Ισραήλ: Η κάλπη, το αδιέξοδο και η επόμενη ημέρα του Νετανιάχου
Η εκλογική φθορά του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η ανάδειξη των αραβικών κομμάτων σε ρυθμιστικό παράγοντα και τα όρια μιας πιθανής πολιτικής αλλαγής σε μια χώρα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε διαρκή αναμέτρηση με τις περιφερειακές απειλές
Οι εκλογές στο Ισραήλ φαίνεται ότι δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν. Ύστερα από τρία χρόνια πολέμων, βαθιάς κοινωνικής πόλωσης και έντονων αμφισβητήσεων της κυβερνητικής πολιτικής, οι Ισραηλινοί προσήλθαν μαζικά στις κάλπες, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται, τουλάχιστον σύμφωνα με τα exit polls, μια σαφής κυβερνητική πλειοψηφία. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται αποδυναμωμένος, αλλά ο κύριος αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, αδυνατεί προς το παρόν να εξασφαλίσει τους αναγκαίους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς για την ανάληψη της εξουσίας.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνει τις αντιφάσεις του ισραηλινού πολιτικού συστήματος. Μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας επιθυμεί κυβερνητική αλλαγή, αλλά οι δυνάμεις που εκφράζουν αυτή την επιθυμία διαφωνούν σε θεμελιώδη ζητήματα. Παράλληλα, η εντυπωσιακή ενίσχυση των αραβικών κομμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, αναδεικνύοντας τη δυσκολία ενσωμάτωσης της αραβικής πολιτικής εκπροσώπησης στους παραδοσιακούς κυβερνητικούς συνασπισμούς.
Η επόμενη ημέρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Ισραήλ καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα την εσωτερική του πολιτική κρίση και ένα εξαιρετικά απαιτητικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Το ερώτημα αφορά τόσο την πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου όσο και τις πραγματικές δυνατότητες αναπροσανατολισμού της ισραηλινής στρατηγικής στην περιοχή.
Η δεδομένη εκλογική αριθμητική και τα όρια της κυβερνητικής αλλαγής
Σύμφωνα με τα exit polls των τριών μεγαλύτερων ισραηλινών τηλεοπτικών δικτύων, το Λικούντ διατηρεί την πρώτη θέση, με περίπου 24 έως 25 έδρες, έναντι 21 έως 23 του κόμματος Γιασάρ του Άιζενκοτ. Ωστόσο, ο ευρύτερος κυβερνητικός συνασπισμός του Νετανιάχου περιορίζεται στις 50 έδρες, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν περίπου 52 έως 53. Οι υπόλοιπες 17 έως 18 έδρες αποδίδονται στα αραβικά κόμματα.
Με δεδομένο ότι η Κνεσέτ αριθμεί 120 μέλη και η απόλυτη πλειοψηφία αντιστοιχεί σε 61 έδρες, η διαμόρφωση σταθερού κυβερνητικού σχήματος εμφανίζεται ιδιαίτερα δύσκολη. Βεβαίως, το τηλεοπτικό δίκτυο Channel 14 παρουσίασε ευνοϊκότερη εικόνα για τον Νετανιάχου, ανεβάζοντας τη δύναμη της παράταξής του στις 60 έδρες. Η απόκλιση αυτή επιβάλλει προσοχή μέχρι την ολοκλήρωση της καταμέτρησης. Η καθυστέρηση στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω του εκλογικού συστήματος. Το όριο εισόδου του 3,25% μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την κατανομή των εδρών, ιδιαίτερα εάν κάποιο μικρό κόμμα βρεθεί οριακά εντός ή εκτός Βουλής. Συνεπώς, μικρές μεταβολές στα τελικά ποσοστά ενδέχεται να μεταβάλουν αισθητά τους συσχετισμούς.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, το πολιτικό συμπέρασμα είναι ευρύτερο. Η εκλογική αντοχή του Λικούντ συνυπάρχει με την αποδυνάμωση των κυβερνητικών του εταίρων, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα του Νετανιάχου να επανασυγκροτήσει τον προηγούμενο συνασπισμό. Αντίστοιχα, η αριθμητική υπεροχή της αντιπολίτευσης δεν αρκεί για την εξασφάλιση της εξουσίας.
