Retroland: Η ιστορία πίσω από τη βιομηχανία του τουρισμού
Ο ιστορικός V. Groebner μιλά στo TheOpinion για τον τουρισμό ως βιομηχανία παρελθόντος, τον 19ο αιώνα που δεν λέει να τελειώσει και τον Μεσαίωνα που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ όπως τον φανταζόμαστε.
Ταξιδεύουμε για να γνωρίσουμε έναν άλλον τόπο ή τον εαυτό μας καλύτερα; Ή μήπως στην πραγματικότητα ο προορισμός μας είναι μία άλλη εποχή, προσεκτικά προκαθορισμένη; Ο ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λουκέρνης και αμετανόητος… ταξιδιώτης Valentin Groebner βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη πριν λίγες μέρες, προκειμένου να παρουσιάσει, στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, και σε συνδιοργάνωση με το Ινστιτούτο Γκαίτε Θεσσαλονίκης, το τόσο πρωτότυπο όσο και απολαυστικό του βιβλίο Retroland, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδ. Λέμβος και μίλησε στο TheOpinion.
Tο βιβλίο σας ξεκινά από μια απλή, αν και λίγο ανορθόδοξη παρατήρηση, το ότι, δηλαδή, μας αρέσει να ταξιδεύουμε στο παρελθόν. Τι σημαίνει αυτό; Ο τουρισμός είναι μια τεράστια βιομηχανία που κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: παίρνει υπάρχοντα πράγματα —τοπία, μνημεία, ιστορίες— και τα μετατρέπει σε εμπειρίες. Για να πετύχει, όμως, αυτό χρειάζονται σενάρια. Ιστορίες γνωστές. Εικόνες που ήδη γνωρίζουμε πριν φτάσουμε. Και φυσικά, χρειάζεται εργασία — πολύ περισσότερη απ’ όσο φανταζόμαστε. Ο τουρισμός είναι παραγωγή. Επίσης, αν και παρουσιάζεται – αν όχι λανσάρεται – ως κάτι ιδιωτικό, προσωπικό, σχεδόν μοναδικό, στην πραγματικότητα είναι ένα από τα πιο μαζικά φαινόμενα στον κόσμο.
Μπορεί όλη αυτή η ανάπτυξη να γίνει «βιώσιμη»; Η λέξη «βιώσιμη – sustainable» αποτελεί από μόνη της ένα μικρό μάθημα ιστορίας. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο τουρισμός έχει δείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να παίρνει την αμφισβήτηση, για παράδειγμα για την αυθεντικότητα ή για την περιβαλλοντική επιβάρυνση, και να τη μετατρέπει σε νέο προϊόν. Συνεπώς, ναι, μπορούμε να μιλάμε για «βιωσιμότητα», αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, ακριβώς επειδή συχνά περιγράφει περισσότερο μια στρατηγική προσαρμογής της βιομηχανίας παρά μια ουσιαστική αλλαγή.

Υπάρχει η διάχυτη πεποίθηση ότι το ταξίδι μάς κάνει πιο ανεκτικούς, πιο ανοιχτούς σε ξένους πολιτισμούς ή τρόπους σκέψης. Ισχύει κάτι τέτοιο, πιστεύετε; Θα ήθελα να το πιστέψω. Αλλά η εμπειρία μου λέει κάτι άλλο. Το να ταξιδεύεις ως τουρίστας δεν σε αλλάζει ιδιαίτερα. Κινείσαι μέσα σε ένα πλαίσιο που είναι ήδη οργανωμένο για σένα. Επιλέγεις, καταναλώνεις, φεύγεις.
Αυτό που σε αλλάζει είναι να μείνεις κάπου. Να δουλέψεις εκεί. Γιατί τότε μπαίνεις σε έναν κόσμο που δεν ελέγχεις. Πρέπει να κάνεις πράγματα που δεν έχεις επιλέξει. Να λύσεις προβλήματα, να συνεννοηθείς, να βασιστείς σε άλλους. Να αποδεχτείς ρυθμούς που δεν είναι δικοί σου.
Η εργασία σε μια άλλη χώρα είναι μια εμπειρία που σε γειώνει. Και γι’ αυτό είναι μεταμορφωτική. Όταν πήγα στην Ιταλία για να ζήσω και να δουλέψω για δύο χρόνια, η εικόνα που είχα – η εύκολη, η τουριστική – κατέρρευσε. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ, υπήρξαν και πολλά θετικά στοιχεία στην εμπειρία, όπως το ότι έμαθα να μαγειρεύω. Αυτό ήταν ένα ταξίδι που με άλλαξε.
Η έννοια της «αυθεντικότητας» είναι κεντρική στο βιβλίο σας. Τι σημαίνει τελικά αυτή η λέξη; Η λέξη έχει μια συναρπαστική ιστορία, και είναι πολύ πιο «τεχνική» απ’ όσο νομίζουμε. Στην αρχή σήμαινε «αυτό που γίνεται με τα ίδια σου τα χέρια». Μετά το 1204, όταν λεηλατήθηκε η Κωνσταντινούπολη, τεράστιες ποσότητες λειψάνων αγίων κατέληξαν στη Δυτική Ευρώπη, όπου υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από τις εκκλησίες εκεί. Ήταν τόσα πολλά που δημιουργήθηκε πρόβλημα ως προς την πιστοποίησης της προέλευσής του. Πώς ξέρεις, με άλλα λόγια, ότι είναι «αληθινά»; Εκεί, λοιπόν, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Ιστορία τα authentica, που δεν είναι άλλα από έγγραφα που πιστοποιούν τη γνησιότητα.
Σε όλη την Ιστορία, η έννοια της αυθεντικότητας είναι σύμφυτη με καταστάσεις όπου υπάρχει επανάληψη, πολλαπλασιασμός και υπάρχει η ανάγκη μια επικύρωσης. Δεν έχει χαρακτηρίσει ποτέ κανείς ένα φυσικό σημείο, όπως ένα βουνό ή μια λίμνη, αυθεντικά. Τελικά, η «αυθεντική εμπειρία», στην πραγματικότητα είναι μια πολύ σύγχρονη υπόσχεση, που, όμως, βασίζεται σε αυτή τη μακρά ιστορία πιστοποίησης.
Συνεπώς η αυθεντικότητα στον τουρισμό είναι…; …μια υπόσχεση έντασης. Μια υπόσχεση ότι θα ζήσεις κάτι μοναδικό, σε ένα συγκεκριμένο μέρος, σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Αλλά αυτή η μοναδικότητα είναι πάντα κατασκευασμένη. Δεν το εννοώ υποχρεωτικά αρνητικά αυτό.
Ο Παρθενώνας έχει παίξει κάποιο ρόλο, όπως έχετε πει, στην δημιουργία του βιβλίου… Ακριβώς. Όταν ταξίδεψα στην Αθήνα για πρώτη φορά και είδα τον Παρθενώνα από κοντά, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ότι για να γίνει ο Παρθενώνας το παγκόσμιο σύμβολο που είναι σήμερα, χρειάστηκε να γίνουν επιλογές. Έπρεπε να δοθεί έμφαση σε μια συγκεκριμένη περίοδο – την κλασική αρχαιότητα εν προκειμένω – και να υποβαθμιστούν άλλες, όπως η βυζαντινή ιστορία του ίδιου του μνημείου. Χρειάστηκαν, επίσης, οι δυτικές αφηγήσεις, τεχνολογίες εικόνας, εκδόσεις, ταξιδιωτικά κείμενα. Ο 18ος και ο 19ος αιώνας είναι καθοριστικοί εδώ. Αυτό που βλέπουμε σήμερα ως «αρχαία Ελλάδα» είναι ένα μείγμα ρομαντισμού του 19ου αιώνα και τεχνολογία του 21ου.
Υπάρχει σχέση ανάμεσα στον τουρισμό και την εθνική ταυτότητα; Πιο στενή απ’ όσο νομίζουμε. Στον 19ο αιώνα, τα ευρωπαϊκά κράτη, και όχι μόνο η Ελλάδα, είχαν την ανάγκη να κατασκευάσουν ένα παρελθόν. Ένα παρελθόν που να είναι ταυτόχρονα ένδοξο και αναγνωρίσιμο. Και αυτό το παρελθόν έγινε και τουριστικό προϊόν. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτά τα σχήματα δεν τα έχουμε εγκαταλείψει. Συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε μέσα από τον 19ο αιώνα. Είναι σαν να προσπαθείς να φορέσεις παιδικά ρούχα ως ενήλικας. Δεν σου ταιριάζουν πια, αλλά δεν ξέρεις και πώς να τα αφήσεις.
Τι είναι αυτό που κάνει συγκεκριμένες εποχές «τουριστικά ελκυστικές» και άλλες όχι; Γιατί είναι πιο εύκολο να γίνουν αντικείμενο αφήγησης. Ο τουρισμός χρειάζεται καθαρές, αναγνωρίσιμες ιστορίες. Χρειάζεται εικόνες που λειτουργούν γρήγορα. Και αυτές οι εικόνες δημιουργήθηκαν κυρίως τον 18ο και τον 19ο αιώνα.

Σύμφωνα με το βιβλίο σας, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και με τον Μεσαίωνα, σωστά; Ο Μεσαίωνας, όπως τον φανταζόμαστε σήμερα, είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή. Λειτουργεί πολύ καλά ως σκηνικό: κάστρα, ιππότες, σταυροφορίες, χριστιανική Ευρώπη, σύγκρουση με το Ισλάμ. Αλλά αυτό το σκηνικό δεν είναι η ιστορική πραγματικότητα, παρά μια μεταγενέστερη φαντασίωση που οργανώνει το παρελθόν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Η ιδέα μιας ενιαίας «χριστιανικής μεσαιωνικής Ευρώπης», που τόσο συχνά επιστρέφει στη μυθοπλασία, στον κινηματογράφο ή στον τουρισμό, είναι σε μεγάλο βαθμό φραγκική επινόηση των αρχών του 13ου αιώνα. Ήταν πάντα μια μυθοπλασία, αλλά μια εξαιρετικά ισχυρή μυθοπλασία. Γι’ αυτό και συνέχισε να παράγει εικόνες, αφηγήσεις, ακόμη και λογοτεχνικά είδη — σκεφτείτε το «romance», το ιπποτικό μυθιστόρημα.