Ανάκαμψη αληθινή, ή επίπλαστη; Πολιτική ορθή, ή ξεπερασμένη;
Δειλά δειλά, στα οικονομικά πάνελ διατυπώνονται εύλογες επιφυλάξεις για την ελληνική ανάκαμψη.
Στο 30ο Government Roundtable του Economist στην Αθήνα, οι εικόνες ήταν γνώριμες: επώνυμοι, κουστούμια, ροτόντες, χειραψίες, τυπικά χαμόγελα. Ωστόσο, μέσα στη ρουτίνα των πάνελ, κάτι παραπάνω ειπώθηκε φέτος. Τέθηκε από ξένους, έστω πλαγίως, ένα ερώτημα ενοχλητικό: η ελληνική ανάκαμψη αποτελεί πρότυπο ή απλώς ανάσα μετά από δέκα χρόνια πνιγμού;
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η χώρα έχει προχωρήσει. Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει υποχωρήσει θεαματικά, οι τράπεζες έχουν ρευστότητα, τα κόκκινα δάνεια δεν αποτελούν κίνδυνο, το θεσμικό πλαίσιο είναι πιο ξεκάθαρο, οι υπηρεσιακές διαδικασίες πιο γρήγορες. Αληθείς παρατηρήσεις. Ειπώθηκε όμως και μια φράση που αμέσως γέννησε απορίες: ότι το ποτήρι των μεταρρυθμίσεων παραμένει μισογεμάτο (ή μισοάδειο). Δηλαδή, δεν φτάνουν όσες έγιναν; Χρειαζόμαστε κι άλλες; Κι αν ναι, τι είδους;
Ας επαναλάβουμε μια δυσάρεστη αλήθεια· οι πολιτικές δυνάμεις δεν την πολυσυζητούν, η καθεμία για δικούς της λόγους: η Ελλάδα σταθεροποίησε την οικονομία της αλλά διατήρησε το προβληματικό παραγωγικό της μοντέλο. Άλλο πράγμα το να μην πέφτεις πια, και άλλο το να ανεβαίνεις. Η παραγωγικότητα εργασίας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, κι αυτό δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια· είναι η εξήγηση για πολλά από όσα ζούμε. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα αν συνυπολογιστεί ότι η επέκταση των ψηφιακών συναλλαγών και τα κεφάλαια του ΤΑΑ ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την αναιμική μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Το πρόβλημά μας δεν είναι πια δημοσιονομικό -τούτο το ζήτημα, τυπικά τουλάχιστον, έχει κλείσει. Το πρόβλημά μας βρίσκεται αλλού: η χώρα παράγει λιγότερη αξία από όση χρειάζεται για να ζήσουν καλύτερα οι κάτοικοί της. Το μέσο εισόδημα όντως ανέβηκε, αλλά παραμένει πολύ κάτω από την προ κρίσης τάση· 7 χρόνια μετά τη λήξη των μνημονίων η Ελλάδα εξακολουθεί να καταλαμβάνει τις τελευταίες θέσεις στην ΕΕ όσον αφορά την αγοραστική δύναμη, το ποσοστό εισοδήματος για στέγη, και την αποταμίευση. Αναπτυσσόμαστε, λένε οι δείκτες. Δεν συγκλίνουμε, λέει η πραγματικότητα.
