Η χαμηλή αγοραστική δύναμη δεν ανεβαίνει με ημίμετρα

Η υπερσυγκέντρωση των ομίλων, το φαινόμενο του greedflation και τα ερωτήματα για τις διάφορες πρακτικές στα ράφια.

Η χαμηλή αγοραστική δύναμη δεν ανεβαίνει με ημίμετρα
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI

Είναι αυτονόητο πως μεγάλο μέρος των αυξήσεων στο καλάθι του καταναλωτή οφείλεται στην εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, η οποία αποδίδεται στην παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια αλλά και σε κακοδαιμονίες του εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου. Ωστόσο, δεν ευθύνεται μόνο η ενέργεια για την πτωτική αγοραστική δύναμη των Ελλήνων.

Για τον τιμάριθμο ευθύνεται σε γενικές γραμμές ο συνολικός τρόπος λειτουργίας της εγχώριας αγοράς. Σαν αποτέλεσμα των μνημονίων και της πανδημίας, οι κλάδοι χονδρικής, λιανικής και υπηρεσιών έχουν υπερσυγκεντρωθεί. Πέρα από την ενέργεια, η παραγωγή και η εμπορία τροφίμων, απορρυπαντικών, τηλεφωνίας, παραφαρμακευτικών, δομικών υλικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ελέγχονται στενά από ούτε 50 μεγάλους ομίλους, γνωστούς τοις πάσι.

Σε ένα τόσο ελεγχόμενο περιβάλλον, εξυπακούεται ότι προσφέρεται δυνατότητα συνεννοήσεων όσον αφορά την τιμολόγηση. Άλλωστε όσοι ταξιδεύουν στην υπόλοιπη ΕΕ εντυπωσιάζονται από τη φθήνια σε χώρες με αναλογικά υψηλότερους μισθούς και ενοίκια. Κατά καιρούς έχουν υποβληθεί σοβαρές καταγγελίες στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και στον Συνήγορο του Καταναλωτή, θεσμούς κρίσιμους μα μονίμως υποστελεχωμένους. Εκτός από τις φήμες, έχουν κυκλοφορήσει και πολλά ρεπορτάζ όπου αποτυπώθηκε η ισχνή -επίσημη- κερδοφορία επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση στα είδη πρώτης ανάγκης· το αντίθετο συχνά ισχύει για θυγατρικές των ίδιων εταιρειών, με ρόλους υποστηρικτικούς στις μητρικές, για παράδειγμα στη διαχείριση ακινήτων, στα logistics, στην επανασυσκευασία κοκ.

Πάντως, αν και κατά καιρούς διατυπώνονται τόσες κατηγορίες για ολιγοπώλια, για καρτέλ, για τριγωνικές συναλλαγές και γενικά για παράνομες πρακτικές χειραγώγησης των τιμών, αισθητό όφελος του καταναλωτή δεν υφίσταται· περιστασιακά επιβάλλονται πρόστιμα μερικών εκατομμυρίων, ασήμαντα μπροστά στα ~70 δισ. € συνολικού τζίρου των εν λόγω ομίλων. Θέλοντας λοιπόν η κυβέρνηση να ανακουφίσει τους πολίτες, ανακοίνωσε άμεση μείωση της τιμής καυσίμων μέσω επιδότησης, και παράλληλα μείωση τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ από το Σεπτέμβριο, μετά από συνεννόηση μαζί τους.

Η εξέλιξη τούτη είναι φυσικά ιδιαίτερα ευχάριστη, όμως προκαλεί απορίες. Δεδομένου ότι τα κέρδη των διυλιστηρίων για το α’ εξάμηνο 2026 υπολογίζονται σε ~750 εκατ. €, εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί να απαιτείται επιδότηση στην αντλία. Επιπλέον τίθεται ζήτημα γιατί συναίνεσαν σε μειώσεις οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής. Το έπραξαν ως έκφραση κοινωνικής ευαισθησίας, παραβλέποντας τη διακύμανση των μετοχών τους ή τη χρηματοδοτική τους φερεγγυότητα; Ή απλώς επέδειξαν πρόσκαιρη γενναιοδωρία, στο πλαίσιο συνεννοήσεων με την κυβέρνηση; Προφανώς τίποτα δεν προσφέρεται εντελώς δωρεάν, και πάντα καταβάλλονται κάποια ανταλλάγματα. Συνεπώς, στη δεύτερη -δυστυχώς πιο πιθανή- περίπτωση προκύπτει η εξής νέα απορία: ποιά είναι αυτά τα ανταλλάγματα, και τελικά πόσο ευχερής είναι η αυξομείωση των τιμών; Τελικά, πόσο αληθής είναι η ισχνή ετήσια κερδοφορία των leaders;

Η θεωρία του εισαγόμενου πληθωρισμού σε έναν μεγάλο βαθμό ισχύει. Εντούτοις, η Ελλάδα υποφέρει και από greedflation, που ξεκινά από τους πάνω και κατόπιν υιοθετείται από όλους. Αποτελεί ευθύνη των κρατικών υπηρεσιών να τον καταπολεμήσουν, ώστε όποιος κερδίζει είτε να φορολογείται δίκαια, είτε να επιλέγει -πιο ανταγωνιστικό- χαμηλό περιθώριο κέρδους. Μόνο έτσι μπορεί να ικανοποιηθεί η κοινωνία, υλικά και ηθικά. Οι πολίτες δεν ζητούν περιστασιακές επιδοτήσεις ούτε συμφωνίες κυρίων. Ζητούν την αξιοπρέπεια που προσφέρει μια καλά εποπτευόμενη αγορά.