Πώς θα ψηφίσουν οι fans της Γωγώς Τσαμπά;

Πίσω από τα κεφάτα πανηγύρια και τους ευνοϊκούς δείκτες, οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες διευρύνονται, δοκιμάζοντας τη σχέση πολιτών και πολιτικού συστήματος.

Πώς θα ψηφίσουν οι fans της Γωγώς Τσαμπά;

Η εικόνα ενός χωματουργικού μηχανήματος («διαβολάκι» στην καθομιλουμένη) να… ραίνει με λουλούδια τη Γωγώ Τσαμπά σε συναυλία της στην Καρδίτσα, προκάλεσε χιλιάδες σχόλια, σε μεγάλο ποσοστό ειρωνικά. Πολλοί έσπευσαν να καταλήξουν στο γνώριμο συμπέρασμα: «Οι Έλληνες καλοπερνάνε. Ταβέρνες και μπαρ είναι γεμάτα, τα πανηγύρια επίσης, άρα η γκρίνια για την οικονομία είναι υπερβολική». Είναι άραγε η πραγματικότητα όσο απλή θέλουν να την βλέπουν οι… καλβινιστές συμπολίτες μας;

Καλώς ή κακώς, η Ελλάδα ανέκαθεν γλεντούσε, ακόμη και στα πιο δύσκολα χρόνια της. Το έθνος μας γλεντούσε περιστασιακά ακόμη και επί Τουρκοκρατίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδεχόταν τη μοίρα του. Το 1821, οι ίδιοι άνδρες που νωρίτερα χόρευαν σε πανηγύρια, μπήκαν στην Τριπολιτσά και κατέσφαξαν τον άμαχο τουρκικό πληθυσμό. Επομένως το γλέντι δεν αποτελεί ποτέ ασφαλή ένδειξη ευημερίας και ικανοποίησης. Αντίθετα, συχνά λειτουργεί ως εκτόνωση, ως τρόπος διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, ως ψυχολογική άμυνα απέναντι στις δυσκολίες.

Αν κάποιος παραμερίσει ορισμένες γλαφυρές εικόνες και κοιτάξει τους ψυχρούς αριθμούς, η εικόνα γίνεται αισθητά διαφορετική. Σύμφωνα με τις μετρήσεις ΟΟΣΑ, Κομισιόν, Eurostat, ελστατ και ΙΟΒΕ, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά ως προς την αληθινή ανάπτυξη. Όσον αφορά το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα, βρίσκεται στον ευρωπαϊκό πάτο. Παράλληλα, εξακολουθεί να παρουσιάζει αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών· το 83% των πολιτών δηλώνει ότι δεν θεωρεί πιθανό να μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στον επόμενο χρόνο. Η ιδιοκατοίκηση ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, ενώ σχεδόν οι μισές συναλλαγές στην αγορά κατοικίας πραγματοποιούνται πλέον από ξένους αγοραστές ή επενδυτές. Οι οφειλές σε εφορία και ταμεία έχουν εκ νέου πάρει την ανιούσα. Ταυτόχρονα, ο στόλος των επιβατικών αυτοκινήτων είναι ο γηραιότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ολοένα περισσότεροι Έλληνες επιλέγουν διακοπές στο εξωτερικό όχι επειδή έγιναν πλουσιότεροι, αλλά επειδή κοστίζουν λιγότερο από εδώ.

Τα παραπάνω αποτυπώνουν μια κοινωνία που καταναλώνει όχι επειδή ευημερεί, αλλά επειδή εξαντλεί τις τελευταίες οικονομικές της αντοχές. Η αρνητική αποταμίευση σημαίνει ότι πολλοί γύρω μας τρώνε τις σάρκες τους, ανίκανοι να ανταπεξέλθουν στα μηνιαία έξοδά τους. Πρόκειται για μια συνθήκη ανησυχητική, και περιορισμένης διατηρησιμότητας.

Η αγορά εργασίας επίσης μεταβάλλεται απρόβλεπτα. Μετά το 2019, οι αυτοαπασχολούμενοι μειώνονται σταθερά, ενώ η πολύ μικρή επιχειρηματικότητα ανάγκης αυξάνεται και πληθύνεται· επιχειρηματικότητα χαμηλής βιωσιμότητας. Ωστόσο, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πιέζονται αριθμητικά, δείγμα αδυναμίας να προκόψουν· το κόστος δανεισμού τους είναι πανευρωπαϊκά υψηλότατο, σε αντίθεση με τους… εθνικούς πρωταθλητές μας. Η παραγωγικότητα παραμένει στις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης αύξησης των εισοδημάτων και τις προοπτικές της πραγματικής οικονομίας.

