Έφη Σταμούλη: «Δεν επενδύουμε στον σύγχρονο πολιτισμό. Μας αρκούν οι αρχαιότητες»
Με αφορμή το «Δυο γυναίκες χορεύουν» στο Θέατρο Τ, η σπουδαία ηθοποιός μιλά για το θέατρο ως χώρο επιμονής και συλλογικότητας, αλλά και τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να δημιουργεί, έστω και χωρίς στήριξη.
Η Έφη Σταμούλη ανήκει σε εκείνη τη γενιά ηθοποιών που δεν αντιμετώπισαν το θέατρο ως ατομική διαδρομή προβολής, αλλά ως χώρο συλλογικής επιμονής. Στη Θεσσαλονίκη, όπου η θεατρική πράξη συχνά δοκιμάζεται από την έλλειψη πόρων, τη σύγκριση με την Αθήνα και την απουσία σταθερής πολιτιστικής πολιτικής, η ίδια υπήρξε για δεκαετίες μία από τις σταθερές φωνές της σκηνής: από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» έως τις μεγάλες ερμηνευτικές της συναντήσεις με τη Λούλα Αναγνωστάκη, τη Σωτηρία Μπέλλου και το σύγχρονο ελληνικό αλλά και ξένο θέατρο.
Με αφορμή την παράσταση «Δυο γυναίκες χορεύουν» του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ, σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή στο Θέατρο Τ, που κάνει πρεμιέρα στις 15 Μαΐου, η Έφη Σταμούλη μιλά στο theopinion για τη μοναξιά, την αυτονομία, τα στερεότυπα που επιμένουν, το λεγόμενο «χάσμα γενεών», αλλά και για τη θεατρική Θεσσαλονίκη σήμερα. Η συζήτηση ανοίγει γρήγορα πέρα από την παράσταση, αγγίζοντας θέματα, όπως η απουσία πολιτιστικής πολιτικής, η χαμένη συλλογικότητα στην εποχή μας και η πάλη που δίνουν οι νέοι ηθοποιοί για να επιβιώσουν.

Ερ. 1: Η συγκεκριμένη παράσταση φαίνεται να είναι «γυναικεία υπόθεση», με την έννοια ότι σκηνοθετείται από γυναίκα και οι δύο ρόλοι είναι φυσικά γυναικείοι (αν και το κείμενο είναι γραμμένο από άνδρα). Θεωρείτε ότι απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό;
Όχι, καθόλου. Παρ’ ότι οι συντελεστές είναι γυναίκες, τόσο η Γλυκερία Καλαϊτζή που σκηνοθετεί όσο και η Μαρία Καραδελόγλου που έκανε το σκηνικό και τα κοστούμια, έχουμε και τον απαραίτητο άντρα στην παρέα μας που είναι ο Σωτήρης Ρουμελιώτης που έχει κάνει τους φωτισμούς. Ωστόσο αυτές οι δύο γυναίκες που «χορεύουν» πάνω στη σκηνή, τόσο η κάθε μια για τον εαυτό της όσο και η κάθε μια για την άλλη, συγκρούονται, μονιάζουν και αγαπιούνται τελικά, κι αυτό αφορά τη σχέση τους και όχι το φύλο τους. Άλλωστε η μοναξιά και η μοναχικότητα είναι πάντα επίκαιρα ζητήματα και δεν εξαρτώνται ούτε από κοινωνικοπολιτικές συνθήκες ούτε από τα φύλα. Είναι θέματα που πάντα θα απασχολούν τους ανθρώπους και όλοι, σε όλες τις ηλικίες και σε όλες τις εποχές θα προσπαθούμε να τα αντιμετωπίσουμε και να τα διαχειριστούμε.
Ερ. 2: Στο «Δυο γυναίκες χορεύουν», ο χαρακτήρας που υποδύεστε αντιστέκεται στο να ζήσει όπως έχουν αποφασίσει οι άλλοι γι’ αυτήν. Θεωρείτε ότι γράφονται τα τελευταία χρόνια περισσότεροι γυναικείοι ρόλοι που δείχνουν μεγαλύτερη ανάγκη για επανάσταση και αυτονομία; Ή ίσως πιο πολυδιάστατοι ή δύσκολοι (όχι τόσο συμπαθείς, ίσως) γυναικείοι χαρακτήρες;
Το ότι αυτός ο χαρακτήρας είναι γυναικείος, παίζει ενδεχομένως κάποιον ρόλο γιατί έχουμε συνηθίσει να βάζουμε τις ταμπελίτσες μας. Μια γυναίκα χήρα που τα παιδιά της έχουν μεγαλώσει, και που έχει τη μανία να συλλέγει κόμικς ενώ ταυτόχρονα επιθυμεί διακαώς να διατηρήσει την ανεξαρτησία και την αυτονομία της, μας παραπέμπει σε μια γυναίκα «παράξενη», «περίεργη», «αλλόκοτη». Δε θα ’πρεπε να είναι έτσι. Αναρωτιέμαι αν αυτό συνέβαινε σε έναν άντρα, θα τον θεωρούσαμε κι αυτόν «κάπως»; Κακά τα ψέματα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Αλλά εκκρεμεί ακόμα να κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι για να μιλήσουμε για πραγματική ισότητα. Και δεν μιλάω για τις γυναικοκτονίες που συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά. Μιλάω για πολύ μικρά και ασήμαντα θέματα που θα έπρεπε να είναι προ πολλού λυμένα και που πέφτουμε ακόμα απ’ τα σύννεφα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με στερεότυπα που έχουν γίνει πια δεύτερη φύση μας.
