοινωνιολογική αλληγορία μεταμφιεσμένη σε λαϊκή σάτιρα. Ένα φιλμ που, χωρίς να φωνάζει, αποκαλύπτει την αμηχανία μιας χώρας μπροστά στην ίδια της την αποτυχία. Και την ίδια στιγμή, προσφέρει μια ανακουφιστική αναγνώριση: ότι τουλάχιστον μπορούμε ακόμα να γελάμε  αν όχι με αυτά που είμαστε, τότε με αυτά που προσπαθούμε να γίνουμε.