Η κατάσταση θυμίζει τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 2019-2022, όταν το Ισραήλ οδηγήθηκε πέντε φορές στις κάλπες μέσα σε περίπου τριάμισι χρόνια. Η πολιτική πόλωση επέτρεπε τη συγκρότηση ισχυρών εκλογικών στρατοπέδων, αλλά δυσχέραινε τη δημιουργία βιώσιμων κυβερνήσεων.
Η αραβική ψήφος και η μεγάλη αντίφαση του ισραηλινού συστήματος
Η σημαντικότερη ίσως εξέλιξη των εκλογών είναι η ενίσχυση των αραβικών κομμάτων. Οι προβλέψεις για 17 έως 18 έδρες, έναντι δέκα στην απερχόμενη Κνεσέτ, αποτυπώνουν μια αξιοσημείωτη πολιτική κινητοποίηση. Η συνολική συμμετοχή στις εκλογές έφθασε στο 77,7%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1999, με ιδιαίτερα αυξημένη προσέλευση στις αραβικές κοινότητες.
Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ αποτελούν περίπου το 21% του πληθυσμού. Πρόκειται κυρίως για απογόνους των Παλαιστινίων που παρέμειναν στο ισραηλινό έδαφος μετά το 1948, αλλά και για διαφορετικές αραβόφωνες κοινότητες. Διαθέτουν ισραηλινή υπηκοότητα και πλήρη εκλογικά δικαιώματα, γεγονός που τους διαφοροποιεί από τους Παλαιστινίους της Γάζας και της Δυτικής Όχθης.
Η πολιτική τους εκπροσώπηση χαρακτηρίζεται από σημαντικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Η Κοινή Λίστα συνενώνει το αριστερό Χαντάς, το Ταάλ του Άχμαντ Τίμπι και το παλαιστινιακό εθνικό Μπαλάντ. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις προτάσσουν, με διαφορετικές προσεγγίσεις, την ισότητα των πολιτών, τα δικαιώματα της αραβικής κοινότητας και την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση.
Διαφορετική πολιτική διαδρομή ακολουθεί η Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς. Με ισλαμικές συντηρητικές ρίζες, έχει υιοθετήσει μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, επιδιώκοντας κυβερνητικές συνεργασίες με αντάλλαγμα συγκεκριμένες παρεμβάσεις για την ανάπτυξη των αραβικών περιοχών, την ασφάλεια και τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών.
Το 2021, η Ραάμ συμμετείχε στον κυβερνητικό συνασπισμό του Ναφτάλι Μπένετ και του Γιαΐρ Λαπίν, δημιουργώντας ένα σημαντικό προηγούμενο. Η εμπειρία εκείνης της κυβέρνησης απέδειξε ότι η συνεργασία αραβικών και εβραϊκών κομμάτων είναι θεσμικά εφικτή, αλλά πολιτικά ευάλωτη.
Η σημερινή εκλογική ενίσχυση των αραβικών παρατάξεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της συγκυρίας. Ο πόλεμος στη Γάζα, η κατάσταση στη Δυτική Όχθη και η ένταση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες έχουν οξύνει τις αντιθέσεις. Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα εγκληματικότητας, κοινωνικής ανισότητας και υποχρηματοδότησης των αραβικών δήμων ενισχύουν την απαίτηση ουσιαστικής πολιτικής εκπροσώπησης.
Εδώ αναδεικνύεται μια θεμελιώδης αντίφαση. Η κοινοβουλευτική παρουσία των Αράβων πολιτών μπορεί να αποδειχθεί απαραίτητη για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ σημαντικό μέρος του εβραϊκού πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη συνεργασία μαζί τους ως πολιτικά προβληματική. Το ζήτημα αγγίζει επομένως τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της ισραηλινής δημοκρατίας και τη θέση της αραβικής μειονότητας στο κράτος.
