Μελισσοκόμος από την Αρναία συνεχίζει την παράδοση και φτιάχνει λαμπάδες από μελισσοκέρι

Μελισσοκόμος από την Αρναία συνεχίζει την παράδοση και φτιάχνει λαμπάδες από μελισσοκέρι

Η χρήση αγνού, φυσικού κεριού – όπως το μελισσοκέρι – προσδίδει στη λαμπάδα μια ξεχωριστή ποιότητα, συνδέοντας τη θρησκευτική με την πολιτιστική μας κληρονομιά. «Είναι χρονοβόρα η διαδικασία, αλλά από το αγνό κερί η λαμπάδα καίει όμορφα, δεν στάζει, δεν μαυρίζει» δηλώνει στο TheOpinion ο μελισσοκόμος από την Αρναία Χαλκιδικής Δημήτρης Γεωργάκας.

Ρεπορτάζ: Ντέπυ Χιωτοπούλου (hiotopoulou@gmail.com)

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, 10 Απριλίου, μέρα πένθους, καθώς σήμερα κορυφώνεται το Θείο Δράμα των Παθών του Χριστού. Οι πιστοί συγκεντρώνονται στις εκκλησίες για την Ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου και βεβαίως το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου για την Ανάσταση του Κυρίου.

Όλοι μας κρατάμε μια λαμπάδα, ένα κερί, προσέχοντας σχολαστικά μην στάξει πάνω μας.

Υπάρχουν και λαμπάδες και κεριά που φτιάχνονται από αγνό, φυσικό κερί, από το μελισσοκέρι, που σ’ αυτήν την περίπτωση, «το κερί καίει όμορφα και δεν στάζει» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο TheOpinion ο μελισσοκόμος Δημήτρης Γεωργάκας.

Χρονοβόρα διαδικασία

Η τέχνη της λαμπάδας με αγνό κερί αποτελεί ένα ιδιαίτερο και παραδοσιακό κομμάτι της ελληνικής χειροτεχνίας, που συνδέεται βαθιά με τη θρησκευτική και πολιτιστική μας κληρονομιά.

Η λαμπάδα από μελισσοκέρι έχει ξεχωριστή ποιότητα καθώς φτιάχνεται από αυθεντικό, φυσικό, αρωματικό υλικό που προέρχεται από μέλισσες.

«Η διαδικασία είναι χρονοβόρα» μας λέει ο 68χρονος μελισσοκόμος, ο οποίος συνεχίζει την παράδοση και την τέχνη που έχει μάθει από τον παππού του και τον πατέρα του. Τρίτης γενιάς λοιπόν μελισσοκόμος και κηροπλάστης ο κ. Γεωργάκας μας εξηγεί την όλη διαδικασία για το τελικό αποτέλεσμα.

«Πρώτη μας ύλη είναι το κερί, το οποίο το τοποθετούμε σε καλούπια χωρητικότητας 5-10 κιλών. Στη συνέχεια το σπάμε σε μικρά κομμάτια για να λιώσει πάνω σε πολύ σιγανή φωτιά, όπως περίπου τα κάρβουνα» αναφέρει.

Επόμενο στάδιο είναι να βουτήξει το φυτίλι μέσα στην κατσαρόλα που βράζει το κερί, φροντίζοντας με μια τσιμπίδα να περαστεί με κερί όλο το φυτίλι.

Στη συνέχεια με ένα μπρίκι ρίχνει το κερί από πάνω μέχρι κάτω, επαναλαμβάνοντας αυτήν τη διαδικασία περίπου 15 φορές, έως ότου φτάσει τα 100 – 120 γραμμάρια η κάθε μία λαμπάδα.

Το χρώμα παραμένει το φυσικό του κίτρινο, δεν προσθέτει χρωστικές ουσίες ή άλλα διακοσμητικά υλικά.

Μελίσσια και παραδοσιακή μουσική

Όπως μας είπε ο κ. Γεωργάκας, για φέτος έχει βγάλει παραγωγή 300 λαμπάδες, οι οποίες και διατίθενται στην Αρναία, στην ορεινή Χαλκιδική, στην τιμή των 2,5 ευρώ έκαστην.

«Μου αρέσει η παράδοση, γι’ αυτό και την συνεχίζω, όλη μου τη ζωή την πέρασα με τα μελίσσια και την παραδοσιακή μουσική, από 4 ετών έως σήμερα στα μελίσσια είμαι» συμπληρώνει ο μελισσοκόμος και κηροποιός που δραστηριοποιείται στην Αρναία, ιστορική έδρα του Δήμου Αριστοτέλη.

Αποστείρωση σε ειδικά καζάνια

Η λαμπάδα φτιάχνεται κυρίως από παραφίνη (βιομηχανικό κερί), μελισσοκέρι (φυσικό κερί μέλισσας) ή φύλλα κερήθρας.

Σχετικά με το φυσικό κερί μέλισσας, όπως μας είπε από την πλευρά του ο πρόεδρος των Μελισσοκόμων Αρναίας Χρήστος Τσιάρας, η πρωταρχική του χρήση είναι για να ανανεώνει τις κερήθρες, εκεί όπου συλλέγεται το μέλι.

«Κάθε τρία χρόνια οι κερήθρες ανανεώνονται, τις παίρνουμε, λιώνουμε το κερί, και τις αποστειρώνουμε σε ειδικά αποστακτήρια – καζάνια- ειδικά για το κερί» λέει στο TheOpinion ο κ. Τσιάρας υπογραμμίζοντας ότι το περιβάλλον της κυψέλης πρέπει να είναι καθαρό.

Το μέλι και η μουντοβίνα

Η περιοχή της Αρναίας και της ευρύτερης περιοχής παράγει εξαιρετικής ποιότητας μέλι, καστανιάς, πευκόμελο, ανθόμελο, σουσούρα (ερείκη) φυτό το οποίο συλλέγουν από τους πρόποδες του όρους Χολομώντα.

Όπως ανέφερε στο TheOpinion ο πρόεδρος των Μελισσοκόμων Αρναίας κ. Τσιάρας, ο Σύλλογός τους αποτελείται από 40 μελισσοκόμους εγγεγραμμένα μέλη, οι οποίο διαχειρίζονται πάνω από 10.000 κυψέλες.

Κυψέλες στην περιοχή της Αρναίας (φωτ. Ντέπυ Χιωτοπούλου)

Τέλος, να σημειώσουμε και την μουντοβίνα, η οποία είναι τσίπουρο διπλής απόσταξης που φτιάχνεται από τα υπολείμματα κεριού και μελιού, απαιτεί μια διαδικασία έξι μηνών και είναι προϊόν Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (Π.Γ.Ε.).