Ενδεχομένως πιο ανησυχητική είναι η γεωγραφία της ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία πράγματι μεγεθύνθηκε μετά το 2019. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ, η μεγέθυνση αυτή δεν είχε περιφερειακά χαρακτηριστικά. Χωρίς να διαθέτει φυσικούς πόρους, η Αττική παράγει όλο και μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ και απορροφά τις περισσότερες επενδύσεις (παρά τη σαφώς μικρότερη της απόκλιση από τον ενωσιακό μέσο όρο, λαμβάνει αναλογικά υψηλή στήριξη από το ΕΣΠΑ 2021-2027), ενώ οι περισσότερες περιφέρειες χάνουν σπουδασμένους εργαζόμενους, παραγωγικό δυναμικό, επενδυτικά κεφάλαια και πληθυσμό.

Οι περιφερειακές ανισότητες δεν είναι ένας αδιάφορος δείκτης, ειδικά σε μια γερασμένη χώρα με κακή κατανομή πληθυσμού. Εκεί όπου αφανίζεται αριθμητικά η μεσαία τάξη, ακολουθεί η αποδυνάμωση της τοπικής αγοράς, η μείωση των πολιτιστικών δραστηριοτήτων, η υποχώρηση της κοινωνικής συνοχής, η απαξίωση της πολιτικής εκπροσώπησης και τελικά η πλήρης δημογραφική κατάρρευση. Η ελληνική ύπαιθρος μοιάζει να έχει εισέλθει σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο.

Συνεπώς, η ολοκληρωμένη σύγκλιση με την υπόλοιπη ΕΕ έχει πάψει πια να συζητείται. Σε γενικές γραμμές οι προβλέψεις δεν είναι ευοίωνες, καθώς η σημερινή αναιμική ανάπτυξη αναμένεται να μειωθεί μετά το 2027 και τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, σύμφωνα με το ίδιο το οικονομικό επιτελείο.

Και ενώ η κοινωνία αντιμετωπίζει τόσες αντιξοότητες, η κυβέρνηση εκπέμπει ένα μάλλον παράδοξο μήνυμα: δείχνει να εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην ευεργετικη επίδραση των επιδομάτων, των οποίων η χρηματοδότηση επαφίεται -υποτίθεται- στην πάταξη της μικρής φοροδιαφυγής. Καλλιεργεί λοιπόν την εντύπωση ότι βασικός εκλογικός στόχος της είναι η ικανοποίηση των -συνηθως απολιτίκ- επιδοματούχων και όσων ήδη καταβάλουν υψηλούς φόρους επειδή αδυνατούν να τους αποφύγουν. Οι τελευταίοι είναι κατά κανόνα ανώτερα στελέχη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με ετήσιες αποδοχές άνω των 45.000 ευρώ. Υπολογίζονται σε περίπου 150.000 άτομα: μικρό κοινό, αν μάλιστα του αφαιρέσουμε και όσους έχουν βαθιές ιδεολογικές διαφορές με την κεντροδεξιά.

Την ίδια στιγμή, το 65% των Ελλήνων φορολογουμένων δηλώνει εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ και σχεδόν εννέα στους δέκα κάτω από 20.000 ευρώ. Παρά την απόκρυψη εισοδημάτων, ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών διάγει βίο πολύ χειρότερο από εκείνον που συχνά περιγράφεται από εξέχοντες αναλυτές. Για το ποσοστό αυτό, η ψηφιοποίηση του κράτους και το κτηματολόγιο έχουν μικρή σημασία.

Προφανώς η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή δεν επιτρέπεται να γίνονται ανεκτές. Τούτου λεχθέντος, η δημοσιονομική πολιτική δεν επιτρέπεται να στηρίζεται αποκλειστικά στην αυστηρότητα απέναντι στους μικρούς, όταν οι ισχυροι και οι… κολλητοί εμφανίζονται να λειτουργούν υπό διαφορετικό καθεστώς· οι τριγωνικές συναλλαγές, τα καρτέλ στην αγορά λιανικής και το λαθρεμπόριο ναυτιλιακού πετρελαίου αποδεικνύονται ακατανίκητα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η βαθύτερη πολιτική ζημιά που προκάλεσε η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Όχι τόσο για την χρηματική της διάσταση, όσο για το ότι τραυμάτισε βαριά την -κυβερνητικά καλλιεργούμενη- αίσθηση ισονομίας. Πρόκειται για γεγονός ιδιαίτερα σοβαρό για το συντηρητικό ακροατήριο, που παραδοσιακά αποδίδει μεγάλη σημασία στην τήρηση των κανόνων.