Η αντιπολίτευση και το δύσκολο εγχείρημα μιας νέας πλειοψηφίας
Ο Γκάντι Άιζενκοτ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πολιτικό εγχείρημα. Ως πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, διαθέτει ισχυρά ερείσματα στον χώρο της ασφάλειας και επιχειρεί να εκφράσει την επιθυμία για πολιτική αλλαγή χωρίς ριζική αναθεώρηση του ισραηλινού αμυντικού δόγματος.
Ωστόσο, οι δυνάμεις που αντιτίθενται στον Νετανιάχου εμφανίζουν σημαντικές ιδεολογικές αποκλίσεις. Το κεντροδεξιό σχήμα του Μπένετ και του Λαπίν, το δεξιό και κοσμικό Ισραέλ Μπεϊτένου του Άβιγκντορ Λίμπερμαν και οι κεντροαριστεροί Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν δεν συμμερίζονται κοινές θέσεις για το Παλαιστινιακό, τη θρησκεία, τους οικισμούς και τη φυσιογνωμία του κράτους.
Η απομάκρυνση του Νετανιάχου αποτελεί τον βασικό συνεκτικό παράγοντα. Για να μετατραπεί όμως αυτή η επιδίωξη σε κυβερνητικό πρόγραμμα, χρειάζονται συμφωνίες σε ζητήματα που διχάζουν εδώ και δεκαετίες την ισραηλινή κοινωνία.
Ακόμη δυσκολότερη εμφανίζεται η συνεργασία με τα αραβικά κόμματα. Ορισμένοι αντιπολιτευόμενοι ηγέτες έχουν αποκλείσει τη συμμετοχή τους σε κοινό κυβερνητικό συνασπισμό, ενώ άλλοι αντιμετωπίζουν ευνοϊκότερα μια τέτοια δυνατότητα.
Υπάρχει πάντως και η επιλογή κυβέρνησης μειοψηφίας. Το ισραηλινό κοινοβουλευτικό σύστημα επιτρέπει την παροχή εμπιστοσύνης με πλειοψηφία των ψηφισάντων, χωρίς να απαιτούνται υποχρεωτικά 61 θετικές ψήφοι. Συνεπώς, η αποχή των αραβικών κομμάτων ή η εξωτερική υποστήριξή τους θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να επιτρέψει τον σχηματισμό κυβέρνησης Άιζενκοτ.
Μια τέτοια λύση, ωστόσο, θα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης. Κάθε σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία θα απαιτούσε νέες συμφωνίες, ενώ μια κρίση εθνικής ασφάλειας θα μπορούσε να αναδείξει τις διαφορές των κυβερνητικών εταίρων.
Οι διαπραγματεύσεις και το ενδεχόμενο νέων εκλογών
Μετά την ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τις κοινοβουλευτικές παρατάξεις και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό που εκτιμά ότι διαθέτει τις περισσότερες δυνατότητες να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Κνεσέτ.
Η πρώτη εντολή διαρκεί 28 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης έως 14 επιπλέον ημερών. Εάν αποτύχει, μπορεί να ακολουθήσει δεύτερη προσπάθεια και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τρίτη. Η διαδικασία αυτή μπορεί να παραταθεί για αρκετές εβδομάδες, πριν καταστεί αναγκαία η προσφυγή σε νέες εκλογές.
Τα περιθώρια διαπραγματεύσεων είναι υπαρκτά. Θα μπορούσε να εξεταστεί η προσέγγιση υπερορθόδοξων κομμάτων, η ανασύνθεση ορισμένων κοινοβουλευτικών συνεργασιών ή ακόμη και μια ευρύτερη κυβέρνηση ενότητας. Καθεμία από αυτές τις επιλογές, ωστόσο, προϋποθέτει σημαντικούς πολιτικούς συμβιβασμούς.
Οι υπερορθόδοξες παρατάξεις έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με τη στρατιωτική θητεία, τη χρηματοδότηση θρησκευτικών ιδρυμάτων και τις σχέσεις κράτους και θρησκείας. Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση ενότητας θα έπρεπε να υπερβεί τις προσωπικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από τον Νετανιάχου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι νέες εκλογές αποτελούν ένα απολύτως υπαρκτό ενδεχόμενο. Ακόμη όμως και μια νέα αναμέτρηση δεν εγγυάται διαφορετικό αποτέλεσμα, εφόσον εξακολουθήσουν να κυριαρχούν οι ίδιες διαχωριστικές γραμμές.
