Δυτική Μακεδονία: διάλεκτοι και πραγματικά ζητήματα

Η διαμάχη για ένα τραγούδι στη Φλώρινα ανέδειξε κάτι διαφορετικό: η Ελλάδα απειλείται από την αδράνεια και την ανισότητα, και όχι από τις ντοπιολαλιές της.

Δυτική Μακεδονία: διάλεκτοι και πραγματικά ζητήματα
Εικόνα: Unsplash

Εκτός από τον Καποδίστρια του Γιάννη Σμαραγδή, το άλλο θέμα συζήτησης κατά την πρώτη εορταστική περίοδο αφορούσε τη διακοπή μιας μουσικής παράστασης στη Φλώρινα. Ο δήμαρχος Βασίλης Γιαννάκης παρενέβη, διότι έκρινε ότι ένα συγκεκριμένο τραγούδι της Banda Entopica εξέφραζε εκ Σκοπίων αλυτρωτισμό.

Φλώρινα: Δήμαρχος διέκοψε συναυλία λόγω σλαβόφωνου τραγουδιού

Η μουσική μας παράδοση περιέχει στίχους συχνά ακατάληπτους από τον σύγχρονο Έλληνα, ειδικά τον κάτοικο αστικών κέντρων. Αυτό προφανώς ισχύει για κομμάτια στα βλάχικα, στα πομάκικα, στα αρβανίτικα και στα μακεδονίτικα/εντόπια. Ισχύει όμως και για ποντιακούς χορούς και κρητικές μαντινάδες: όσοι δεν κατέχουν αυτές τις ντοπιολαλιές δύσκολα καταλαβαίνουν τι ακούνε. Ωστόσο, δεν παύουν να αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα του σημερινού πολιτισμού μας, και ορθώς διασώζονται. Μετά το ’90, τα χάλκινα της Φλώρινας αποτελούν υποχρεωτικό άκουσμα, ακόμη και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Από αυτή την άποψη, η ενέργεια του δημάρχου ήταν εσφαλμένη και άρα καταδικαστέα.

Τούτου λεχθέντος, η Δυτική Μακεδονία αποτελεί μια ξεχωριστή ελληνική περιφέρεια λόγω του πολιτικού παρελθόντος της. Εκεί έκλεισε το τελευταίο κεφάλαιο του Εμφυλίου, αφού οι δυνάμεις του ΔΣΕ εξάντλησαν κάθε πιθανότητα να κρατήσουν την περιοχή. Άλλωστε και οι βετεράνοι της περιόδου μαρτυρούσαν ότι εκεί έλαβαν χώρα οι πιο λυσσαλέες μάχες, ακόμη και βομβαρδισμοί με ναπάλμ. Σε εκείνη τη φάση, μεγάλο μέρος των ανταρτών (ίσως η πλειοψηφία τους) ήταν σλαβόφωνοι χωρίς ελληνική συνείδηση. Οι εν λόγω μαχητές πίστευαν ότι ο τόπος δεν έπρεπε να ανήκει στην Ελλάδα μα αλλού, και πολέμησαν γι αυτό. Τα τότε γεγονότα είναι απολύτως γνωστά στους σημερινούς Δυτικομακεδόνες.

Από το 1949 ως και τη δεκαετία του ’70, οι κρατικοί μηχανισμοί αντιμετώπισαν ως υπόπτους όλους τους δίγλωσσους, αναβιώνοντας προπολεμικές πρακτικές. Έχοντας διαδεχθεί τη Βουλγαρία, πλέον θεωρούνταν επικίνδυνη η επιρροή της Γιουγκοσλαβίας. Δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε το ρετσινόλαδο, όμως η χρήση της τοπικής βουλγαρικής διαλέκτου μπορούσε να οδηγήσει σε μπλεξίματα με τη χωροφυλακή. Πάντως τα εντόπια εξακολούθησαν να μιλιούνται, κυρίως στις μικρότερες αγροτικές κοινότητες. Τα τελευταία χρόνια, όσοι νέοι επιδιώκουν να τα μιλούν, το κάνουν για λόγους ταυτοτικούς και όχι αποσχιστικούς – χωρίς να λείπουν τα παρατράγουδα.

Εν είδει… τρολαρίσματος, σε πανηγύρια περιστασιακά παίζονται και τραγούδια που μιλούν για σκλαβωμένες Μακεδονίες. Αγνοώντας τα λόγια και τη σημασία τους, οι τυχόν… πρωτευουσιάνοι χορεύουν ανέμελοι, με τους γνώστες να τους περιγελούν. Ίσως λοιπόν ο δήμαρχος να αντέδρασε σε κάτι τέτοιο. Η πράξη του τον κατέστησε προσφιλή σε όσους δηλώνουν ευαίσθητοι γύρω από εθνικά θέματα, και αντιπαθή σε όσους εστιάζουν σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσο για τους πολλούς, αυτοί δεν αντιλήφθηκαν τα αίτια της έντασης.

Κατανοητή η ευαισθησία, αλλά η Ελλάδα δεν απειλείται ούτε από διαλέκτους ούτε από ονόματα κρατών. Η Ελλάδα απειλείται μόνο από τα δικά της ελλείμματα: από τις ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, από τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των πολιτών της, από την αμορφωσιά των νέων της, από το δημογραφικό. Οι Δυτικομακεδόνες δεν πρόκειται να αλλάξουν συνείδηση επειδή άκουσαν ένα οποιοδήποτε μοιρολόι. Αυτό που τώρα τους πονά είναι οι συνέπειες της αποβιομηχάνισης μετά την «πράσινη μετάβαση». Τους πονάνε οι χαμένες καλοπληρωμένες δουλειές στα ορυχεία και γύρω από αυτά. Η περιοχή υποφέρει από καρκίνο και λαμβάνει ασπιρίνες.