Στο επιχειρείν, παρόμοια κατάσταση. Εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας μίλησε για ανάγκη μεγέθυνσης των επιχειρήσεων και αύξησης της παραγωγικότητας. Σωστό, αλλά ειπωμένο σαν να αποτελεί απλώς θέμα βούλησης. Η Ελλάδα έχει έναν στρατό πολύ μικρών επιχειρήσεων, πάμπολλες από τις οποίες δεν οφείλονται σε επιλογή μα σε ανάγκη· το μικρό καφέ στη γωνία δεν άνοιξε επειδή ακολουθεί ένα σπουδαίο επιχειρηματικό σχέδιο, άνοιξε επειδή ο ιδιοκτήτης του δεν είχε καλύτερη επαγγελματική προοπτική.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Αυξάνεται η πολύ μικρή επιχειρηματικότητα ανάγκης, ενώ οι μικρές-μεσαίες οντότητες ελαττώνονται. Αντί για μια δυναμική επιχειρηματική τάξη, στήνεται κάτι διαφορετικό: ελάχιστοι μεγάλοι πάνω, αμέτρητοι μικροί χαμηλά σε αγώνα επιβίωσης, και σχεδόν τίποτα άξιο λόγου στη μέση. Συχνά δηλώνεται ότι θα πρέπει να επιβιώσουν μόνο όσοι αντέχουν τα προβλεπόμενα διοικητικά βάρη. Παραβλέπεται το ότι τα προβλεπόμενα διοικητικά βάρη είναι αδικαιολόγητα μεγάλα.
Κι έπειτα υπάρχει η γεωγραφία, στην οποία σχεδόν κανείς δεν αναφέρεται. Η όποια ανάπτυξη μετά το 2019 δεν έφερε γεφύρωση των περιφερειακών ανισοτήτων. Αντίθετα, η Αττική μονοπωλεί σημαντικές επενδύσεις, ανθρώπινο δυναμικό, κρατικές προμήθειες, ενώ ολόκληρες περιφέρειες έχουν εισέλθει σε δημογραφικό και οικονομικό φαύλο κύκλο, δίχως προοπτική εξόδου.
Ο ΟΟΣΑ το τονίζει: οι ανισότητες δεν είναι αποκλειστικά εισοδηματικές. Είναι πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, δουλειές, αίσθημα ασφάλειας. Η ύπαιθρος αδειάζει, ο πληθυσμός γερνάει, οι νέοι φεύγουν -είτε στην Αθήνα είτε πιο μακριά- και οι περιουσίες απομένουν απαξιωμένες. Η μεσαία τάξη της περιφέρειας δεν χάνεται μόνο οικονομικά. Χάνεται επίσης πολιτικά και κοινωνικά. Χωρίς αυτήν αδειάζει η αγορά της γειτονιάς, κλείνει το τοπικό θέατρο, φτωχαίνει η δημοκρατική εκπροσώπηση· φαινόμενα μάλλον ασήμαντα για όσους παρατηρούν από την πρωτεύουσα, μα επικίνδυνα.
Ποιά είναι λοιπόν η απάντηση της κυβέρνησης στις παραπάνω επισημάνσεις; Παρουσιάζει τη δική της πρωτοβουλία για το 2030, υπό την ονομασία Invest10: αύξηση παραγωγικότητας, μέσα από στρατηγικές επενδύσεις. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία του ΥΠΟΙΚ και του Υπερταμείου επιδιώκει να διευκολύνει κλάδους-ατμομηχανές: ημιαγωγούς, τεχνητή νοημοσύνη, data centers, ενέργεια, ιατρικό τουρισμό, ασημένια οικονομία. Δραστηριότητες μοδάτες, μα με απροσδιόριστη επίδραση στο συλλογικό επίπεδο ζωής και με απαιτήσεις για πρόσθετες υποδομές. Μιλάμε για τακτική που ήδη εφαρμόζεται, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Το σκεπτικό πίσω από την κυβερνητική προσέγγιση, βασισμένο πάνω σε –καλοπληρωμένες– αναλύσεις ξένων συμβούλων, ορίζει πως λίγες επιχειρήσεις προσφέρουν το μέγιστο μέρος της αύξησης παραγωγικότητας. Συνεπώς, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, αν ενισχύσουμε ελάχιστους “εθνικούς πρωταθλητές”, τότε οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν αναγκαστικά.
Προκρούστειος κανόνας που ενδεχομένως λειτουργεί αλλού. Δυστυχως δεν λειτουργεί πάντα και παντού. Η κατάρρευση μιας μικρής επιχείρησης δεν μεταφέρει αυτόματα τους πενιχρούς πόρους της κάπου καλύτερα. Ο επιζήσας μικροεπιχειρηματίας κατέχει πολύχρονη τεχνογνωσία, προσωπική εργασία, στενή σχέση με τον κοινωνικό του περίγυρο: άυλα στοιχεία που δεν μεταφέρονται σε ισολογισμό πολυεθνικού ομίλου.