Η διαμόρφωση σταθερής κυβέρνησης εξαρτάται επομένως από την ικανότητα των κομμάτων να διευρύνουν τα όρια των πολιτικών τους συνεργασιών. Διαφορετικά, η χώρα μπορεί να επιστρέψει σε έναν γνώριμο κύκλο αλλεπάλληλων εκλογών και παρατεταμένων διαπραγματεύσεων.
Η υπηρεσιακή κυβέρνηση Νετανιάχου και η γεωπολιτική αβεβαιότητα
Εάν οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης παραταθούν, ο Νετανιάχου θα εξακολουθήσει να ασκεί τα πρωθυπουργικά του καθήκοντα ως επικεφαλής της απερχόμενης κυβέρνησης. Το ισραηλινό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη συνέχιση της λειτουργίας της εκτελεστικής εξουσίας μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από νέο κυβερνητικό σχήμα.
Η υπηρεσιακή αυτή ιδιότητα συνεπάγεται περιορισμούς και αυξημένη ανάγκη θεσμικής αυτοσυγκράτησης, ιδιαίτερα για αποφάσεις χωρίς επείγοντα χαρακτήρα. Δεν καταργεί, ωστόσο, τις κρίσιμες αρμοδιότητες της κυβέρνησης στον τομέα της εθνικής ασφάλειας.
Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη πολιτική εκκρεμότητα δεν θα εμπόδιζε κατ’ ανάγκη τη λήψη στρατιωτικών αποφάσεων απέναντι στο Ιράν, στη Χεζμπολάχ ή σε άλλες απειλές. Η στρατιωτική και διπλωματική δραστηριότητα του Ισραήλ θα μπορούσε να συνεχιστεί παράλληλα με τις κυβερνητικές διαπραγματεύσεις.
Υπάρχει, εντούτοις, μια σημαντική πολιτική διάσταση. Η περιορισμένη κοινοβουλευτική στήριξη και η αβεβαιότητα για το μέλλον της κυβέρνησης ενδέχεται να δυσχεράνουν αποφάσεις που απαιτούν μακροχρόνιες δεσμεύσεις. Αυτό αφορά κυρίως τις διπλωματικές διευθετήσεις, τις περιφερειακές συμφωνίες και τις πρωτοβουλίες που προϋποθέτουν ευρύτερη εσωτερική συναίνεση.
Παράλληλα, η παραμονή του Νετανιάχου στην πρωθυπουργία, ακόμη και υπό υπηρεσιακό καθεστώς, θα διατηρούσε τη σημερινή πολιτική ηγεσία στο επίκεντρο της διαχείρισης των περιφερειακών κρίσεων.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα αραβικά κράτη, η αβεβαιότητα αυτή δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον. Οι διεθνείς συνομιλητές του Ισραήλ θα πρέπει να συνυπολογίζουν ότι μια κυβέρνηση με αβέβαιη διάρκεια ενδέχεται να δυσκολεύεται να εγγυηθεί την εφαρμογή συμφωνιών σε βάθος χρόνου.
Η αλλαγή ηγεσίας και η στρατηγική συνέχεια του Ισραήλ
Το σημαντικότερο ερώτημα αφορά τις πιθανές επιπτώσεις μιας κυβερνητικής αλλαγής στην περιφερειακή πολιτική του Ισραήλ. Η αποχώρηση του Νετανιάχου θα αποτελούσε σημαντική πολιτική εξέλιξη, αλλά οι βασικές προτεραιότητες του ισραηλινού κράτους διαθέτουν ευρύτερη θεσμική και κοινωνική υποστήριξη.
Η αντιμετώπιση του Ιράν, ο περιορισμός της στρατιωτικής ισχύος της Χεζμπολάχ, η εξουδετέρωση απειλών από τη Γάζα και η διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας αποτελούν κεντρικούς άξονες της ισραηλινής στρατηγικής. Οι επιλογές αυτές έχουν ενισχυθεί από την εμπειρία της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν.
