Θεσσαλονίκη, Ryanair και Fraport: Μια σύγκρουση που ξεπερνά τα αεροπορικά τέλη

Η κρίση γύρω από τη βάση της Ryanair στο Αεροδρόμιο Μακεδονία αποκαλύπτει τα όρια του ελληνικού μοντέλου αερομεταφορών

Θεσσαλονίκη, Ryanair και Fraport: Μια σύγκρουση που ξεπερνά τα αεροπορικά τέλη
Unsplash

Η κρίση γύρω από τη βάση της Ryanair στο Αεροδρόμιο Μακεδονία αποκαλύπτει τα όρια του ελληνικού μοντέλου αερομεταφορών και το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην ιδιωτική επένδυση, τον ανταγωνισμό και την περιφερειακή ανάπτυξη

Η πιθανότητα αποχώρησης της Ryanair από τη βάση της στο Αεροδρόμιο Μακεδονία δεν αφορά μόνο μια εμπορική διαφωνία ανάμεσα σε μια αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους και τον διαχειριστή ενός αεροδρομίου. Στην πραγματικότητα, συμπυκνώνει μια σειρά από ευρύτερες αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν πλέον το ευρωπαϊκό μοντέλο αερομεταφορών, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περιφερειακής ανάπτυξης. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σήμερα στο σημείο όπου συναντώνται τρεις διαφορετικές λογικές. Η πρώτη αφορά τη στρατηγική των low cost carriers, οι οποίοι λειτουργούν με ακραία ευαισθησία ως προς το κόστος. Η δεύτερη αφορά τη λογική των ιδιωτικών παραχωρήσεων υποδομών, που στηρίζονται στην ανάγκη απόδοσης επενδυμένου κεφαλαίου. Η τρίτη σχετίζεται με την ανάγκη μιας περιφέρειας να διατηρήσει διεθνή συνδεσιμότητα και οικονομική δυναμική σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό βαλκανικό περιβάλλον.

Για περισσότερο από μία δεκαετία, η παρουσία της Ryanair στη Θεσσαλονίκη συνέβαλε καθοριστικά στη μεταβολή της εικόνας της πόλης ως τουριστικού προορισμού. Η πόλη απέκτησε απευθείας συνδέσεις με αγορές που παλαιότερα ήταν είτε ακριβές είτε δυσπρόσιτες, ενώ δημιουργήθηκε ένα σταθερό ρεύμα city break τουρισμού, το οποίο βοήθησε σημαντικά την τοπική οικονομία, ιδιαίτερα σε περιόδους χαμηλής εποχικότητας. Παράλληλα, η επέκταση των low cost πτήσεων αύξησε τη διεθνή κινητικότητα φοιτητών, επαγγελματιών και επισκεπτών που κινούνται με περιορισμένο ταξιδιωτικό προϋπολογισμό. Το Αεροδρόμιο Μακεδονία έπαψε να λειτουργεί αποκλειστικά ως περιφερειακή πύλη της Βόρειας Ελλάδας και μετατράπηκε σταδιακά σε κόμβο με ευρύτερη βαλκανική ακτινοβολία.

Αυτή ακριβώς η επιτυχία, ωστόσο, δημιουργεί σήμερα τη βάση της σύγκρουσης. Η Fraport Greece θεωρεί ότι το αεροδρόμιο έχει πλέον αποκτήσει αυξημένη εμπορική αξία και ότι οι μεγάλες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δικαιολογούν ένα διαφορετικό επίπεδο χρεώσεων. Από την πλευρά της Ryanair, η αύξηση του λειτουργικού κόστους ακουμπά τον πυρήνα του επιχειρηματικού της μοντέλου. Οι low cost εταιρείες δεν λειτουργούν με τη λογική της παραδοσιακής αεροπορίας, όπου το εμπορικό κύρος ενός αεροδρομίου ή η γεωπολιτική σημασία ενός προορισμού αρκούν για να διατηρηθούν δρομολόγια. Η ύπαρξη μιας βάσης εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από αριθμητικά δεδομένα, από το ύψος των τελών, από τα incentives και από τη δυνατότητα επίτευξης υψηλών πληροτήτων με χαμηλό λειτουργικό κόστος.