Οι τελευταίες εξαγγελίες για αυξήσεις και παροχές δείχνουν ότι το πρόβλημα των νοικοκυριών γίνεται αντιληπτό. Το ερώτημα όμως είναι αν οι πολίτες τις εκλαμβάνουν ως μακροπρόθεσμη στρατηγική ή ως προεκλογικό ελιγμό. Εάν υιοθετήσουν το δεύτερο σενάριο, τότε ένα δημοσκοπικό φαινόμενο του τύπου “too little, too late” είναι εξαιρετικά πιθανό.

Η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι όταν έχει διαρραγεί ο δεσμός εμπιστοσύνης, τα οικονομικά μέτρα δύσκολα αρκούν. Στο δωδεκάμηνο πριν τις εκλογές του ‘19, ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε δεκάδες παροχές, εκτιμώμενου συνολικού ύψους τριών δισεκατομμυρίων ευρώ: κοινωνικό μέρισμα, μειώσεις φόρων, επιδόματα, αυξήσεις και αναδρομικά, 13η σύνταξη. Παρ’ όλα αυτά, η εκλογική ήττα υπήρξε βαριά, επειδή είχε ήδη χαθεί η επαφή με μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο με κριτήριο το ύψος μιας παροχής. Ψηφίζουν κυρίως με κριτήριο το αν η εκάστοτε κυβέρνηση κατανοεί τα προβληματα τους και τους αντιμετωπίζει με σεβασμό.

Σήμερα φαίνεται να διαμορφώνεται ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό. Δικαίως ή αδίκως, ο φόβος απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα είναι σαφώς μικρότερος από όσο πριν μερικά χρόνια. Παράλληλα ενισχύεται μια τάση που συνοψίζεται στη φράση «να φύγουν οι τωρινοί και μετά βλέπουμε». Πρόκειται για τάση εξαιρετικά επικίνδυνη, διότι δεν εκφράζει ενθουσιασμό υπέρ κάποιας εναλλακτικής, αλλά υπερβολική κόπωση εξαιτίας της υφιστάμενης κατάστασης. Πρόκειται για τάση ικανή να κινητοποιήσει μεγάλες μάζες, που μέχρι πρότινος απείχαν από τις ψηφοφορίες, και να στείλει στην αποχή πιο τακτικούς ψηφοφόρους· τάση γνώριμη από το δημοψήφισμα του 2015.

Η συσσωρευμένη οργή σπάνια εκδηλώνεται θεαματικά. Δεν εμφανίζεται απαραίτητα με διαδηλώσεις ή με συγκρούσεις στους δρόμους. Δεν εκφράζεται στις δημοσκοπήσεις. Εκδηλώνεται αθόρυβα, σε σύντομες καθημερινές συζητήσεις, στην αδιαφορία για τους θεσμούς, στον μηδενισμό, και τελικά στην κάλπη. Η απογοήτευση για το μέλλον, η ακρίβεια, η εγκληματικότητα, η κακή εκπαίδευση, οι πιέσεις που δέχονται οι αγρότες και βιοτέχνες, η αδυναμία των μικρών, η κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων, οι κάθε λογής ανισότητες διαμορφώνουν ένα υπόστρωμα δυσαρέσκειας που δύσκολα απομακρύνεται με… λεφτά στον ανεμιστήρα.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι φυσικά απαραίτητη, μα δεν αρκεί όταν είναι ονομαστική και όχι ουσιαστική. Όταν δεν μετατρέπεται σε ευρύτερη κοινωνική κινητικότητα, όταν δεν βελτιώνει συνολικά την ποιότητα ζωής, όταν δεν αναζωογονεί την περιφέρεια, όταν δεν επιτρέπει στη μεσαία τάξη να ξαναχτίσει αποταμιεύσεις και περιουσία, τότε χάνει την όποια πολιτική της αξία.

Το χωματουργικό που έριξε τα λουλούδια στην Καρδίτσα ίσως μείνει στη μνήμη σαν μια εύθυμη σκηνή του αθάνατου ελληνικού καλοκαιριού. Πάντως θα ήταν λάθος να εκληφθεί ως απόδειξη συλλογικής ευημερίας. Το 2023, η ΝΔ πήρε 45% στην Καρδίτσα, αλλά οι κοινωνίες ενίοτε τραγουδούν ενώ ήδη βράζουν. Η ψήφος των κεφάτων fans της δημοφιλούς Γωγώς σίγουρα δεν μπορεί να προεξοφληθεί.