Ο Άιζενκοτ, παρά τη διαφοροποίησή του από τον Νετανιάχου σε ζητήματα διακυβέρνησης και πολιτικής ευθύνης, προέρχεται από τον πυρήνα του ισραηλινού μηχανισμού ασφαλείας. Οι δημόσιες θέσεις του δεν προμηνύουν εγκατάλειψη της στρατηγικής αποτροπής ούτε άμεση αναθεώρηση της στάσης απέναντι στην παλαιστινιακή κρατική υπόσταση.
Αντίστοιχες διαπιστώσεις διατυπώνουν Ισραηλινοί και διεθνείς αναλυτές, οι οποίοι διακρίνουν σημαντικά περιθώρια αλλαγής στον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, αλλά μικρότερα περιθώρια αναθεώρησης των θεμελιωδών επιδιώξεών της.
Μια διαφορετική κυβέρνηση θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματική συνεργασία, να περιορίσει τη βία εξτρεμιστών εποίκων στη Δυτική Όχθη και να επιδιώξει αποτελεσματικότερη συνεννόηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αραβικές πρωτεύουσες. Θα μπορούσε επίσης να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο τη διεθνή πίεση για τη Γάζα.
Ωστόσο, η δυνατότητα ουσιαστικής μεταβολής της πολιτικής εξαρτάται και από τη σύνθεση μιας νέας κυβέρνησης. Ένας συνασπισμός με ισχυρή συμμετοχή συντηρητικών και δεξιών κομμάτων θα είχε διαφορετικά περιθώρια κινήσεων από ένα σχήμα που θα στηριζόταν, έστω εξωτερικά, στην αραβική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Το ίδιο ισχύει για την πολιτική απέναντι στον Λίβανο και στη Συρία. Η επιδίωξη περιορισμού των απειλών θα παρέμενε, αλλά ο συνδυασμός στρατιωτικών επιχειρήσεων και διπλωματικών πρωτοβουλιών θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί.
Σε κάθε περίπτωση, η περιφερειακή πολιτική του Ισραήλ επηρεάζεται από παράγοντες που υπερβαίνουν την προσωπικότητα του πρωθυπουργού. Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων, η ισχυρή αντίληψη περί εθνικής ασφάλειας, οι κοινωνικές συνέπειες των πολέμων και η στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον περιορίζουν τα περιθώρια απότομων μεταβολών.
Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης περιόδου βρίσκεται επομένως στη διαμόρφωση μιας νέας εσωτερικής πολιτικής ισορροπίας, ικανής να υποστηρίξει μακροπρόθεσμες επιλογές σε ένα ιδιαίτερα ασταθές περιβάλλον.
Οι χθεσινές εκλογές φαίνεται ότι αποδυναμώνουν την κυβερνητική βάση του Νετανιάχου και ταυτόχρονα αναδεικνύουν τα όρια της αντιπολίτευσης. Η αυξημένη επιρροή των αραβικών κομμάτων μεταβάλλει την κοινοβουλευτική αριθμητική και επαναφέρει το ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής τους στο επίκεντρο.
Το τελικό αποτέλεσμα θα καθορίσει ποιος διαθέτει τις περισσότερες δυνατότητες να σχηματίσει κυβέρνηση. Η σταθερότητα όμως της επόμενης ημέρας θα εξαρτηθεί από την υπέρβαση των σημερινών πολιτικών αντιθέσεων.
Και κυρίως, ακόμη και εάν η εκλογική διαδικασία οδηγήσει στην αποχώρηση του Νετανιάχου, η στρατηγική κατεύθυνση του Ισραήλ δεν πρόκειται να μεταβληθεί αυτομάτως. Η αλλαγή πρωθυπουργού μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για διαφορετικούς πολιτικούς χειρισμούς. Η ουσιαστική αναθεώρηση της περιφερειακής στρατηγικής απαιτεί βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, οι οποίες προς το παρόν δεν έχουν αποκτήσει σαφή κοινοβουλευτική έκφραση στο Ισραήλ.