Ο Κασιδιάρης στη Θεσσαλονίκη και η σκοτεινή αντοχή του αυταρχισμού

Η συγκέντρωση της 28ης Οκτωβρίου, η προσωπολατρία, η αντισυστημική οργή και η επιβίωση των αυταρχικών αντιλήψεων μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής

Ο Κασιδιάρης στη Θεσσαλονίκη και η σκοτεινή αντοχή του αυταρχισμού
Ανακοίνωση της απόφασης στην δίκη της "Χρυσής Αυγής" σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Αθηνών, Τετάρτη 5 Μαρτίου 2026. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Η εικόνα του Ηλία Κασιδιάρη να γίνεται δεκτός με επευφημίες στη Θεσσαλονίκη, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, επαναφέρει ένα ζήτημα που η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν έκλεισε. Ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της εγκληματικής οργάνωσης εξακολουθεί να συγκεντρώνει υποστηρικτές, παρά τη γνωστή πολιτική και δικαστική του διαδρομή. Η εκδήλωση, τα συνθήματα και η υποδοχή του αποτυπώνουν την επιβίωση μιας πολιτικής ταύτισης που υπερβαίνει την οργανωτική υπόσταση της Χρυσής Αυγής.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται λιγότερο στον αριθμό των παρευρισκομένων, για τον οποίο δεν υπάρχουν ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα στοιχεία, και περισσότερο στη φύση της κινητοποίησης. Η δημόσια υποστήριξη προς τον Κασιδιάρη δεν εξηγείται επαρκώς από την οικονομική δυσαρέσκεια ή την απογοήτευση απέναντι στα κόμματα. Η επιλογή ενός συγκεκριμένου προσώπου, με συγκεκριμένο ιδεολογικό παρελθόν, παραπέμπει σε βαθύτερους μηχανισμούς πολιτικής ταυτότητας, προσωπικής αφοσίωσης και αντιθεσμικής συμπεριφοράς.

Η προσωπολατρία και η ανάγκη του ισχυρού αρχηγού

Το πρώτο χαρακτηριστικό της συγκέντρωσης ήταν ο έντονα προσωποκεντρικός της χαρακτήρας. Οι επευφημίες προς τον Κασιδιάρη αναδεικνύουν μια σχέση στην οποία η αφοσίωση στον αρχηγό αποκτά κεντρική θέση, συχνά ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των πολιτικών του θέσεων. Η αναζήτηση ισχυρής ηγεσίας αποτελεί γνώρισμα διαφορετικών πολιτικών κινημάτων. Στις αυταρχικές εκδοχές της, ωστόσο, συνδέεται με την αντίληψη ότι η πολιτική απαιτεί αποφασιστικούς ηγέτες, σαφείς ιεραρχίες και περιορισμένη ανοχή στη διαφωνία. Ο αρχηγός εμφανίζεται ως πρόσωπο που διαθέτει την ικανότητα να συγκρουστεί με ένα εχθρικό σύστημα, ενώ η προσωπική του διαδρομή μετατρέπεται σε στοιχείο συλλογικής ταυτότητας.

Στην περίπτωση του Κασιδιάρη, η σχέση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της καταδίκης του για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Η δημόσια υποστήριξή του δείχνει ότι η δικαστική απόφαση δεν διέκοψε τους δεσμούς με ένα τμήμα του ακροατηρίου του. Η προσωπική αφοσίωση μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης της πολιτικής ταυτότητας. Όταν η υποστήριξη ενός αρχηγού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της αυτοαντίληψης ενός ανθρώπου, η αμφισβήτησή του ενδέχεται να αντιμετωπίζεται ως επίθεση στην ίδια την ομάδα. Έτσι, η πολιτική πίστη αποκτά ανθεκτικότητα ακόμη και απέναντι σε γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναθεώρησή της.

Το ακροατήριο και η πολιτική της εχθρότητας

Η κοινωνική σύνθεση της συγκέντρωσης παραμένει άγνωστη. Οι διαθέσιμες εικόνες δεν επιτρέπουν να διαπιστωθεί αν κυριαρχούσαν παλαιοί υποστηρικτές της Χρυσής Αυγής, πρόσωπα από άλλους εθνικιστικούς χώρους ή άνθρωποι που προσεγγίζουν τον Κασιδιάρη μέσα από τη σημερινή αντισυστημική του παρουσία. Η δημόσια πολιτική έκφραση, ωστόσο, προσφέρει ορισμένα στοιχεία. Συνθήματα που απαξιώνουν συλλήβδην τους πολιτικούς και παρουσιάζουν το σύνολο του πολιτικού συστήματος ως εχθρικό παραπέμπουν σε μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την πολιτική αντιπαράθεση ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ασυμβίβαστους κόσμους.

