Η πόλη των χαμένων ευκαιριών;
Ποιά έργα στη Θεσσαλονίκη προχωρούν έως το 2030, και πού κολλάει ο στρατηγικός σχεδιασμός για το αύριο;
Η ψήφιση ειδικών όρων δόμησης αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την υλοποίηση του νέου Ογκολογικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο νέο έργο υποδομής (μέσω ΣΔΙΤ) στον χώρο της υγείας στη Θεσσαλονίκη, με ενιαία εργολαβία. Επίσης είναι ένα ακόμη εμβληματικό έργο για την πόλη, εξελισσόμενο παράλληλα με το Flyover, τον Δυτικό Προαστιακό, τη διάνοιξη της Πόντου, το κέντρο logistics στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, την αποκατάσταση μνημείων, τις αναπλάσεις πλατειών και την ανέγερση του -ιδιωτικής χορηγίας- Παιδιατρικού Νοσοκομείου στο Φίλυρο. Εάν δεν υπάρξουν ανατροπές, όλα τα παραπάνω θα οδεύουν προς παράδοση το 2030.
Αναμφίβολα προχωρούν ορισμένα δημόσια έργα, εκκρεμότητες δεκαετιών. Ωστόσο, πολλοί τώρα αναρωτιούνται τι ακολουθεί όταν αυτά επιτέλους ολοκληρωθούν. Ζητήματα όπως οι Χορτατζήδες, το ενιαίο παραλιακό μέτωπο, η αξιοποίηση των υπόλοιπων ανενεργών στρατοπέδων, η αναβάθμιση της Θεσσαλονίκης – Μουδανιών έως τη Θέρμη, οι επόμενες επεκτάσεις του μετρό και του προαστιακού, το ΒΙΟΠΑ Καλοχωρίου, η απευθείας οδική σύνδεση του Προβλήτα 6, οι νέες μαρίνες και το FSRU στον Θερμαϊκό βραδυπορούν, εάν δεν έχουν παγώσει εντελώς, με άνωθεν ευθύνη.
Αντί αυτών των στρατηγικών επενδύσεων, συχνά συζητούνται περισσότερο διακοσμητικές πρωτοβουλίες, με παράδειγμα εκείνες για το ντεκ, για τη θαλάσσια συγκοινωνία και για το τραμ στη Βασ. Όλγας. Ειδικά το τελευταίο μάλλον απασχολεί όσους θέλουν να… εκδικηθούν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Συζητούνται λοιπόν δαπάνες για ιδέες παρωχημένες, κατάλοιπα άλλων εποχών, με μηδαμινό αποτύπωμα σήμερα.
Στους νεότερους χρόνους, συνέβησαν τρεις εκρήξεις δημοσίων επενδύσεων στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ήταν οθωμανική, και η ευημερία που την ακολούθησε έληξε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους· χάθηκε η ευκαιρία για καθιέρωσή της σε εμπορική πύλη των Βαλκανίων. Η δεύτερη συνέβη τη δεκαετία του ‘60, με τα ευεργετήματά της να φτάνουν ως το 2000· δυστυχώς ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου δεν συνδυάστηκε με σταθερή ανάπτυξη, οδηγώντας πάλι σε χαμένη ευκαιρία. Τώρα διανύουμε την τρίτη έκρηξη, που όμως χαρακτηρίζεται από μικρή αναλογία άμεσων ξένων επενδύσεων, κυρίως χαμηλής προστιθεμένης αξίας. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν και αυτή η νέα ευκαιρία θα χαθεί .
Ομολογουμένως, όσον αφορά την Κεντρική Μακεδονία, κυρίως το ελληνικό κράτος επενδύει σε σοβαρά πρότζεκτ. Οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες σπανίζουν πια στην ευρύτερη περιοχή μας, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η αποβιομηχάνιση που επέφερε η διάλυση του κλωστοϋφαντουργικού κλάδου. Μετά την οικονομική κρίση, η όποια τοπική ανάπτυξη βασίζεται στα ακίνητα, στην εστίαση, στον τουρισμό, και ελάχιστα στη μεταποίηση. Μόνη αξιοπρόσεκτη εξαίρεση οι λίγες επενδύσεις πολυεθνικών σε δραστηριότητες υπηρεσιών πληροφορικής και συμβουλευτικής (έντασης γνώσης)· οι συγκεκριμένες αναφέρονται τακτικά στον δημόσιο διάλογο, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι τα χρόνια περνούν δίχως ανάλογες εξελίξεις. Η περιοχή πλέον τοποθετεί τις ελπίδες της στα logistics και στα πεντάστερα, που όμως δεν αρκούν για να βιοποριστούν -άμεσα ή έμμεσα- δύο εκατομμύρια κάτοικοι, τουλάχιστον λαμβάνοντας ικανοποιητικές αποδοχές.
Το αποτέλεσμα; Μένουμε με τη νοσταλγία ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος, ασχέτως αν αποδείχθηκε κατώτερο των αναγκών και των δυνατοτήτων μας. Ως πότε θα αναπολούμε το χθες, επειδή δεν βλέπουμε τίποτα στο αύριο;