Απαγόρευση social media για ανήλικους: αναγκαία αλλά δύσκολη

Η Ευρώπη δείχνει τον δρόμο για τον περιορισμό των social media στους ανήλικους· το ζήτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να τον ακολουθήσει στην πράξη.

Απαγόρευση social media για ανήλικους: αναγκαία αλλά δύσκολη

Το ερώτημα αν η Ελλάδα θα προχωρήσει σε απαγόρευση των social media για ανήλικους μέσα στο 2026 δεν είναι πλέον θεωρητικό. Το μέτρο, που μόλις εφαρμόστηκε στην Ισπανία μετά την Αυστραλία, αφορά παιδιά έως 15 ετών και υποστηρίζεται, παραδόξως, από τους ίδιους τους νέους. Το επιβεβαιώνουν ακόμη και μικρά τοπικά γκάλοπ: χαρακτηριστικό εκείνο του The Opinion στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, όπου σχεδόν κανείς δεν υπερασπίστηκε την ελεύθερη χρήση των εν λόγω μέσων.

Η Ισπανία απαγορεύει τα social media στα παιδιά κάτω των 16 ετών

Η παραπάνω στάση αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα: η γενιά που μεγάλωσε τόσο πολύ μπροστά σε οθόνη δείχνει να αντιλαμβάνεται το βάρος της εξάρτησης. Οι ευθύνες φυσικά ανήκουν πρωτίστως στους γονείς· σε όσους -λόγω καλής πρόθεσης ή απλής κόπωσης- έδωσαν το κινητό για να κρατήσουν τα παιδιά απασχολημένα. Όμως το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό σε αμέτρητα παιδιά: ασταθής σκέψη, μειωμένη συγκέντρωση, πτωχή ενσυναίσθηση, αδυναμία να κατανοήσουν ουσιώδη ή σύνθετα ζητήματα.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν παράγουν γνώση, μόνο κατανάλωση. Προσφέρουν άμεση ανταμοιβή, αλλά καμία δεξιότητα, εκτός ίσως από την ταχύτητα των δακτύλων στο πληκτρολόγιο. Καλλιέργεια, κριτική σκέψη, διάθεση για μάθηση ή αναστοχασμό δεν γεννιούνται σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία ρέει εκτός πλαισίου και η προσοχή εξαντλείται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Ωστόσο το χειρότερο είναι η υποκατάσταση της πραγματικότητας. Η νεολαία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε κόσμους ψευδών εντυπώσεων, όπου τα emoticons αντικαθιστούν τη γλώσσα και τα likes τη συναισθηματική επαφή. Η γραφή περιορίζεται σε ιδεογράμματα, η σκέψη σε ατάκες, η αμοιβαία επικοινωνία σε φράσεις δίχως περιεχόμενο. Και όλα αυτά, με αντάλλαγμα τον αδιάκοπο βομβαρδισμό διαφημίσεων.

Μέσα σε τούτο το τοπίο, η διάδοση ψευδών ειδήσεων καθίσταται σχεδόν αναπόφευκτη. Οι νέοι τις αποδέχονται χωρίς φίλτρο, όπως παθητικά αποδέχονται κάθε «τεχνολογική αλήθεια» ενός βίντεο ή chatbot. Ο συνδυασμός ΜΚΔ και fake news δεν αλλοιώνει μόνο την ενημέρωση, μα διαμορφώνει και πολιτικές συνειδήσεις. Ενθαρρύνει τον άκρατο ατομικισμό, αποσυνθέτει τη συλλογική συνείδηση, παράγει έναν πολτό εύπλαστο, δεκτικό σε κάθε μορφή προπαγάνδας.

Ίσως γι αυτό κυβερνήσεις της Κεντροαριστεράς εμφανίζονται πιο πρόθυμες να επιβάλουν περιορισμούς, ρισκάροντας το φιλελεύθερο προφίλ τους· νιώθουν πως η διαδικτυακή ρητορική της Ακροδεξιάς κερδίζει τη νέα γενιά σε επίπεδο εικόνας και συναισθηματικής επαφής. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η υπεράσπιση της «απόλυτης ελευθερίας του διαδικτύου» από το κίνημα MAGA στις ΗΠΑ, ούτε η συμπόρευση ανησυχητικά μεγάλου μέρους της Silicon Valley με αυτό.

Πάντως όποια και αν είναι τα πολιτικά κίνητρα, η ουσία παραμένει: μια υγιής κοινωνία δεν μπορεί να ανεχθεί άλλο την ανεξέλεγκτη επιρροή των μέσων αυτών πάνω σε ανήλικους. Χρειάζονται όρια και -κυρίως- πολιτική βούληση να εφαρμοστούν.

Το δύσκολο λοιπόν δεν θα είναι η νομοθέτηση της απαγόρευσης αλλά η επιβολή της, με ευθύνη όχι μόνο των γονέων. Η σχετικά πρόσφατη εμπειρία της πολλά υποσχόμενης πανεπιστημιακής αστυνομίας είναι διδακτική: ένα -θεωρητικά- ορθό μέτρο, ακυρωμένο στην πράξη.

Ακόμη και σήμερα, αν και το άσυλο έχει τυπικά καταργηθεί, μολότοφ εξακολουθούν να αποθηκεύονται μέσα σε πανεπιστήμια, υπό τη σιωπηρή ανοχή πρυτανικών αρχών. Το διαπίστωσαν οδυνηρά όσοι είδαν τα αυτοκίνητα τους να καίγονται το βράδυ της Παρασκευής, ακριβώς έξω από τον περίβολο του ΑΠΘ. Θα έχει την ίδια μοίρα και η κυοφορούμενη  απαγόρευση των ΜΚΔ;