«Επινοημένο το χάσμα των γενεών»
Ερ. 3: Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της παράστασης είναι η συνάντηση – αν όχι σύγκρουση – δύο διαφορετικών γενεών. Αυτό είναι κάτι που το έχετε αντιμετωπίσει εσείς στην πορεία σας – είτε ως νεαρή ηθοποιός, όταν ξεκινούσατε είτε τώρα πλέον στην συναναστροφή σας με νεότερους ηθοποιούς.
Πράγματι αυτές οι δύο γυναίκες ανήκουν σε άλλες γενιές, σε άλλες εποχές. Ωστόσο δεν είναι αυτό που τις χωρίζει. Ίσα ίσα που η μεγαλύτερη σε ηλικία ακούγεται κάποιες φορές πιο «προχωρημένη». Και αν υποθέσουμε πως όντως υπάρχει αυτό το «χάσμα γενεών», κατά τη γνώμη μου πάντα, αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ανοιχτόμυαλος είναι ο κάθε άνθρωπος, από το πόσο έτοιμος είναι δεχτεί το καινούργιο, το διαφορετικό, το μη αναμενόμενο. Κι αυτό δεν είναι θέμα ηλικίας. Εγώ έχω γνωρίσει ανοιχτόμυαλους δασκάλους όταν ήμουνα νέα που μου άλλαξαν τη ζωή, όπως έχω συναντήσει και νέους ανθρώπους που με τάραξε ο συντηρητισμός τους. Επομένως, το χάσμα γενεών θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι και κάτι «πλαστό» ή επινοημένο.
Ερ. 4: Έχετε πει ότι δεν πιστεύετε ιδιαίτερα στη διαδικασία τού «μπαίνω» και «βγαίνω» από τον ρόλο, αλλά στο παιχνίδι του θεάτρου. Τι σημαίνει, λοιπόν, για εσάς «παίζω αληθινά» χωρίς να παραδίνομαι στον ρόλο;
Ένας σημαντικός δάσκαλος ηθοποιών, ο ρουμάνος Ράντου Πεντσουλέσκου, έχει πει «ο ρόλος είμαι εγώ» εννοώντας πως ο κάθε ηθοποιός με τα δικά του μάτια, με τα δικά του αυτιά, τα χέρια και τα πόδια του, τη δική του φωνή, τις δικές του ρωγμές και τις δικές του ευαισθησίες θα δημιουργήσει τον κάθε ρόλο του. Αρκεί να βρίσκεται κάθε στιγμή στο εδώ και στο τώρα. Αυτό για μένα είναι το παιχνίδι του θεάτρου. Δεν είναι η ταύτιση, δεν εκκρεμεί να μπω στο ρόλο. Πρέπει την ώρα που βρίσκομαι πάνω στη σκηνή να έχω πλήρη επίγνωση πως είμαι εγώ σε μια άλλη συνθήκη – αυτή του ρόλου, και κυρίως είμαι εγώ μαζί με κάποιους άλλους, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Κι αν όλα αυτά συμβούν τότε ο ρόλος θα προκύψει.

Ερ. 5: Η θεατρική Θεσσαλονίκη – τόσο από την πλευρά των παραγωγών που πραγματοποιούνται εδώ και των καλλιτεχνικών της δυνάμεων όσο και από την πλευρά του θεατρικού κοινού – έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που βρίσκεστε μέσα στα θεατρικά πράγματα; Εάν ναι, με ποιον τρόπο ή προς ποια κατεύθυνση;
Το θέατρο όλο έχει αλλάξει. Η θεατρική πολιτική έχει αλλάξει. Η εποχή έχει αλλάξει. Όταν πρωτοξεκινούσαμε εμείς είχαμε μια μεγάλη στήριξη από την Πολιτεία. Επίσης ήταν εποχές που το μαζί, το πάμε όλοι μαζί, ήταν το ζητούμενο, ή τουλάχιστον ήταν ένα σημαντικό κίνητρο. Σήμερα είναι η εποχή του εγώ. Και το θέατρο είναι η κατ’ εξοχήν ομαδική δουλειά. Όσο για τη Θεσσαλονίκη, αυτή πάντοτε είχε τα προβλήματά της σε σχέση με την Αθήνα. Δυστυχώς αυτά τα προβλήματα όχι μόνο δε λύθηκαν στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, αλλά ίσως και γιγαντώθηκαν. Τώρα πια η επιβίωση για κάποιον ηθοποιό, και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, έχει καταντήσει «επικίνδυνη αποστολή».
