Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και οι επίμονες ανισότητες

Πίσω από τα δισεκατομμύρια του ΕΠΑ 2026-2030, η λογική διάθεσης των πόρων δεν αλλάζει· οι υποδομές, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και ο κίνδυνος θανάσιμης στασιμότητας.

Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και οι επίμονες ανισότητες
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Περιστασιακά, στους επαρχιακούς δρόμους συναντάμε κάπως φρεσκότερη άσφαλτο. Μια τυποποιημένη πινακίδα μας θυμίζει ότι το έργο χρηματοδοτήθηκε από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους. Κανείς δεν σταματά να τη διαβάσει· από μόνο του, το σχεδόν τριτοκοσμικό οδόστρωμα λέει αρκετά στους οδηγούς. Χθες, στο Ωδείο Αθηνών, παρουσιάστηκε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) 2026-2030, παρουσία του πρωθυπουργού και των υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης.

Το προβλεπόμενο ποσό διογκώθηκε εντυπωσιακά μέσα σε λίγους μήνες: 16,6 δισ. € τον Νοέμβριο 2025, 13,5 δισ. στην αναθεώρηση του φετινού Ιουλίου, 23 δισ. στη χθεσινή ανακοίνωση (φαίνεται πως η διαφορά θα καλύψει ανεκτέλεστο του τρέχοντος ΠΔΕ). Αν και το συνολικό ποσό αυξήθηκε, το πρόγραμμα σε γενικές γραμμές είναι συμβατικό: Έξυπνη Ανάπτυξη, Πράσινη Ανάπτυξη, Κοινωνική Συνοχή, Ανάπτυξη Υποδομών, Ψηφιακός Μετασχηματισμός, Πολιτική Προστασία, Εξωστρέφεια. Επτά εύηχοι στόχοι, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν διαφορετικοί μα στην πραγματικότητα είναι μόνο τρεις και οικείοι: δημόσια έργα, επιδόματα και διαδικτυακές εφαρμογές.

Από τα 9,5 δισ. των τομεακών προγραμμάτων της πρώτης αναθεώρησης, η μερίδα του λέοντος καταλήγει στα υπουργεία Υποδομών και Εσωτερικών· ακολουθούν από απόσταση τα Ανάπτυξης, Νησιωτικής Πολιτικής, Παιδείας και Οικονομικών. Στα περιφερειακά προγράμματα φτάνει περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών πόρων -όχι αρκετό για να αναδιανείμει γεωγραφικά την ανάπτυξη της χώρας, αλλά μάλλον ικανοποιητικό για μικρά έργα οδοποιίας, φωτισμού και διαχείρισης απορριμμάτων. Εδώ να θυμίσουμε πως η Αττική, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από το 90% του ενωσιακού μέσου όρου, έλαβε αναλογικά υψηλότερους πόρους στο τρέχον ΕΣΠΑ σε σχέση με πολύ φτωχότερες περιφέρειες.

Οι ανακοινωθείσες επιλογές και προτεραιότητες δεν είναι απαραίτητα αρνητικές. Δρόμοι πάντα χρειάζονται, οι σιδηρόδρομοι απαιτούν συντήρηση (δεν αναφέρεται πρόβλεψη για κατασκευή νέων γραμμών), η πλήρης ψηφιοποίηση του Δημοσίου αργεί, τα σχολεία παλιώνουν, οι φτωχοί είναι υπερβολικά πολλοί. Το πρόβλημα είναι πως η ίδια συνταγή ακολουθείται εδώ και πολλές δεκαετίες, έχοντας διαμορφώσει το υφιστάμενο -προβληματικό- εθνικό αναπτυξιακό μοντέλο.

Η μικρή-μεσαία επιχειρηματικότητα, εκείνη που δεν συμμετέχει σε κρατικές προμήθειες, προσδοκά όσα περισσέψουν. Με γνώμονα το Ταμείο Ανάκαμψης υπολογίζουμε ήδη πόσα περίπου θα είναι: πάνω από 75% των πόρων εκείνων είχε κατευθυνθεί σε υποδομές, ψηφιοποίηση και επιδόματα. Η πρόσφατη μελέτη της McKinsey για το Υπουργείο Οικονομικών, που μιλά για ενίσχυση των «εθνικών πρωταθλητών», δυστυχώς δείχνει προς ποια κατεύθυνση κοιτάζει και η επόμενη πενταετία.

Ως εκ τούτου, με τμήμα από τα -αρχικά προβλεπόμενα- 987 εκατ. του Υπουργείου Ανάπτυξης, θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί μια ευρεία γκάμα δράσεων από επιχειρήσεις κάθε μεγέθους: συμπράξεις μεταξύ ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, παροχή κινήτρων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την αναβάθμιση του εξοπλισμού τους, υποστήριξη της μεταποίησης και της βιομηχανίας για τη μετάπτωσή της σε περισσότερη αυτοματοποίηση, επιχορήγηση για αγορά και εγκατάσταση προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.

Παράλληλα, τα υπουργεία Παιδείας και Εργασίας, που θα έπρεπε να χρηματοδοτούν επαγγελματική κατάρτιση, reskilling και έρευνα με γενναιοδωρία, καλύπτουν πρωτίστως τις βασικές τους υποχρεώσεις με όσα τους αναλογούν· ανεπαρκή θα είναι και τα χρήματα για αυξημένες εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, τουλάχιστον σε αξιοπρόσεκτο επίπεδο. Εν κατακλείδι, με λιγότερο από 1,5 δισ. € άμεσων ενισχύσεων προς την ιδιωτική οικονομία στα προσεχή πέντε χρόνια, δεν έχουμε ιδιαίτερους λόγους για να είμαστε αισιόδοξοι ως προς την αύξηση της παραγωγικότητας και την αντικατάσταση του παραγωγικού μοντέλου.

Δεν γνωρίζουμε πώς θα διανεμηθούν τα υπόλοιπα δέκα (;) δισ.€ του ΕΠΑ, ενώ το ΕΣΠΑ 2028-2034 ακολουθεί. Αν πάντως ισχύσει η γνωστή παγιωμένη λογική, ούτε εθνική σύγκλιση θα έχουμε, ούτε ευρωπαϊκή. Θα έχουμε μόνο θανάσιμη στασιμότητα, διακοπτόμενη από εμβαλωματικές ασφαλτοστρώσεις.