Το ισλανδικό «όχι» και το μόνιμο κοινωνικό ρήγμα της Ευρώπης

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της Ισλανδίας φωτίζει ένα επίμονο κοινωνικό και χωρικό χάσμα όσον αφορά την Ευρώπη

Το ισλανδικό «όχι» και το μόνιμο κοινωνικό ρήγμα της Ευρώπης
UNSPLASH

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της Ισλανδίας φωτίζει ένα επίμονο κοινωνικό και χωρικό χάσμα όσον αφορά την Ευρώπη. Όσο η ενοποίηση κερδίζει τις μητροπόλεις και δυσκολεύεται να πείσει την κοινωνική περιφέρεια, ο ευρωσκεπτικισμός θα παραμένει πολιτικά ανθεκτικός και κάποιες φορές και κυρίαρχος

Το 52,8% των Ισλανδών που απέρριψε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση στέρησε από τις Βρυξέλλες μια πολιτικά πολύτιμη επιτυχία σε μια περίοδο κατά την οποία η διεύρυνση έχει επιστρέψει στο κέντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η Ισλανδία αποτελούσε μια σχεδόν ιδανική υποψήφια χώρα. Είναι εύπορη και ώριμη δημοκρατία, συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη Σένγκεν, εφαρμόζει ήδη μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου και είχε και άλλοτε προχωρήσει σημαντικά στις παλαιότερες ενταξιακές της συνομιλίες. Μια επιστροφή της θα επέτρεπε στην ΕΕ να αποδείξει ότι παραμένει ελκυστική ακόμη και για χώρες που ευημερούν εκτός πλήρους ένταξης.

Οι Ισλανδοί αρνήθηκαν ακόμη και την έναρξη της διαπραγμάτευσης, γνωρίζοντας ότι θα είχαν ξανά τον τελευταίο λόγο. Αυτό δείχνει πόσο ισχυρή παραμένει η προτίμηση για το υφιστάμενο καθεστώς, όταν μια κοινωνία αισθάνεται ότι απολαμβάνει ήδη αρκετά από τα πλεονεκτήματα της Ευρώπης χωρίς να έχει μεταφέρει το σύνολο των κρίσιμων αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες.

Η παλιά και γνώριμη γεωγραφία της ευρωπαϊκής δυσπιστίας

Από τα εκλογικά αποτελέσματα, τα συμπεράσματα από την κοινωνική και γεωγραφική κατανομή της ψήφου παρουσιάζουν ίσως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το κέντρο του Ρέικιαβικ κινήθηκε περισσότερο προς το «ναι», ενώ η περιφέρεια, οι μικρότερες κοινότητες και οι περιοχές με ισχυρότερη παρουσία της αλιείας και της πρωτογενούς παραγωγής έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στο «όχι». Από τις έρευνες της κοινής γνώμης επίσης, είχε διαφανεί πως η υψηλότερη εκπαίδευση συνδεόταν σε σημαντικό βαθμό με θετικότερη στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Η εικόνα αυτή είναι εξαιρετικά γνώριμη, ακολουθώντας ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Στη Γαλλία εμφανίστηκε ήδη στο δημοψήφισμα του 1992 για το Μάαστριχτ και εντονότερα το 2005, όταν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα καταψηφίστηκε από μεγάλα τμήματα των εργατικών κατηγοριών, των ανέργων και της περιφέρειας. Το Brexit έκανε το ίδιο ρήγμα ακόμη πιο ορατό, καθώς το Λονδίνο και οι πανεπιστημιακές πόλεις στήριξαν περισσότερο το Remain, την ώρα που μεγάλο μέρος της αγγλικής επαρχίας και περιοχές με ιστορικό αποβιομηχάνισης επέλεξαν το Leave.

Οι κοινωνίες διαφέρουν και οι επιμέρους αιτίες αλλάζουν, ωστόσο το κοινό στοιχείο βρίσκεται στο ποιος αισθάνεται ότι κερδίζει δυνατότητες από την ενοποίηση και από την άλλη ποιος φοβάται ότι χάνει έλεγχο πάνω στις αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή του. Και σχεδόν όλες τις φορές το αποτέλεσμα κρίνεται ακριβώς στο ποια από τα δύο συναισθήματα θα επικρατήσει.