«Έλλειψη κρατικής πολιτιστικής πολιτικής»
Ερ. 6: Σε παλιότερη συνέντευξή σας έχετε μιλήσει για την υποβάθμιση του πολιτισμού στη χώρα, και συγκεκριμένα στην πόλη μας. Είναι θέμα παιδείας; Πολιτικής βούλησης και προτεραιοτήτων; Και ποια η θέση του πολίτη αλλά και του καλλιτέχνη απέναντι σε αυτό;
Πιστεύω πως η έλλειψη κρατικής πολιτιστικής πολιτικής είναι ολέθρια για το σύγχρονο πολιτισμό. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο θέατρο. Είμαστε από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη που δεν επενδύουμε στο σύγχρονο πολιτισμό. Μας αρκούν οι αρχαιότητές μας. Τις πιάνουμε αγκαζέ (η Πολιτεία εννοώ) και αυτό φαίνεται πως αρκεί. Δεν είναι όμως έτσι. Ο πολιτισμός ανέκαθεν ήταν το βαρύ προεκλογικό πυροβολικό. Μετά τις εκλογές είχαμε άλλα θέματα να λύσουμε.
Τα τελευταία χρόνια (με αφορμή την κρίση – που αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι για όλες τις περικοπές) τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Οι καλλιτέχνες (ειδικά οι νέοι) στέκονται αμήχανοι μπροστά στη νέα κατάσταση και προσπαθούν να επιβιώσουν κάνοντας 3 και 4 δουλειές. Οι πολίτες ανέχονται ή έχουν σοβαρότερα θέματα να αντιμετωπίσουν. Θα μου πεις: εδώ ανεχόμαστε άλλα κι άλλα. Ο πολιτισμός εξάλλου είναι «είδος πολυτελείας». Μόνο που αυτήν την πολυτέλεια η ψυχή μας την είχε, την έχει και θα την έχει ανάγκη.
Ερ. 7: Από τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έως την Μπέλλου, έχετε στο ενεργητικό σας αμέτρητες επιτυχίες στο «σανίδι». Έχει υπάρξει κάποια αποτυχία που σας έμαθε πολλά περισσότερα από όλες τις επιτυχίες μαζί;
Σίγουρα έχω παίξει σε παραστάσεις που δεν ήταν καλές ή έχω αντιμετωπίσει ρόλους στους οποίους δεν τα κατάφερα. Δεν είχα όμως ποτέ μια τόσο μεγάλη αποτυχία που να με συνταράξει. Αντίθετα, η απόφασή μου να είμαι για 40 ολόκληρα στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» με έφερε συχνά αντιμέτωπη με διλήμματα, με δυσκολίες που κάποτε ήταν μεγάλες, με αποτυχίες συλλογικές. Αλλά κυρίως μου έμαθε πως το θέατρο είναι μια δουλειά που θέλει μεγάλη επιμονή, μεγάλη υπομονή, πολύ κόπο. Αν αντέξεις, τότε στο τέλος της διαδρομής, νοιώθεις πολύ περήφανος και κυρίως ευτυχής.
Ερ. 8: Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω την γνώμη για την σύγχρονη ελληνική θεατρική γραφή. Σας ενδιαφέρουν έργα – εννοώ για να παίξετε – που είναι γραμμένα από νέους Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς;
Προφανώς το θέατρο που είναι γραμμένο στη γλώσσα σου, που μιλά για τη δική σου πατρίδα, για τη δική σου κοινωνία είναι ένα θέατρο που δεν μπορεί παρά να σε ενδιαφέρει. Και ευτυχώς δίπλα στα μεγάλα ονόματα όπως ο Καμπανέλλης, η Αναγνωστάκη, ο Κεχαΐδης υπάρχουν πια αρκετοί νέοι ή λιγότερο νέοι αξιόλογοι έλληνες θεατρικοί συγγραφείς, όπως ο Γιάννης Τσίρος, ο Γιάννης Καλαβριανός, ο Γιώργος Ηλιόπουλος, η Αλεξάνδρα Κ. η Νεφέλη Μαϊστράλη, και βέβαια η Λένα Κιτσοπούλου.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο: Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ Μετάφραση: Els de Paros Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου Χορογραφία: Σοφία Παπανικάνδρου Βοηθός Σκηνοθέτη: Βικτώρια Σισκοπούλου Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος Παίζουν: Έφη Σταμούλη, Σοφία Βούλγαρη
info
Χώρος: Θέατρο Τ, Αλεξάνδρου Φλέμινγκ 16, Θεσσαλονίκη (πρόσβαση με Μετρό: Στάση Φλέμινγκ) Πρεμιέρα: Παρασκευή 15 Μαΐου 2026 στις 21:30 Παραστάσεις: Έως τις 14 Ιουνίου 2026, κάθε Παρασκευή στις 21:30, Σάββατο στις 20:30 και Κυριακή στις 20:00