Τι ακολουθεί μετά την αποκατάσταση του Αλκαζάρ;

Από το τέμενος Χαμζά Μπέη στο νέο σχέδιο ανάπλασης: γιατί τα ιστορικά μνημεία της πόλης χρειάζονται ενιαία αισθητική ανάδειξης και προστασία από την αστική αδιαφορία.

Τι ακολουθεί μετά την αποκατάσταση του Αλκαζάρ;
Φωτογραφίες: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μόλις επιτέλους απομακρύνθηκαν οι λαμαρίνες από το τέμενος Χαμζά Μπέη -άλλοτε γνωστό ως Σινέ Αλκαζάρ- αποκαλύφθηκε ένα αρχιτεκτονικό παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα όπου οι Οθωμανοί συνέχισαν βυζαντινές κατασκευαστικές πρακτικές: θόλους, καμάρες και επαναχρησιμοποίηση δομικών στοιχείων από ερειπωμένα κατάλοιπα. Οι αρχαιότεροι κίονες στο προαύλιο προέρχονται από κατεδαφισμένα κτίρια, ελληνιστικά ή/και ρωμαϊκά, των οποίων τη χρήση και θέση κατά βάση αγνοούμε. Εντούτοις, χάρη στην ανακύκλωση υλικών τουλάχιστον γνωρίζουμε ότι υπήρξαν.

Εξαιτίας της αποκάλυψης προέκυψαν και δύο γνώριμα ελληνικά προβλήματα, όσον αφορά την προστασία του εθνικού μνημειακού αποθέματος: πρώτο πρόβλημα η αδυναμία επαρκούς φύλαξης του τεμένους από βανδαλισμούς, που οδήγησε στην κατασκευή περιμετρικού φράχτη· δεύτερο πρόβλημα ο διάλογός του με τον περιβάλλοντα χώρο. Πάνω από το Αλκαζάρ δεσπόζει το ογκώδες μα εγκαταλειμμένο μεσοπολεμικό Καραβάν Σαράι. Στη γωνία Ίωνος Δραγούμη με Εγνατία, βρίσκεται ένα παρατημένο τριώροφο νεοκλασικό, με άσχημα γκράφιτι στον γυμνό τοίχο πίσω του. Και στην άλλη πλευρά της Βενιζέλου στέκει ίσως το οκταώροφο εκείνο με τις περισσότερες επιγραφές στην πόλη· ειδικά για το συγκεκριμένο, ίσως θα πρέπει να νιώθουμε ευγνώμονες στην ΑΑΔΕ, επειδή επισκεύασε την -όμορη- πρώην έδρα της Didacta, κάποτε εξίσου ακαλαίσθητη.

Όπως έχουμε αναφέρει και παλαιότερα, όσο κι αν προσπαθήσουν το Υπουργείο Πολιτισμού ή ο Δήμος να εξωραΐσουν τα πεζοδρόμια ή να αναβαθμίσουν τον φωτισμό, τα ιστορικά μνημεία δεν θα αναδεικνύονται εφόσον περιβάλλονται από απελπιστικά παραμελημένες πολυκατοικίες. Την περασμένη εβδομάδα, η Ανάπλαση Α.Ε. ανακοίνωσε επίσημα τον νικητή του διαγωνισμού για την ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων της Θεσσαλονίκης. Μέσα στο σκεπτικό του πρώτου βραβείου τονίζεται μεταξύ άλλων η ομογενοποίηση των υλικών διαμόρφωσης των διαδρομών, και κατ’ επέκταση του αστικού εξοπλισμού.

Τούτη η φαινομενικά απλή παρατήρηση των βραβευμένων αρχιτεκτόνων αποτελεί την ουσία του σχεδίου ενοποίησης. Καθώς παρουσιάζουν μορφολογικές ομοιότητες, οι εκκλησίες, τα τζαμιά και τα κοσμικά οικοδομήματα θα πρέπει να αναδεικνύονται με οπτικά συναφή τρόπο, όχι αποσπασματικά. Επίσης θα πρέπει να αναδεικνύονται αρμονικά με τον περίγυρό τους, και όχι ανταγωνιστικά. Από τα διαθέσιμα φωτορεαλιστικά δεν μπορούμε να συμπεράνουμε αν οι προτεινόμενες επεμβάσεις θα επεκταθούν και στις όψεις των τριγύρω μεγάρων. Ωστόσο, η όλη πρόταση σίγουρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δηλαδή στην αντίθετη από τη συνηθισμένη.

Ας ευχηθούμε λοιπόν πως το πολύ ορθό αυτό σκεπτικό θα υιοθετηθεί σταδιακά για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι της πυρίκαυστης ζώνης. Με άλλα λόγια, είθε η προγραμματισμένη ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων να οδηγήσει σε έναν ενιαίο τρόπο ανάδειξης όλης της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς, δίχως βέβαια να περιορίζεται αποκλειστικά στα δάπεδα και στις φυτεύσεις. Άλλωστε αργότερα θα αναπλαστούν και οι -ως τώρα αγνοημένες- πλατείες Ιπποδρομίου και Αντιγονιδών, όπως και οι οδοί Φιλίππου και Κασσάνδρου.