Παγκόσμια αύξηση του καρκίνου: 34 εκατομμύρια νέα περιστατικά έως το 2050

Η πιθανότητα επιβίωσης από τον καρκίνο δεν εξαρτάται μόνο από τη μορφή ή το στάδιο της νόσου

Παγκόσμια αύξηση του καρκίνου: 34 εκατομμύρια νέα περιστατικά έως το 2050
Καρκίνος (Unsplash/National Cancer Institute)

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις παγκοσμίως εξακολουθεί να αποτελεί ο καρκίνος, δημιουργώντας προκλήσεις για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Νέα στοιχεία της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας (American Cancer Society – ACS) και του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer – IARC) αποκαλύπτουν ότι η επιβάρυνση από τη νόσο αυξάνεται με ανησυχητικό ρυθμό.

Η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι σύμφωνα με την έκθεση «Global Cancer Statistics, 2026», περίπου 21 εκατομμύρια άνθρωποι διαγνώστηκαν με καρκίνο σε ολόκληρο τον κόσμο το 2024, ενώ 9,8 εκατομμύρια έχασαν τη ζωή τους από τη νόσο. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι σχεδόν ένας στους πέντε ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια μορφή καρκίνου κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Παράλληλα, περίπου ένας στους εννέα άνδρες και μία στις δεκατρείς γυναίκες αναμένεται να πεθάνουν από καρκίνο. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν όχι μόνο τη μεγάλη έκταση του προβλήματος, αλλά και την ανάγκη για αποτελεσματικότερη πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και ισότιμη πρόσβαση στις σύγχρονες θεραπείες.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες. Ο αριθμός των νέων περιστατικών καρκίνου αναμένεται να φτάσει τα 34 εκατομμύρια έως το 2050, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 67% σε σχέση με το 2024.

Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται αποκλειστικά στη γήρανση και στην αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Επομένως, η πραγματική επιβάρυνση θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη, ιδιαίτερα εάν δεν περιοριστούν σημαντικοί παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και ορισμένες λοιμώξεις που συνδέονται με την εμφάνιση καρκίνου. Η έκθεση βασίζεται στα δεδομένα του GLOBOCAN, της διεθνούς βάσης του IARC που καταγράφει την επίπτωση και τη θνησιμότητα 34 μορφών καρκίνου σε 186 χώρες.

Ο καρκίνος του πνεύμονα βρίσκεται στην πρώτη θέση παγκοσμίως τόσο ως προς τα νέα περιστατικά όσο και ως προς τους θανάτους. Το 2024 καταγράφηκαν περίπου 2,6 εκατομμύρια νέες διαγνώσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στο 13% όλων των περιστατικών καρκίνου. Την ίδια χρονιά, περίπου 1,9 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από καρκίνο του πνεύμονα, αριθμός που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 19% όλων των θανάτων από καρκίνο. Το κάπνισμα παραμένει ο κυριότερος παράγοντας που συνδέεται με τη νόσο, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των προγραμμάτων διακοπής του καπνίσματος και της προστασίας από το παθητικό κάπνισμα.

Ο καρκίνος του μαστού ήταν ο δεύτερος συχνότερος καρκίνος παγκοσμίως, με περίπου 2,4 εκατομμύρια νέα περιστατικά και 694.000 θανάτους. Αποτελεί τη συχνότερα διαγνωσμένη μορφή καρκίνου στις γυναίκες και την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο στον γυναικείο πληθυσμό.

Η πιθανότητα επιβίωσης από τον καρκίνο δεν εξαρτάται μόνο από τη μορφή ή το στάδιο της νόσου. Επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό και από τη χώρα στην οποία ζει ένας άνθρωπος, καθώς και από την πρόσβασή του σε προγράμματα πρόληψης, διαγνωστικές εξετάσεις και κατάλληλη θεραπεία.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τον καρκίνο του μαστού. Οι γυναίκες στη Δυτική Αφρική έχουν περίπου διπλάσια πιθανότητα να πεθάνουν από τη νόσο σε σύγκριση με τις γυναίκες στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, παρότι τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού στη Δυτική Αφρική είναι περίπου τα μισά.

Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στην καθυστερημένη διάγνωση και στην περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες θεραπείες. Παρόμοιες ανισότητες παρατηρούνται και σε άλλες μορφές καρκίνου, ιδιαίτερα στις χώρες με χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου ήταν ο τρίτος συχνότερα διαγνωσμένος καρκίνος και η δεύτερη σημαντικότερη αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως. Καταγράφηκαν περισσότερα από δύο εκατομμύρια νέα περιστατικά και περίπου 918.000 θάνατοι.

Ο καρκίνος του ήπατος προκάλεσε περίπου 732.000 θανάτους, ενώ ο καρκίνος του στομάχου συνδέθηκε με περίπου 980.000 νέες διαγνώσεις και 642.000 θανάτους. Τα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του στομάχου παρατηρήθηκαν στην Ανατολική Ασία.

Ο καρκίνος του προστάτη ήταν ο δεύτερος συχνότερος καρκίνος στους άνδρες, με περίπου 1,5 εκατομμύριο νέες διαγνώσεις και 420.000 θανάτους. Η θνησιμότητα ήταν δυσανάλογα υψηλή στην Καραϊβική και στην υποσαχάρια Αφρική.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο καρκίνος του παγκρέατος. Παρότι βρίσκεται μόλις στην ενδέκατη θέση ως προς τον αριθμό των νέων περιστατικών, αποτελεί την έκτη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο, προκαλώντας περίπου 491.000 θανάτους.

Η έκθεση επισημαίνει ότι σχεδόν οι μισοί θάνατοι από καρκίνο ενδέχεται να συνδέονται με παράγοντες κινδύνου που μπορούν δυνητικά να τροποποιηθούν. Επιπλέον, ένα σημαντικό ποσοστό θανάτων θα μπορούσε να αποτραπεί με την έγκαιρη διάγνωση και την κατάλληλη θεραπεία.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Η νόσος μπορεί σε μεγάλο βαθμό να προληφθεί μέσω του εμβολιασμού κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) και του τακτικού προληπτικού ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες 26 χωρών, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική και σε περιοχές της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής.

Κάθε χώρα αντιμετωπίζει διαφορετικές προκλήσεις και χρειάζεται ένα σχέδιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες του πληθυσμού της. Ωστόσο, η πρόληψη πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε εθνικής στρατηγικής κατά του καρκίνου, τονίζουν οι ειδικοί. Η αποφυγή του καπνίσματος, ο περιορισμός ή η αποχή από το αλκοόλ, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η συστηματική άσκηση και η προστασία από λοιμώξεις που συνδέονται με τον καρκίνο μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Εξίσου σημαντική είναι η συμμετοχή στα κατάλληλα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το οικογενειακό ιστορικό και τις συστάσεις των επαγγελματιών υγείας.