Ομιλία Μητσοτάκη στο Συνέδριο της ΝΔ: Από τη «σταθερότητα» στη «νέα εθνική αφήγηση»

Ομιλία Μητσοτάκη στο Συνέδριο της ΝΔ: Από τη «σταθερότητα» στη «νέα εθνική αφήγηση»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Πώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε στο 16ο Συνέδριο της ΝΔ να συνδέσει τον εκσυγχρονισμό, την ιδεολογική ταυτότητα και τον λαϊκό χαρακτήρα της παράταξης σε ένα νέο πολιτικό σχέδιο με ορίζοντα το 2030

Το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στο Metropolitan Expo είχε ασφαλώς οργανωτικά και κομματικά χαρακτηριστικά, όμως η εναρκτήρια ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη ξεπέρασε τα στενά όρια μιας εσωτερικής κομματικής διαδικασίας. Η συνολική αρχιτεκτονική της παρέπεμπε περισσότερο σε απόπειρα αναδιατύπωσης ενός συνολικού πολιτικού και εθνικού αφηγήματος για την επόμενη πενταετία παρά σε έναν τυπικό κυβερνητικό απολογισμό ή σε μια συμβατική επίδειξη κομματικής συσπείρωσης.

Αυτό που φάνηκε να επιχειρεί ο πρωθυπουργός ήταν κάτι αρκετά πιο σύνθετο. Από τη μία πλευρά επιδίωξε να επαναβεβαιώσει τη φυσιογνωμία της ΝΔ ως κόμματος εξουσίας με σαφή ιδεολογική συνέχεια. Από την άλλη, προσπάθησε να εντάξει τη σημερινή διακυβέρνηση σε μια μεγαλύτερη ιστορική αφήγηση κρατικού μετασχηματισμού, η οποία να υπερβαίνει τα στενά κομματικά όρια και να αποκτά χαρακτηριστικά εθνικού σχεδίου για την «Ελλάδα του 2030».

Η διπλή αυτή επιδίωξη εξηγεί γιατί στην ίδια ομιλία συνυπήρξαν οι αναφορές στον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην ιδρυτική διακήρυξη της ΝΔ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον λαϊκό χαρακτήρα της παράταξης, αλλά και σε ζητήματα τεχνητής νοημοσύνης, επενδύσεων, ενεργειακής γεωπολιτικής και ψηφιακού μετασχηματισμού. Για πρώτη φορά ίσως τόσο καθαρά επιχειρήθηκε η σύνδεση ενός τεχνοκρατικού αφηγήματος εκσυγχρονισμού με μια πιο ιστορική, συναισθηματική και ιδεολογική νομιμοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας.

Η ανάγκη επανανοηματοδότησης της τρίτης θητείας

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της ομιλίας ήταν ότι αποκάλυψε ένα βαθύτερο άγχος του κυβερνητικού στρατοπέδου. Η ΝΔ εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, όμως η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια σχεδόν αυτόματη επανάληψη της επικράτησης του 2023. Η κυβερνητική φθορά, η κοινωνική κόπωση, οι πιέσεις της ακρίβειας και οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις έχουν δημιουργήσει την ανάγκη ενός νέου νοήματος για τη συνέχιση της διακυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα, κάθε μακρόχρονη εξουσία φτάνει κάποια στιγμή σε ένα κρίσιμο σημείο όπου ο απολογισμός από μόνος του δεν αρκεί. Οι κυβερνήσεις χρειάζονται μια νέα υπόσχεση ιστορικής προοπτικής. Ο Μητσοτάκης φαίνεται να αναγνώρισε ακριβώς αυτή την ανάγκη. Γι’ αυτό και το συνέδριο λειτούργησε ως προσπάθεια μετάβασης από το αφήγημα της «διαχείρισης κρίσεων» προς μια αφήγηση «εθνικού μετασχηματισμού».

Η επιλογή του συνθήματος «Μαζί για την Ελλάδα του 2030» αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για επικοινωνιακή φόρμουλα. Αποτελεί προσπάθεια χρονικής και ιστορικής διεύρυνσης της κυβερνητικής θητείας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη που αλλάζει δομικά τη θέση της χώρας και όχι απλώς ως αποτελεσματικό διαχειριστή της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος παραμένει στη συλλογική μνήμη συνδεδεμένος με την ιδέα ενός κράτους που αποκτά στρατηγικό προσανατολισμό, θεσμική αναδιοργάνωση και γεωπολιτική αυτοπεποίθηση. Η επίκλησή του είχε σαφή στόχο να συνδέσει τη σημερινή περίοδο με προηγούμενες ιστορικές φάσεις όπου η Ελλάδα επιχείρησε να αλλάξει επίπεδο ως κράτος.

Η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή γίνεται από έναν πρωθυπουργό της κεντροδεξιάς. Ο Μητσοτάκης επιχείρησε με αυτόν τον τρόπο να διευρύνει το ιδεολογικό και ιστορικό βάθος της παράταξής του, παρουσιάζοντας τη ΝΔ ως τον σημερινό φορέα ενός ευρύτερου μεταρρυθμιστικού πατριωτισμού που υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της Μεταπολίτευσης.

Η επιστροφή της ιδεολογίας και η αναζήτηση κοινωνικής γείωσης

Παράλληλα όμως, το συνέδριο ανέδειξε και μια δεύτερη ανάγκη, ίσως εξίσου κρίσιμη. Την ανάγκη επανασύνδεσης της ΝΔ με τα πιο παραδοσιακά και λαϊκά χαρακτηριστικά της πολιτικής της ταυτότητας.