Η Θεσσαλονίκη μέσα στον βαλκανικό ανταγωνισμό

Στη δημόσια συζήτηση συχνά παραβλέπεται ότι το Αεροδρόμιο Μακεδονία δεν λειτουργεί σε κενό αέρος. Η Θεσσαλονίκη ανταγωνίζεται πλέον άμεσα άλλα αεροδρόμια της περιοχής, τα οποία διεκδικούν αεροπορική κίνηση, τουρισμό και επενδύσεις. Η Σόφια, τα Τίρανα και τα Σκόπια εφαρμόζουν επιθετικές πολιτικές προσέλκυσης αεροπορικών εταιρειών, προσφέροντας χαμηλά τέλη και ειδικά κίνητρα για νέα δρομολόγια. Σε αυτό το περιβάλλον, μια μεγάλη μείωση της παρουσίας της Ryanair θα μπορούσε να οδηγήσει μέρος της επιβατικής κίνησης προς ανταγωνιστικά hubs, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους ταξιδιώτες χαμηλού κόστους και τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Βόρεια Ελλάδα, καθώς η αεροπορική συνδεσιμότητα δεν επηρεάζει μόνο τον τουρισμό. Επηρεάζει επίσης την ελκυστικότητα μιας πόλης για επενδύσεις, συνέδρια, τεχνολογικές δραστηριότητες και διεθνείς συνεργασίες. Η Θεσσαλονίκη επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να αποκτήσει πιο αναβαθμισμένο οικονομικό ρόλο στα Βαλκάνια, αξιοποιώντας την παρουσία πανεπιστημίων, τεχνολογικών εταιρειών και διαμετακομιστικών υποδομών. Για να υποστηριχθεί όμως μια τέτοια στρατηγική απαιτείται υψηλή συνδεσιμότητα και ανταγωνιστικό κόστος μετακίνησης.

Από αυτή την άποψη, η συζήτηση γύρω από τη Ryanair ξεπερνά τα στενά όρια της αεροπορικής αγοράς. Αφορά το κατά πόσο η Θεσσαλονίκη μπορεί να διατηρήσει τη θέση της ως μητροπολιτικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε μια περίοδο όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ περιφερειακών πόλεων γίνεται όλο και πιο έντονος. Αν η πόλη χάσει σημαντικό μέρος των low cost συνδέσεών της, το κόστος θα φανεί σταδιακά και όχι μόνο στους αριθμούς του αεροδρομίου. Θα φανεί στην τουριστική οικονομία, στις επαγγελματικές μετακινήσεις και στη συνολική εξωστρέφεια της περιοχής.

Την ίδια στιγμή, η Fraport έχει ισχυρά επιχειρήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η αναβάθμιση του αεροδρομίου άλλαξε ριζικά την ποιότητα των υποδομών και δημιούργησε μια διαφορετική εμπειρία για επιβάτες και αεροπορικές εταιρείες. Οι ιδιωτικές παραχωρήσεις βασίζονται ακριβώς στην παραδοχή ότι οι επενδυτές θα μπορούν να αποκομίσουν κέρδος μέσα από την ανάπτυξη των υποδομών που διαχειρίζονται. Αν κάθε φορά που εμφανίζεται πίεση από έναν μεγάλο πελάτη ενεργοποιείται πολιτική παρέμβαση για τεχνητή μείωση χρεώσεων, τότε υπονομεύεται το ίδιο το πλαίσιο της παραχώρησης.