Όταν η Ενωμένη Ευρώπη βιώνεται ως απόσταση

Η αλιεία στην Ισλανδία εξηγεί καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρία τον μηχανισμό της ευρωσκεπτικιστικής επιφύλαξης. Για τους Ισλανδούς αφορά το τοπικό εισόδημα και έναν φυσικό πόρο που συνδέεται ιστορικά με την εθνική κυριαρχία. Η πιθανή υπαγωγή του σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης μετέτρεψε τη συζήτηση σε ερώτημα για το ποιος αποφασίζει για κάτι ήδη δικό τους.

Εδώ συναντώνται διαφορετικές ευρωπαϊκές εμπειρίες, καθώς ο Ισλανδός ψαράς που φοβάται την απώλεια ελέγχου στα αλιευτικά του δικαιώματα, ο Γάλλος εργάτης που το 2005 ανησυχούσε για το κοινωνικό μοντέλο και ο Βρετανός ψηφοφόρος που το 2016 συνέδεσε το Brexit με την εθνική κυριαρχία ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, όμως μοιράζονται την ίδια και κοινή αμφιβολία για την απόσταση ανάμεσα στον πολίτη και στο επίπεδο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Και ψηφίζουν με τον ίδιο τρόπο, απορριπτικά.

Από την άλλη πλευρά, για τον κάτοικο μιας δυναμικής μητρόπολης η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διευρύνει συχνά τις επιλογές σπουδών, εργασίας και μετακίνησης, ενώ για τον πολίτη μιας περιοχής που υποχωρεί οικονομικά, η ίδια διαδικασία μπορεί να εμφανίζεται κυρίως μέσα από περιορισμούς, κόστος προσαρμογής και συμμόρφωση σε αποφάσεις που έρχονται από μακριά.

Πώς και γιατί η κυριαρχική δεξιά κατέλαβε το κοινωνικό κενό

Η σημερινή ευρωσκεπτικιστική δεξιά δεν δημιούργησε αυτό το ρήγμα, όμως κατόρθωσε να του δώσει κοινή πολιτική γλώσσα. Στη Γαλλία του 2005 σημαντικό τμήμα του «όχι» προερχόταν από την Αριστερά και εξέφραζε φόβους για την κοινωνική προστασία και τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Σήμερα πολλές από τις ίδιες κοινωνικές κατηγορίες αποτελούν εκλογικό ακροατήριο του Rassemblement National. Στη Γερμανία, το AfD αντλεί ιδιαίτερη δύναμη από περιοχές που αισθάνονται οικονομικά ή πολιτικά απομακρυσμένες από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η κυριαρχική δεξιά συνέδεσε την οικονομική ανασφάλεια με την εθνική ταυτότητα, τη μετανάστευση και την αίσθηση ότι τα παραδοσιακά κόμματα έχουν χάσει τη δυνατότητα να προστατεύσουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Η κριτική στις Βρυξέλλες έγινε έτσι όχημα ευρύτερης κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Αυτό εξηγεί γιατί τα υψηλά συνολικά ποσοστά γενικής υποστήριξης προς την ΕΕ δεν εξουδετερώνουν τον ευρωσκεπτικισμό, επειδή δεν είναι αντιφατικό ένας πολίτης να μπορεί να θεωρεί θετική τη γενική συμμετοχή της χώρας του στην Ένωση και να απορρίπτει την επόμενη μεταφορά αρμοδιοτήτων.

Η απάντηση βρίσκεται στην ουσία, όχι στην επικοινωνία.

Το σοβαρότερο λάθος για τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις θα ήταν να αντιμετωπίσουν αυτή τη δυσπιστία ως αποτέλεσμα άγνοιας που θα υποχωρήσει με περισσότερη ενημέρωση. Ένας αγρότης που θεωρεί ότι οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις συμπιέζουν το εισόδημά του χρειάζεται οικονομική απάντηση, ενώ μια βιομηχανική περιοχή που χάνει θέσεις εργασίας χρειάζεται επενδύσεις και νέες παραγωγικές δυνατότητες. Επίσης μια μικρή πόλη που χάνει νέους κατοίκους χρειάζεται υπηρεσίες, μεταφορές και προοπτική.