Η Χρυσή Αυγή είχε οικοδομήσει σημαντικό μέρος της ρητορικής της πάνω στη διάκριση ανάμεσα στους υποτιθέμενους αυθεντικούς εκπροσώπους του έθνους και στους εσωτερικούς εχθρούς του. Η πολιτική διαφωνία αποκτούσε χαρακτήρα ηθικής καταδίκης, ενώ ο αντίπαλος παρουσιαζόταν ως πρόσωπο που στερούνταν εθνικής νομιμοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να εξεταστεί και το λούμπεν στοιχείο, ως χαρακτηριστικό μιας πολιτικής κουλτούρας και όχι ως αυθαίρετη κοινωνική ταξινόμηση των συμμετεχόντων. Η υποκατάσταση του επιχειρήματος από την κραυγή, η γενικευμένη απαξίωση των θεσμών και η αναζήτηση απόλυτων απαντήσεων συνθέτουν μια μορφή πολιτικής συμπεριφοράς που μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Η αγανάκτηση αποτελεί θεμιτή αφετηρία πολιτικής συμμετοχής. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε συνολική απόρριψη των δημοκρατικών διαδικασιών και σε αναζήτηση εχθρών, αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο. Η υποστήριξη προς ένα πρώην ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη έκφραση διαμαρτυρίας, αποσυνδεδεμένη από την ιστορία της οργάνωσης.

Η καταδίκη και η λογική της θυματοποίησης

Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε μετά τη δικαστική καταδίκη της Χρυσής Αυγής, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη δημόσια παρουσία του Κασιδιάρη. Ο ίδιος έχει επιχειρήσει να παρουσιάσει τη δικαστική του διαδρομή ως αποτέλεσμα πολιτικής σύγκρουσης με το κατεστημένο. Η αφήγηση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης. Η καταδίκη παρουσιάζεται ως πολιτικός αποκλεισμός, ενώ η προσωπική περιπέτεια του αρχηγού αποκτά χαρακτηριστικά συλλογικής αδικίας. Η υποστήριξή του μετατρέπεται έτσι σε πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα υποτιθέμενα εχθρικό σύστημα.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία επιτρέπει τη διατήρηση της πολιτικής πίστης χωρίς αναγκαστική αναμέτρηση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη. Όταν οι πληροφορίες συγκρούονται με ισχυρές πεποιθήσεις, η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των θεσμών μπορεί να εμφανίζεται ευκολότερη από την αναθεώρηση της προσωπικής στάσης. Η κριτική στη Δικαιοσύνη αποτελεί θεμιτό δικαίωμα. Η παρουσίαση, όμως, μιας ποινικής καταδίκης ως απόδειξης πολιτικής δίωξης απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Διαφορετικά, η θεσμική λογοδοσία υποκαθίσταται από μια αφήγηση στην οποία ο πολιτικός αρχηγός εμφανίζεται εκ προοιμίου δικαιωμένος.

Η 28η Οκτωβρίου και η οικειοποίηση του πατριωτισμού

Η επιλογή της εθνικής επετείου αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές της συγκέντρωσης. Η 28η Οκτωβρίου τιμά την ελληνική αντίσταση στη φασιστική Ιταλία, ενώ η Χρυσή Αυγή συνδέθηκε ιστορικά με ναζιστικά σύμβολα και ολοκληρωτικές αντιλήψεις. Η επίκληση του ιστορικού ΟΧΙ από τον Κασιδιάρη δημιουργεί μια αντίφαση που αφορά το περιεχόμενο της πολιτικής του ταυτότητας. Τα εθνικά σύμβολα διαθέτουν ευρεία κοινωνική αποδοχή και μπορούν να προσφέρουν πολιτική νομιμοποίηση. Η χρήση τους, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη ιστορικής συνέπειας.