Το όριο της κρατικής παρέμβασης

Εδώ βρίσκεται και η πιο σύνθετη πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Οι φορείς της Θεσσαλονίκης ζητούν από την κυβέρνηση να παρέμβει ώστε να αποτραπεί η αποχώρηση της Ryanair, επικαλούμενοι τις θέσεις εργασίας και τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις. Το αίτημα είναι εύλογο σε επίπεδο τοπικής πολιτικής πίεσης, όμως η πρακτική δυνατότητα του κράτους να επιβάλει λύση είναι αρκετά περιορισμένη.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να υποχρεώσει έναν ιδιωτικό διαχειριστή να αλλάξει την εμπορική πολιτική του, ιδιαίτερα όταν υπάρχει μακροχρόνια σύμβαση παραχώρησης. Μια επιθετική κρατική παρέμβαση θα δημιουργούσε ανησυχία για τη σταθερότητα του επενδυτικού πλαισίου και θα έστελνε αρνητικό μήνυμα σε διεθνείς επενδυτές υποδομών. Επιπλέον, οποιαδήποτε στοχευμένη κρατική ενίσχυση προς μία συγκεκριμένη αεροπορική εταιρεία θα μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα σε επίπεδο ευρωπαϊκού ανταγωνισμού.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κράτος οφείλει να παραμείνει παθητικός παρατηρητής. Υπάρχουν μορφές παρέμβασης που είναι συμβατές με μια οικονομικά φιλελεύθερη προσέγγιση και δεν αλλοιώνουν τη λειτουργία της αγοράς. Η σημαντικότερη αφορά τη δημιουργία ενός σταθερού και διαφανούς πλαισίου κινήτρων, το οποίο θα ισχύει για όλες τις αεροπορικές εταιρείες με αντικειμενικά κριτήρια. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να περιλαμβάνει μειωμένα τέλη για νέες γραμμές, ειδικά χειμερινά incentives και κίνητρα που συνδέονται με την αύξηση επιβατικής κίνησης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα κίνητρα αυτά θα πρέπει να είναι ανοιχτά σε κάθε εταιρεία που επιθυμεί να επενδύσει στη Θεσσαλονίκη και όχι προϊόν ειδικής διαπραγμάτευσης με έναν μόνο αερομεταφορέα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση μπορεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στις δύο πλευρές, χωρίς να επιχειρήσει να επιβάλει διοικητικές λύσεις. Σε πολλές ευρωπαϊκές περιπτώσεις, τέτοιες κρίσεις αποκλιμακώθηκαν μέσα από πολυετείς συμφωνίες σταθερότητας, οι οποίες έδιναν στις αεροπορικές προβλεψιμότητα ως προς τα τέλη, ενώ εξασφάλιζαν στα αεροδρόμια συγκεκριμένους στόχους επιβατικής ανάπτυξης.

Η ανάγκη για ένα εν γένει διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης

Πίσω από τη σημερινή κρίση υπάρχει τελικά ένα βαθύτερο ζήτημα στρατηγικής. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο αεροπορικής ανάπτυξης, το οποίο δεν θα εξαρτάται υπερβολικά από μία μόνο low cost εταιρεία. Η Ryanair προσέφερε τεράστια ώθηση στην εξωστρέφεια της πόλης, όμως το επιχειρηματικό της μοντέλο βασίζεται στη συνεχή πίεση για χαμηλότερο κόστος και στην ταχύτατη αναδιάρθρωση δρομολογίων όταν οι οικονομικοί όροι αλλάζουν. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πόλη στηρίζεται υπερβολικά σε έναν τέτοιο παίκτη παραμένει ευάλωτη.

Η μακροπρόθεσμη λύση για το Αεροδρόμιο Μακεδονία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διαρκή διαπραγμάτευση για τα τέλη. Χρειάζεται ευρύτερη στρατηγική που θα ενισχύει τη συνολική ζήτηση για τη Θεσσαλονίκη, θα προσελκύει περισσότερες αεροπορικές εταιρείες και θα επεκτείνει την τουριστική και επιχειρηματική δραστηριότητα σε όλη τη διάρκεια του έτους. Μόνο έτσι η πόλη θα αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις πιέσεις της αγοράς.

Η τρέχουσα σύγκρουση ανάμεσα στη Ryanair και τη Fraport λειτουργεί τελικά ως υπενθύμιση ότι οι υποδομές, οι επενδύσεις και η περιφερειακή ανάπτυξη δεν ακολουθούν πάντα παράλληλες διαδρομές. Συχνά παράγουν ανταγωνιστικά συμφέροντα, τα οποία απαιτούν λεπτές ισορροπίες και στρατηγική σκέψη. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σήμερα ακριβώς μπροστά σε μια τέτοια δοκιμασία, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.