Γίνεται να έχουν όλοι δίκιο;
Η συλλογή υπογραφών για δημοψήφισμα στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτει σοβαρά κενά του νόμου αλλά και κυβερνητική αδράνεια.
Ενίοτε μάλλον γίνεται να έχουν, αν τουλάχιστον κρίνουμε από τη συλλογή υπογραφών υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για το φλέγον ζήτημα των τελευταίων μηνών.
Τη Δευτέρα, η οργανωτική επιτροπή του εγχειρήματος παρέδωσε –όπως προβλέπεται- στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου αρχείο ονομάτων δημοτών. Δημοτών που δηλώνουν την επιθυμία τους για τοπική έγκριση της ανάπλασης της ΔΕΘ.
Επίσης όπως προβλέπεται, ο πρόεδρος παρέπεμψε το ονομαστικό αρχείο σε δημοτική υπηρεσία, ως αρμόδια να κρίνει το νόμιμο της ως τώρα διαδικασίας. Με τη σειρά της, η υπηρεσία απάντησε πως η επεξεργασία των στοιχείων δεν μπορεί να προχωρήσει αν αυτά δεν συνοδεύονται από κάποια πιστοποίηση της βούλησης όσων φέρονται να έχουν υπογράψει. Η απάντηση βασίστηκε σε προβλέψεις του Κώδικα Διοικητικών Διαδικασιών.
Από τη μεριά τους, οι διοργανωτές ανταπάντησαν ότι τήρησαν όσα προβλέπει σχετικός νόμος του 2018. Έτσι λοιπόν μάθαμε ότι στον εν λόγω νόμο δεν συμπεριλαμβάνεται οποιαδήποτε μνεία σχετική με τη βεβαίωση γνησίου υπογραφής όσων επιθυμούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτή είναι η πρώτη εφαρμογή του, δεν εκδόθηκε ως τώρα κάποια ερμηνευτική εγκύκλιος.
Αντιμετωπίζουμε λοιπόν μία σπάνια περίπτωση όπου οι αντίδικοι έχουν ταυτόχρονα πειστικές θέσεις, χωρίς να ευθύνονται για τη διελκυστίνδα. Πώς όμως; Στον κακογραμμένο αυτό νόμο δεν υπάρχει ρητή εξασφάλιση ακεραιότητας της διαδικασίας. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα περισσότερο ακτιβιστικό παρά ουσιαστικό, που ενώ υποτίθεται πως ενθαρρύνει την έκφραση άμεσης δημοκρατίας, στην πράξη εξαπατά τους πολίτες και τους χωρίζει σε στρατόπεδα. Εν ολίγοις, πρόκειται για θεσμικό… φυτίλι διχογνωμίας, και όχι για εργαλείο ουσίας.
Το νομοθέτημα αποτελεί προϊόν της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στο ίδιο νομοθέτημα συμπεριλαμβανόταν και ο προηγούμενος εκλογικός νόμος για τους ΟΤΑ, γνωστός για όσα προβλήματα προκάλεσε. Αλησμόνητες οι νομικές ακροβασίες που απαιτήθηκαν ώστε να διοικηθούν ορισμένοι δήμοι μεταξύ 2019-2023.
Η σημερινή κυβέρνηση ορθώς έσπευσε να αλλάξει εκείνον τον εκλογικό νόμο, επιστρέφοντας στο γνωστό πλειοψηφικό σύστημα του παρελθόντος, με βελτιώσεις προς το δημοκρατικότερο. Παρά ταύτα, δεν έκανε απολύτως τίποτα για την πρόβλεψη τοπικών δημοψηφισμάτων. Δεν θέσπισε μία τυπικά θωρακισμένη διαδικασία συλλογής δηλώσεων, ούτε κατάργησε μια ρύθμιση στην οποία δεν πίστευε. Με άλλα λόγια, αδράνησε θεαματικά, πιθανώς προγραμματίζοντας την αντιμετώπιση αυτού και άλλων θεμάτων μέσα από τον επερχόμενο Κώδικα Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, η παραπάνω κυβερνητική αδράνεια έχει προκαλέσει μεγάλο πρόβλημα στην πόλη. Εάν το δημοψήφισμα ακυρωθεί ως παράνομο, τότε εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν τη συλλογή δηλώσεων θα ισχυριστούν –με αρκετή επιτυχία– ότι η κυβέρνηση δεν επέτρεψε στο λαό να εκφραστεί ελεύθερα. Εάν πάλι αποφασιστεί η διεξαγωγή δίχως σοβαρή νομική αιτιολόγηση, τότε απλώς θα ευτελιστεί η ισχύς των νόμων. Ισχύς την οποία η κυβέρνηση δηλώνει πως διαφυλάσσει και προάγει.
Ωστόσο, όταν 50.000 ψήφοι αρκούν για την εκλογή δημάρχου και δημοτικού συμβουλίου, είναι σίγουρα άδικο να αγνοηθεί αίτημα 23.000 ενεργών πολιτών για πραγματοποίηση δημοψηφίσματος. Με άλλα λόγια, τυχόν απόρριψη των δηλώσεων δεν επιτρέπεται να γίνει ελαφρά τη καρδία.
Η ασυνεννοησία δεν επιτρέπεται να πλανάται επί μακρόν. Ως κατεξοχήν ειδικό, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους οφείλει άμεσα και τεκμηριωμένα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να κατανοούν τις λεπτομέρειες δικανικών αψιμαχιών. Για τους πολλούς, η ανταλλαγή περίπλοκων επιχειρημάτων ανάμεσα στην επιτροπή και στις υπηρεσίες μοιάζει τυπολατρική και νομικίστικη.
Όταν επιτέλους ξεκαθαρίσει η εικόνα, μπορεί να συζητηθεί και το αν θα προκηρύξει δημοψήφισμα η δημοτική πλειοψηφία, υπερβαίνοντας τον τύπο και εστιάζοντας στο πολιτικό διακύβευμα.