Η πολιτική συνοχής αποκτά εδώ βαθύτερη σημασία, επειδή χρειάζεται να λειτουργεί ως εργαλείο πολιτικής επανασύνδεσης των περιοχών που αισθάνονται πως η ανάπτυξη συγκεντρώνεται στις μητροπόλεις και ότι οι ίδιες καλούνται κυρίως να προσαρμοστούν στις επιλογές άλλων.

Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις χρειάζεται επίσης να ανακτήσουν την έννοια της κυριαρχίας. Στον σημερινό κόσμο, η πραγματική ισχύς ενός κράτους εξαρτάται και από την ικανότητά του να αντιμετωπίζει τεχνολογικούς κολοσσούς, οικονομικές υπερδυνάμεις, ενεργειακές εξαρτήσεις και στρατιωτικές απειλές. Η κοινή ευρωπαϊκή δράση μπορεί να αυξήσει αυτή τη δύναμη, όταν συνοδεύεται από δημοκρατική λογοδοσία και σαφή όρια στις αρμοδιότητες που χρειάζεται πράγματι να ασκούνται από κοινού.

Η Ευρώπη θα πρέπει να κερδίσει εκεί όπου δυσκολεύεται περισσότερο

Το ισλανδικό αποτέλεσμα ενισχύει και τη συζήτηση για μια Ευρώπη διαφορετικών βαθμών συμμετοχής. Η Ισλανδία δείχνει ότι μια χώρα μπορεί να βρίσκεται βαθιά μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομική και θεσμική αρχιτεκτονική χωρίς πλήρη ένταξη. Το ίδιο ερώτημα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η αποτίμηση του Brexit έχει μετακινηθεί αισθητά και η πλήρης επιστροφή εξακολουθεί να συνοδεύεται από πολιτικές δυσκολίες.

Η Ευρώπη θα χρειαστεί ισχυρότερη κοινή άμυνα, μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια και ικανότητα να ανταγωνίζεται τις μεγάλες δυνάμεις. Η δημοκρατική νομιμοποίηση αυτών των βημάτων θα εξαρτηθεί από το αν θα κερδίσει ξανά εκείνους που αισθάνονται ότι η ενοποίηση έχει προχωρήσει περισσότερο από τη δική τους δυνατότητα να συμμετέχουν στα οφέλη της.

Οι μητροπόλεις και τα δυναμικά κοινωνικά στρώματα μπορεί να έχουν ήδη σε μεγάλο βαθμό κερδηθεί, όμως πλέον η πραγματική πολιτική μάχη βρίσκεται στις μικρότερες πόλεις, στην ύπαιθρο, στις περιοχές που γνώρισαν παραγωγική υποχώρηση, με τους πολίτες τους να βλέπουν τη σύγχρονη οικονομία να αλλάζει γρηγορότερα από όσο μπορούν να προσαρμοστούν.

Αν οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις συνεχίσουν να απευθύνονται κυρίως στους ήδη πεπεισμένους, ο ευρωσκεπτικισμός θα διατηρεί μόνιμο κοινωνικό απόθεμα πολιτικής ισχύος και σε μια συγκυρία κρίσης να κερδίζει κιόλας. Αν από την άλλη, καταφέρουν να συνδέσουν την ενοποίηση με απτά αποτελέσματα στην ασφάλεια, την οικονομική προοπτική και την ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή, μπορούν να αλλάξουν και τη γεωγραφία της ευρωπαϊκής συναίνεσης.

Το ισλανδικό «όχι» υπενθυμίζει ότι το πραγματικό όριο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βρίσκεται στις κοινωνίες που φοβούνται ότι μαζί με περισσότερη Ευρώπη αποκτούν λιγότερο έλεγχο πάνω στο δικό τους μέλλον.