Επιπλέον, στη χώρα μας επικρατούν ειδικές συνθήκες: υπερβολικά μεγάλος αριθμός μικρών επιχειρήσεων, δυσανάλογη αποθεματοποίηση σε ακίνητα, μηδαμινή τραπεζική χρηματοδότηση προς μικρές προσπάθειες, ακατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση, μια κοινωνία που εξακολουθεί να επενδύει τα περιορισμένα διαθέσιμά της σε δραστηριότητες χαμηλής απόδοσης. Δυναμικό που μένει ανεκμετάλλευτο.
H άποψη πως οι ΜΜΕ είναι υπερβολικά πολλές είναι διαδεδομένη, υποστηρίζεται από πλείστους εγχώριους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (συνήθως χωρίς ίδια επιχειρηματική εμπειρία), και φυσικά έχει λογική· ο αναίτιος κατακερματισμός πόρων είναι αντιπαραγωγικός. Τούτου λεχθέντος, στην Ελλάδα έχουμε μεν ένα εκατομμύριο μικρές επιχειρήσεις, όμως οι –σοβαροί– χρηματικοί πόροι συγκεντρώνονται και αξιοποιούνται από ελάχιστες μεγάλες. Μεγάλες που τελικά επενδύουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό (πχ εξαγορές ΔΕΗ), διότι εκεί επιτυγχάνουν καλύτερες αποδόσεις.
Το στοίχημα δεν είναι να βγάλουμε γρήγορα μερικούς “εθνικούς πρωταθλητές” για το θεαθήναι. Είναι να διαμορφώσουμε ένα περιβάλλον όπου χιλιάδες μικρότερες επιχειρήσεις θα μπορούν πραγματικά να δανειστούν, να μεγαλώσουν, να επανεπενδύσουν, να ενταχθούν σε διεθνείς αλυσίδες αξίας, και να ενισχύσουν την υγιή ανάπτυξη των μεγάλων. Χωρίς ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν υπάρχει μέλλον. Σταδιακά, ακόμη και οι μεγάλοι θα αποσυρθούν από μια οικονομία χωρίς εύρωστους καταναλωτές, κατάλληλους εργαζόμενους, και υποστηρικτικό επιχειρηματικό οικοσύστημα σε ολόκληρη την επικράτεια.
Οι διορθωτικές κινήσεις που -έξωθεν- προτάθηκαν στην εκδήλωση αφορούν περαιτέρω κίνητρα για συγχωνεύσεις, επιταχυνόμενες αποσβέσεις εξοπλισμού, περισσότερη χρηματοδότηση έρευνας και εξωστρέφειας, με στόχο τη σταδιακή αναβάθμιση των μικρών σε μεσαίους. Σοφές προτάσεις, ωραίες στα λόγια, μα στην πράξη ποιός θα τις εφαρμόσει;
Εδώ λοιπόν εντοπίζεται η διαφορά ανάμεσα σε ό,τι συστήνουν οι διεθνείς οργανισμοί και σε ό,τι τελικά εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Οι ίδιοι φορείς που κάποτε απαιτούσαν απόλυτη δημοσιονομική πειθαρχία, τώρα μιλούν για στοχευμένο μεταρρυθμιστικό κύμα. Επιστρέφοντας στην αρχή του κειμένου, το μέγα ερώτημα του Economist Roundtable είναι αν η πολιτική ηγεσία θα αντιμετωπίσει την πρόκληση του 2030 με εργαλεία προσαρμοσμένα στις εθνικές ιδιαιτερότητες, ή αν θα επιλέξει ξανά μια έτοιμη συνταγή αμφίβολης καταλληλότητας, θετική για πολύ λίγους. Οι ενδείξεις δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές.