Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας και το στοίχημα της πολιτικής κυριαρχίας

Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας και το στοίχημα της πολιτικής κυριαρχίας
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να επανασυνδέσει τη ΝΔ με τη βάση της, να απορροφήσει τους κραδασμούς της επταετούς διακυβέρνησης και να επανατοποθετήσει την παράταξη ως τον μοναδικό σταθερό πόλο εξουσίας σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα, με το βλέμμα στο 2030.

Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας πραγματοποιείται σε μια στιγμή πολιτικά πυκνή και αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει σαφές προβάδισμα έναντι μιας αντιπολίτευσης που παραμένει πολυδιασπασμένη και αδύναμη να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Από την άλλη, η δεύτερη τετραετία του Κυριάκου Μητσοτάκη συνοδεύεται πλέον από εμφανή σημάδια φθοράς, κοινωνικής κόπωσης και εσωκομματικής νευρικότητας, που δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από τη διατήρηση της εκλογικής πρωτιάς και την προσωπική πρωθυπουργική καταλληλότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αυτή ακριβώς η διπλή πραγματικότητα καθορίζει και τη στρατηγική σημασία του συνεδρίου. Η ηγεσία της ΝΔ γνωρίζει ότι η πολιτική κυριαρχία δεν αρκεί να καταγράφεται δημοσκοπικά. Χρειάζεται να ανανεώνεται πολιτικά, ιδεολογικά και ψυχολογικά, ιδιαίτερα όταν ένα κόμμα βρίσκεται ήδη στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης και όταν η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από την αποτελεσματικότητα προς τη φθορά της εξουσίας.

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το συνέδριο συνδέεται με μια ευρύτερη επιδίωξη επαναθεμελίωσης της πολιτικής του ηγεμονίας. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να αφήσει πίσω μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική ατζέντα καθοριζόταν κυρίως από κρίσεις, σκάνδαλα και αμυντικές διαχειρίσεις, από τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την ακρίβεια και τη δυσπιστία απέναντι στο επιτελικό κράτος. Στόχος είναι να μεταφερθεί το πολιτικό βάρος από την καθημερινή φθορά σε ένα αφήγημα εθνικής προοπτικής, το οποίο συμπυκνώνεται στη στρατηγική της «Ελλάδας 2030».

Το αφήγημα αυτό επιδιώκει να παρουσιάσει την Ελλάδα ως χώρα που αφήνει οριστικά πίσω τη μεταμνημονιακή περίοδο και διεκδικεί έναν νέο ρόλο στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση επενδύει στην εικόνα μιας οικονομίας που μετασχηματίζεται ψηφιακά και τεχνολογικά, μιας χώρας που προσελκύει επενδύσεις, ενισχύει την αμυντική της ισχύ και αποκτά γεωπολιτική βαρύτητα. Η αναφορά στις σχέσεις με τη Γαλλία, στις αμυντικές συμφωνίες, στις επενδύσεις μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και στην ενεργειακή αναβάθμιση της Ελλάδας εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη διεθνή εικόνα της κυβέρνησης. Τα θετικά σχόλια του Εμανουέλ Μακρόν, του Φρίντριχ Μερτς και του Μάριο Ντράγκι αξιοποιούνται πολιτικά από το Μαξίμου ως επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον ως αξιόπιστος και σταθερός ευρωπαϊκός εταίρος. Για τη ΝΔ, αυτή η μεταβολή έχει έντονο συμβολικό βάρος, καθώς η χώρα που πριν από μία δεκαετία παρουσιαζόταν ως «ευρωπαϊκό πρόβλημα» εμφανίζεται σήμερα ως παράγοντας σταθερότητας και επενδυτικής αξιοπιστίας.

Η ανάγκη επανασυσπείρωσης και οι υπόγειες εσωκομματικές τριβές

Παρά το ισχυρό διεθνές αφήγημα, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η βασική πολιτική μάχη θα δοθεί και στο εσωτερικό, αλλά και στα ζητήματα εντός της παράταξης και στη διατήρηση της εκλογικής της συνοχής. Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε τα τελευταία χρόνια επί Κυριάκου Μητσοτάκη ένα πολυσυλλεκτικό πολιτικό σχήμα, μέσα στο οποίο συνυπήρξαν φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές, κεντρώοι ψηφοφόροι, παραδοσιακοί δεξιοί, καραμανλικοί και μητσοτακικοί. Η ισορροπία αυτή λειτούργησε αποτελεσματικά όσο η κυβέρνηση κυριαρχούσε πολιτικά και εκλογικά. Σήμερα όμως εμφανίζονται όλο και συχνότερα ρωγμές, οι οποίες σχετίζονται τόσο με τη φθορά της εξουσίας όσο και με τη συζήτηση για τη μελλοντική φυσιογνωμία της παράταξης.

Οι δημόσιες διαφοροποιήσεις βουλευτών για τη λειτουργία του επιτελικού κράτους δεν συνιστούν οργανωμένη εσωκομματική ανταρσία, αποτυπώνουν όμως μια υπαρκτή δυσφορία απέναντι στο μοντέλο υπερσυγκέντρωσης εξουσιών στο πρωθυπουργικό περιβάλλον. Αρκετά στελέχη θεωρούν ότι το κόμμα έχει απομακρυνθεί από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και ότι οι βουλευτές λειτουργούν περισσότερο ως διαχειριστές του πολιτικού κόστους παρά ως συμμέτοχοι στη διαμόρφωση πολιτικής. Οι παρεμβάσεις των τελευταίων ημερών, τόσο από εν ενεργεία βουλευτές όσο και από παλαιότερα στελέχη που έχουν αποστασιοποιηθεί από το κεντρικό σύστημα εξουσίας της ΝΔ, αναδεικνύουν ακριβώς αυτή τη δυσφορία.

Η επιστολή των δέκα πρώην υπουργών και βουλευτών, οι αιχμές στελεχών για την κομματική λειτουργία, αλλά και η κριτική που ασκήθηκε δημοσίως από βουλευτές για το επιτελικό κράτος, δείχνουν ότι ένα μέρος της παράταξης θεωρεί πως η ΝΔ έχει αποκτήσει υπερβολικά προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο οργανωτικές ισορροπίες. Συνδέεται και με βαθύτερες ιδεολογικές ανησυχίες γύρω από τη φυσιογνωμία της παράταξης, τη σχέση της με τη λαϊκή δεξιά βάση και τον βαθμό στον οποίο το κυβερνητικό κέντρο ακούει τις παραδοσιακές εσωκομματικές τάσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, η στάση των πρώην πρωθυπουργών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται πλέον εκτός ΝΔ και τα σενάρια για δημιουργία νέου πολιτικού φορέα συνεχίζουν να κυκλοφορούν έντονα στο παρασκήνιο. Ανεξάρτητα από το αν αυτά τα σχέδια θα προχωρήσουν, η πολιτική του παρουσία εξακολουθεί να επηρεάζει ένα τμήμα του δεξιού και πατριωτικού ακροατηρίου της παράταξης, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μεταναστευτικού και εθνικής ταυτότητας.

Την ίδια στιγμή, ο Κώστας Καραμανλής γνωστοποίησε ότι δεν θα παραστεί στο 16ο συνέδριο της ΝΔ, μια απόφαση που ερμηνεύεται πολιτικά ως σαφής επιλογή αποστασιοποίησης από τη σημερινή κομματική και κυβερνητική λειτουργία. Ο πρώην πρωθυπουργός διατηρεί ακόμη ισχυρό συμβολικό και πολιτικό αποτύπωμα στο εσωτερικό της παράταξης, ιδιαίτερα σε στελέχη που αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τον υπερσυγκεντρωτισμό του Μαξίμου και την περιορισμένη αυτονομία του κόμματος.

Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να περιορίσει τη σημασία αυτών των κινήσεων και να αποφύγει οποιαδήποτε εικόνα εσωστρέφειας. Ωστόσο, η απουσία ιστορικών στελεχών, οι διαφοροποιήσεις βουλευτών και η αίσθηση ότι έχουν αρχίσει σιωπηρές διεργασίες για τη μεταμητσοτακική εποχή δημιουργούν ένα πιο σύνθετο εσωκομματικό περιβάλλον από εκείνο των πρώτων χρόνων της διακυβέρνησης.

Το πολιτικό σύστημα αλλάζει και η ΝΔ επιδιώκει να παραμείνει ο κεντρικός πόλος εξουσίας

Το συνέδριο πραγματοποιείται επίσης σε μια περίοδο έντονης ρευστότητας για το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Η συζήτηση γύρω από νέα πολιτικά εγχειρήματα, είτε αυτά αφορούν την επικείμενη κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού είτε τα σενάρια επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα μέσω νέου φορέα είτε ακόμη τις διαρκείς φήμες για πιθανό πολιτικό βήμα του Αντώνη Σαμαρά, αποτυπώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα αντιπροσώπευσης. Μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος εμφανίζονται απογοητευμένα και αποστασιοποιημένα από τα υπάρχοντα κόμματα και αναζητούν νέες πολιτικές εκφράσεις.

Παρά τα σημάδια αυτά, η Νέα Δημοκρατία παραμένει μέχρι στιγμής το μοναδικό κόμμα με σαφή προοπτική αυτοδύναμης κυβερνησιμότητας. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά ταυτόχρονα και η βασική του ευθύνη. Όσο η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική, η φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική ανατροπή. Το πολιτικό κενό, ωστόσο, ενισχύει τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια και τροφοδοτεί αντισυστημικές διαθέσεις, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν διαβρωτικά και για την ίδια τη ΝΔ.

Για αυτό και το συνέδριο αυτού του Σαββατοκύριακου αποκτά χαρακτήρα πολιτικής επανεκκίνησης. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη που μπορεί να συνδυάσει σταθερότητα, διεθνή αξιοπιστία και αναπτυξιακή προοπτική σε μια περίοδο γεωπολιτικών και οικονομικών αναταράξεων. Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ότι η χώρα χρειάζεται συνέχεια, θεσμική αντοχή και στρατηγικό ορίζοντα μέχρι το 2030, ώστε να κεφαλαιοποιήσει τη διεθνή της αναβάθμιση και να αποφύγει μια νέα περίοδο πολιτικής αστάθειας.

Το κατά πόσο αυτό το αφήγημα θα αποδειχθεί πειστικό εξαρτάται πλέον από κάτι βαθύτερο από την επικοινωνιακή κυριαρχία ή τη δημοσκοπική υπεροχή. Εξαρτάται από το αν η κυβέρνηση μπορεί να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης με κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται πιεσμένα οικονομικά και αποστασιοποιημένα πολιτικά, αλλά και από το αν η ίδια η Νέα Δημοκρατία θα καταφέρει να διατηρήσει την εσωτερική της συνοχή σε μια περίοδο όπου η συζήτηση για την επόμενη μέρα και για την ελληνική κεντροδεξιά φαίνεται έτοιμη να ξεκινήσει, έστω και χαμηλόφωνα, στο παρασκήνιο της πολιτικής ζωής.