Υπερβακτήριο μπορεί να μεταδίδεται από τα κατοικίδια στους ανθρώπους

Υπερβακτήριο μπορεί να μεταδίδεται από τα κατοικίδια στους ανθρώπους

Μελέτη σε δείγματα από 33 είδη ζώων εντόπισε στελέχη του Acinetobacter baumannii σε γάτες, σκύλους και άλογα που παρουσιάζουν πολύ μεγάλη γενετική ομοιότητα με εκείνα που προκαλούν λοιμώξεις σε ανθρώπους. Οι ειδικοί ζητούν περαιτέρω έρευνα, χωρίς να συνιστούν αλλαγές στη συμβίωση με τα κατοικίδια.

Ένα από τα πιο ανθεκτικά βακτήρια που απασχολούν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα φαίνεται πως μπορεί να κυκλοφορεί και μεταξύ ανθρώπων και ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με νέα μελέτη Κινέζων ερευνητών. Τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για στενότερη επιτήρηση των λεγόμενων «υπερβακτηρίων», χωρίς ωστόσο να σημαίνουν ότι τα κατοικίδια αποτελούν από μόνα τους άμεση απειλή για τη δημόσια υγεία.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το Acinetobacter baumannii, ένα βακτήριο που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει κατατάξει στην κατηγορία των παθογόνων ύψιστης προτεραιότητας λόγω της ανθεκτικότητάς του σε πολλά αντιβιοτικά. Το συγκεκριμένο μικρόβιο ευθύνεται κυρίως για σοβαρές ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, όπως πνευμονία, μηνιγγίτιδα και λοιμώξεις του αίματος ή του ουροποιητικού συστήματος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερα από 500 δείγματα του βακτηρίου που είχαν συλλεχθεί από 33 διαφορετικά είδη ζώων σε 17 χώρες. Ανάμεσα στα ζώα που εξετάστηκαν περιλαμβάνονταν σκύλοι, γάτες, άλογα, πρόβατα, μινκ, γεράκια αλλά και άγρια πτηνά, όπως λευκοί πελαργοί. Στη συνέχεια συνέκριναν τα στελέχη αυτά με δείγματα που είχαν απομονωθεί από ανθρώπους στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές.

Η ανάλυση αποκάλυψε δύο διακριτές κατηγορίες στελεχών. Η πρώτη αφορούσε βακτήρια που εντοπίζονται κυρίως σε άγρια ζώα και πουλερικά και φαίνεται να παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο για τον άνθρωπο. Η δεύτερη, όμως, περιλάμβανε στελέχη που βρέθηκαν σε γάτες, σκύλους και άλογα και εμφάνιζαν υψηλή ανθεκτικότητα στα αντιμικροβιακά φάρμακα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός ότι τα στελέχη που απομονώθηκαν από τα κατοικίδια ήταν γενετικά σχεδόν πανομοιότυπα με εκείνα που ανιχνεύθηκαν σε ανθρώπους, με τη γενετική ομοιότητα να φτάνει περίπου το 99% και σε ορισμένες περιπτώσεις να ξεπερνά ακόμη και το 99,5%.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η μετάδοση του βακτηρίου είναι πιθανότερο να συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα συντροφιάς παρά μέσω παραγωγικών ζώων ή της άγριας πανίδας. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτό μπορεί να σχετίζεται με τη στενή καθημερινή επαφή που έχουν οι άνθρωποι με τα κατοικίδιά τους.

Ένα ακόμη ανησυχητικό εύρημα ήταν ότι αρκετά από τα στελέχη που εντοπίστηκαν στα κατοικίδια έφεραν γονίδια που τα καθιστούν ανθεκτικά στις καρβαπενέμες, μια κατηγορία αντιβιοτικών που χρησιμοποιείται ως θεραπεία τελευταίας επιλογής όταν άλλες αντιβιοτικές αγωγές δεν αποδίδουν.

Παρά τη σημασία των αποτελεσμάτων, οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να αποσαφηνιστεί ο τρόπος μετάδοσης του βακτηρίου και ο πραγματικός ρόλος των ζώων συντροφιάς στην εξάπλωσή του. Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι τα κατοικίδια αποτελούν την κύρια πηγή μόλυνσης για τον άνθρωπο ούτε ότι κάθε ζώο που φέρει το βακτήριο θα προκαλέσει λοίμωξη.

Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η τήρηση βασικών κανόνων υγιεινής, όπως το πλύσιμο των χεριών μετά την επαφή με τα ζώα, η τακτική κτηνιατρική παρακολούθηση και η συνετή χρήση αντιβιοτικών τόσο στην ανθρώπινη όσο και στην κτηνιατρική ιατρική, παραμένουν τα σημαντικότερα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης των ανθεκτικών μικροβίων.