Η πολιτική παράδοση της Χρυσής Αυγής αντιμετώπιζε τον πατριωτισμό ως αποκλειστικό γνώρισμα μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής κοινότητας. Όσοι διαφωνούσαν με τις θέσεις της μπορούσαν να παρουσιάζονται ως εχθροί του έθνους. Η αντίληψη αυτή συγκρούεται με τη δημοκρατική αρχή ότι η εθνική ταυτότητα αποτελεί κοινό στοιχείο πολιτών με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Η Θεσσαλονίκη προσθέτει έναν ιδιαίτερο ιστορικό συμβολισμό. Η εξόντωση της εβραϊκής κοινότητάς της κατά τη γερμανική Κατοχή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της πόλης. Η δημόσια παρουσία ενός πρώην ηγετικού στελέχους οργάνωσης με ναζιστικές αναφορές, σε εκδήλωση που επικαλείται την εθνική μνήμη, αναδεικνύει τη σημασία της ιστορικής γνώσης απέναντι στην επιλεκτική χρήση του παρελθόντος.

Η νεολαία και η δυνατότητα πολιτικής αναπαραγωγής

Το ειδικό κάλεσμα του Κασιδιάρη προς τη νεολαία δείχνει ότι η εκδήλωση είχε και χαρακτήρα αναζήτησης πολιτικής συνέχειας. Χωρίς στοιχεία για την ηλικιακή σύνθεση των συμμετεχόντων, δεν μπορεί να εκτιμηθεί η ανταπόκριση των νεότερων γενεών. Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική παράμετρος. Οι σημερινοί νέοι δεν έχουν την ίδια βιωματική σχέση με την περίοδο της κοινοβουλευτικής ανόδου της Χρυσής Αυγής και των εγκληματικών επιθέσεων που συνδέθηκαν με αυτή. Η εικόνα τους για τον Κασιδιάρη διαμορφώνεται κυρίως μέσα από την εκπαίδευση, τη δημόσια πληροφόρηση και το ψηφιακό περιβάλλον.

Η προβολή ενός πολιτικού προσώπου ως αντισυστημικού μπορεί να αποσυνδέεται από την προηγούμενη διαδρομή του, όταν αυτή δεν αποτελεί μέρος της πληροφόρησης που λαμβάνει το κοινό. Η αποσπασματική επικοινωνία επιτρέπει την ανάδειξη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και την υποβάθμιση άλλων. Το ερώτημα για τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης είναι αν η υποστήριξη προς τον Κασιδιάρη περιορίζεται σε παλαιότερους πολιτικούς δεσμούς ή αν διαμορφώνονται νέες ταυτίσεις. Η διάκριση έχει σημασία για την κατανόηση της κοινωνικής επιβίωσης της ακροδεξιάς, χωρίς να επιτρέπει αυθαίρετες εκτιμήσεις για τη μελλοντική εκλογική της απήχηση.

Το πολιτικό νόημα της συγκέντρωσης

Η εκδήλωση της Θεσσαλονίκης επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός ενεργού ακροατηρίου γύρω από τον Κασιδιάρη, χωρίς να αποδεικνύει ευρύτερη πολιτική ανασύνταξη της Χρυσής Αυγής. Η συμμετοχή σε μια συγκέντρωση αποτελεί ένδειξη κινητοποίησης, αλλά δεν ταυτίζεται με την εκλογική επιρροή. Το ουσιαστικό ζήτημα αφορά την επιβίωση των πολιτικών δεσμών και των αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν γύρω από την οργάνωση. Η δικαστική της καταδίκη αντιμετώπισε την εγκληματική δράση της, αλλά δεν μπορούσε να εξαφανίσει αυτομάτως τις ιδεολογικές πεποιθήσεις και τις προσωπικές ταυτίσεις των υποστηρικτών της.

Η δημοκρατική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων προϋποθέτει συνεπή εφαρμογή του νόμου, προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων και ουσιαστική δημόσια αντιπαράθεση. Η ιστορία της Χρυσής Αυγής, η δράση της και οι ευθύνες των ηγετικών στελεχών της αποτελούν συγκεκριμένα δεδομένα που δεν μπορούν να παραμερίζονται στο όνομα της αντισυστημικής διαμαρτυρίας.

Η συγκέντρωση της 28ης Οκτωβρίου ανέδειξε κυρίως τη διατήρηση μιας πολιτικής ταυτότητας που εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τον αρχηγό, την εχθρότητα προς το πολιτικό σύστημα και την επιλεκτική ανάγνωση του παρελθόντος. Η σημασία της βρίσκεται στη δημόσια επανεμφάνιση αυτών των χαρακτηριστικών και στα ερωτήματα που δημιουργούν για τη σχέση της σημερινής ακροδεξιάς με την πολιτική κληρονομιά της Χρυσής Αυγής.