Αυτά τα παιδιά φωνάζουν σιωπηλά

Η τραγωδία των δύο 17χρονων κοριτσιών δεν είναι ένα απλό αστυνομικό συμβάν. Αποκαλύπτει μια κοινωνία που μεγαλώνει παιδιά χωρίς ορίζοντες.

Αυτά τα παιδιά φωνάζουν σιωπηλά
unsplash

Προχθές το μεσημέρι, δύο κορίτσια 17 ετών ανέβηκαν σε μια ταράτσα στην Ηλιούπολη, έχοντας λάβει την πιο δύσκολη απόφαση που μπορεί να ληφθεί. Η μία έφυγε για πάντα. Η άλλη δίνει μάχη για τη ζωή της. Πίσω άφησαν μόνο ένα ευγενικό και καλογραμμένο σημείωμα: λίγες γραμμές απόγνωσης, χωρίς συναισθηματικές υπερβολές. Η πιο σκληρή λεπτομέρεια; Δεν είχαν δώσει σημάδια στα στενά τους πρόσωπα. Το σκέφτηκαν, το μοιράστηκαν μεταξύ τους, το προετοίμασαν, το έκαναν.

Ως συλλογική συνείδηση, είναι πανεύκολο να ξεπεράσουμε το τραγικό γεγονός, μιλώντας αφοριστικά για «ψυχολογικά προβλήματα», για «εξαιρέσεις», για κάτι που συνέβη σε αγνώστους. Είναι βολικό, καθώς μας απαλλάσσει από το να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Την ίδια στιγμή, ολοένα περισσότερα παιδιά εκρήγνυνται ή στεγνώνουν ψυχικά· η -φανερή- αύξηση κοριτσίστικων αυτοκτονιών και βιαιοπραγιών από κορίτσια είναι χαρακτηριστική. Άλλα λοιπόν στρέφονται στον εαυτό τους, άλλα στη βία, άλλα στην πλήρη απάθεια. Αν και εκ πρώτης όψεως διαφέρουν, όλες αυτές οι αντιδράσεις αποτελούν κραυγές.

Η σημερινή ελληνική νεολαία μεγάλωσε -κυρίως- μέσα στη μαυρίλα. Γεννήθηκε στα χρόνια της κρίσης. Είδε -βλέπει ακόμη- γονείς κουρασμένους, αγχωμένους, οικονομικά εξαντλημένους. Από μικρή ηλικία άκουγε συνεχώς λέξεις όπως χρέη, εισπρακτικές, ανεργία, λογαριασμοί, ανασφάλεια, ζόρι. Έπειτα ήρθε η πανδημία και η εφηβεία τους κλείστηκε μέσα σε τέσσερις τοίχους. Και τώρα, έχουν μπροστά τους έναν κόσμο αβέβαιο, δύσκολο, ίσως τρομακτικό.

Σε πάρα πολλά από τα σημερινά παιδιά, η ύπαρξη αυτή καθαυτή δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως προσδοκία ευτυχίας. Παρουσιάστηκε ως διαρκής αγώνας επιβίωσης, δίχως νόημα. Παρουσιάστηκε σαν προσπάθεια να ζεις, απλώς για να ζεις. Ένα μέλλον χαμηλών προσωπικών προοπτικών, τεχνολογικής κυριαρχίας και πολιτικής αναστάτωσης λογικό είναι να τα απογοητεύει, να τα πανικοβάλλει.

Αγνοώντας πώς προσλαμβάνουν την -τόσο απρόβλεπτη πια- πραγματικότητα, έχουμε ρίξει τα ελληνόπουλα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα εξουθενωτικό και παρωχημένο. Κάθε μέρα, επτά ώρες στο θρανίο (όταν οι εκπαιδευτικοί δεν απουσιάζουν), σχεδόν άλλες τόσες σε φροντιστήρια, και αποστήθιση, εξετάσεις, άγχος στα όρια του πανικού. Ανάγνωση πολλή, ψυχική μέριμνα ελάχιστη.

Μέσα στην εφηβική παραζάλη, τα πιέζουμε να προετοιμάσουν άμεσα το μέλλον τους, όταν εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να περιγράψουμε τον κόσμο σε δέκα χρόνια. Τους ζητάμε να πορεύονται με βεβαιότητες σε εποχή ρευστότητας. Ουσιαστικά τους ζητάμε να ωριμάσουν γρήγορα για το καλό τους, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι το βάρος της ωριμότητας τους φαίνεται ασήκωτο.

Ωστόσο οι ευθύνες μας ως γονείς και κοινωνία δεν εξαντλούνται στο σχολείο. Μεγαλώνουμε παιδιά υπερπροστατευμένα μα όχι δυνατά. Τα φοβίζουμε για κάθε κίνδυνο, ενώ δεν τους διδάσκουμε αντοχή. Τα νοιαζόμαστε πολύ, όμως συχνά δεν τα ακούμε όσο θα έπρεπε. Μεγαλώνουμε αγόρια και κορίτσια φοβικά, άτολμα να πάρουν αποφάσεις επειδή φοβούνται το οποιοδήποτε λάθος. Αγόρια και κορίτσια άνευρα και αδιάφορα, ανήμπορα μπροστά στις -αναμενόμενες- δυσκολίες της ζωής.

Τριγύρω, social media τα βομβαρδίζουν καθημερινά με εθιστικό content: σώματα τέλεια, βίος πολυτελής, δύναμη εύκολη, ευτυχία άκοπη και μόνιμη. Καμία σχέση με την αλήθεια: μισθός χαμηλός, ενοίκιο ακριβό, οικογένεια πιεσμένη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μελαγχολία καθίσταται αναπόδραστη· αν έχεις μάθει ότι η ευτυχία ορίζεται από influencers, δύσκολα βρίσκεις χαρά σε έναν καφέ στη γειτονιά, σε μια βόλτα στο δάσος, σε ένα ηλιοβασίλεμα, σε μια αγκαλιά, σε ένα φιλί, σε οποιαδήποτε ανθρώπινη στιγμή.

Αυτά τα παιδιά είναι το κοινό μας μέλλον. Τι θα κάνουμε επιτέλους για τα τόσο μπερδεμένα παιδιά μας; Τι μπορούμε να κάνουμε;