Η αναφορά στην ιδρυτική διακήρυξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και στην ιδεολογική καθαρότητα της παράταξης δεν αποτελούσε τυπική συνεδριακή αναφορά. Αντανακλούσε μια σαφή ανησυχία στο εσωτερικό της ΝΔ ότι η κυβερνητική φυσιογνωμία των τελευταίων ετών είχε αποκτήσει υπερβολικά τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά, τα οποία δυσκολεύονταν να δημιουργήσουν συναισθηματικό δεσμό με την κοινωνική βάση του κόμματος.

Αυτό εξηγεί γιατί η λέξη «λαϊκό» επανήλθε τόσο έντονα στον λόγο του πρωθυπουργού. Η ΝΔ επιχείρησε επί δεκαετίες να ισορροπήσει ανάμεσα στον φιλελεύθερο οικονομικό εκσυγχρονισμό και στη διατήρηση μιας ευρείας κοινωνικής και πατριωτικής εκπροσώπησης. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 2019, η έμφαση μετατοπίστηκε προς την αποτελεσματικότητα, την ψηφιοποίηση, τις αγορές και τη διεθνή αξιοπιστία. Αυτή η στρατηγική απέδωσε εκλογικά, όμως δημιούργησε παράλληλα την εικόνα ενός κόμματος αρκετά κοντά στις οικονομικές και τεχνοκρατικές ελίτ.

Ο Μητσοτάκης φαίνεται πλέον να αναγνωρίζει ότι η πολιτική κυριαρχία απαιτεί βαθύτερη κοινωνική και ιδεολογική γείωση. Γι’ αυτό και η επίκληση του λαϊκού χαρακτήρα της ΝΔ είχε σχεδόν αποκαταστατικό χαρακτήρα. Σαν να επιχειρούσε να υπενθυμίσει ότι η παράταξη εξακολουθεί να διεκδικεί την εκπροσώπηση των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων, πέρα από τα στενά όρια μιας μεταρρυθμιστικής ελίτ.

Η επιλογή αυτή έχει και σαφή εσωκομματική διάσταση. Η απουσία του Κώστα Καραμανλή, η πλήρης ρήξη με τον Αντώνη Σαμαρά και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις βουλευτών δημιούργησαν ένα υπόβαθρο αμφισβήτησης γύρω από τη φυσιογνωμία της παράταξης. Η αναφορά στις ιστορικές ρίζες της ΝΔ λειτούργησε έτσι και ως προσπάθεια επαναβεβαίωσης της ενότητας και της ιστορικής συνέχειας του κόμματος.

Η προσπάθεια συγκρότησης ενός νέου μεταρρυθμιστικού λαϊκού κέντρου

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ομιλίας ίσως βρίσκεται τελικά στη σύνθεση που επιχειρήθηκε. Ο Μητσοτάκης φαίνεται να επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού χώρου που θα συνδυάζει τον οικονομικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό με στοιχεία ιστορικής συνέχειας, κοινωνικής νομιμοποίησης και πατριωτικής αφήγησης.

Αυτή η σύνθεση δεν είναι εύκολη. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι πολλά κεντροδεξιά κόμματα δυσκολεύτηκαν τα τελευταία χρόνια να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και στις κοινωνικές ανασφάλειες που αυτή προκαλεί. Όπου το πολιτικό σύστημα απέτυχε να δημιουργήσει αυτή τη σύνθεση, αναπτύχθηκαν ισχυρές αντισυστημικές ή λαϊκιστικές δυναμικές.

Η ΝΔ επιχειρεί τώρα να προλάβει αυτή την εξέλιξη μέσα από μια νέα πολιτική αφήγηση. Το κράτος του 2030 παρουσιάζεται ως ψηφιακό, επενδυτικό και γεωπολιτικά ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα ως κράτος με λαϊκή νομιμοποίηση, εθνική συνέχεια και κοινωνική κινητικότητα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτούν σημασία και τα πιο έντονα χειροκροτήματα των συνέδρων. Η μεγαλύτερη συναισθηματική ανταπόκριση δεν καταγράφηκε στα πιο τεχνοκρατικά σημεία της ομιλίας, αλλά στις αναφορές στην ιδεολογική ταυτότητα της ΝΔ, στη σταθερότητα, στην κοινωνική εκπροσώπηση, στα εθνικά ζητήματα και στις παραδοσιακές αξίες της παράταξης.

Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο για τη σημερινή πολιτική συγκυρία. Ακόμα και σε περιόδους έντονου τεχνοκρατικού λόγου, οι κοινωνίες συνεχίζουν να αναζητούν αφηγήσεις ιστορικής συνέχειας, συλλογικής ταυτότητας και πολιτικής συναισθηματικής αναγνώρισης.

Το 16ο Συνέδριο της ΝΔ έδειξε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί πλέον να μετασχηματίσει το προφίλ του από διαχειριστή κρίσεων σε ηγέτη μιας μακράς εθνικής μετάβασης. Το αν αυτή η νέα σύνθεση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό, την ιδεολογία και τον λαϊκό χαρακτήρα μπορεί να διατηρήσει την πολιτική κυριαρχία της ΝΔ έως το 2030 παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Όμως για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η κυβέρνηση φαίνεται να αναζητά κάτι βαθύτερο από την αποτελεσματική διαχείριση της εξουσίας. Αναζητά μια νέα ιστορική νομιμοποίηση για τη συνέχιση της κυριαρχίας της.