Η δεύτερη δίκη μιας γυναίκας και το τίμημα του να μιλάς
Στα λόγια, είμαστε μαζί σου – Γιατί η γυναικεία ενδυνάμωση έρχεται πάντα με αστερίσκους
Υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις γυναίκες που καταγγέλλουν τη σεξουαλική βία. Τις προτρέπουμε να μιλήσουν. Τις ενθαρρύνουμε να σπάσουν τη σιωπή τους. Τις χειροκροτούμε όταν βρίσκουν το κουράγιο να κατονομάσουν τον άνθρωπο που κατηγορεί ότι τις κακοποίησε. Γεμίζουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με συνθήματα αλληλεγγύης, φοράμε το σωστό προσωπείο στις επετείους και στις καμπάνιες, μοιραζόμαστε συγκινητικές ιστορίες και δηλώνουμε χωρίς ντροπή ότι καμία γυναίκα δεν πρέπει να φοβάται να μιλήσει.
Και όλα αυτά μέχρι να μοιραστεί όσα έζησε. Διότι όταν πραγματικά μιλήσει, αρχίζει μια άλλη ιστορία. Η ιστορία των αμφιβολιών για τον χαρακτήρα της, των ερωτήσεων γιατί δεν μίλησε νωρίτερα, γιατί δεν αντέδρασε διαφορετικά, γιατί θυμήθηκε κάτι αργότερα, γιατί δεν συμπεριφέρθηκε όπως φανταζόμαστε ότι θα συμπεριφερόταν ένα «πραγματικό» θύμα. Αυτή, με απλά λόγια, είναι η ιστορία της δημόσιας έκθεσης, της εξαντλητικής επανάληψης του τραύματος, της οικονομικής αιμορραγίας, της ψυχολογικής φθοράς.
Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ιστορία της μετατροπής της καταγγέλλουσας σε κατηγορούμενη που καλείται να αποδείξει ότι δεν είπε ψέματα.
Κανείς δεν το διατυπώνει ανοιχτά, αλλά δυστυχώς το μήνυμα είναι αρκετά σαφές: μίλα, αρκεί να είσαι έτοιμη να πληρώσεις το τίμημα.
Από το #MeToo στο εδώλιο του κατηγορουμένου
Η υπόθεση του Πέτρου Φιλιππίδη επιστρέφει στο προσκήνιο με έναν τρόπο που συμπυκνώνει όλες αυτές τις αντιφάσεις.
Χθες, η γυναίκα που είχε καταγγείλει τον ηθοποιό για βιασμό κατ’ εξακολούθηση καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών, με τριετή αναστολή, για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση, έπειτα από μήνυση που είχε υποβάλει εναντίον της ο ίδιος.
Το δικαστήριο αποφάσισε να μην υιοθετήσει την απαλλακτική πρόταση του εισαγγελέα.
Εν τω μεταξύ, η υπόθεση για την οποία εκείνη τον είχε καταγγείλει είχε ήδη οδηγήσει στην αθώωσή του, ενώ ο ίδιος έχει καταδικαστεί σε δεύτερο βαθμό για δύο απόπειρες βιασμού σε βάρος άλλων γυναικών.
Αυτή είναι η ουσία του ιστορικού, και χρειάζεται να ειπωθεί ολόκληρη. Όχι για να συγχέουμε διαφορετικές υποθέσεις, ούτε για να παρουσιάσουμε μία δικαστική απόφαση σαν να μην υπάρχει. Αλλά για να καταλάβουμε το παράδοξο που βρίσκεται μπροστά μας.
Ο Πέτρος Φιλιππίδης βρέθηκε αντιμέτωπος με καταγγελίες περισσότερων γυναικών. Η δικαστική διαδρομή του περιλάμβανε διαφορετικές κατηγορίες, ξεχωριστές κρίσεις και διαφορετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Τον Ιούλιο του 2025, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο τον έκρινε ένοχο για δύο απόπειρες βιασμού, επιβάλλοντάς του ποινή τριών ετών φυλάκισης με τριετή αναστολή. Για την καταγγελία της συγκεκριμένης γυναίκας, όμως, είχε αθωωθεί.
Σήμερα, βρίσκεται εκείνη στην πλευρά των καταδικασμένων.
Δεν είναι ορθό να συγκρίνουμε μηχανικά τις δύο ποινές σαν να αφορούν την ίδια πράξη. Είναι, όμως, απολύτως θεμιτό να αναρωτηθούμε τι σημαίνουν όλα αυτά για την εμπιστοσύνη των γυναικών στους θεσμούς.
Το κουμπί της συμπόνιας δεν είναι δικαιοσύνη
Πάντως, σαν χώρα έχουμε καταφέρει να κάνουμε την αλληλεγγύη προς τις γυναίκες ένα είδος κοινωνικού τελετουργικού. Ένα συγκινητικό βίντεο, ένα hashtag, ένα μωβ πλαίσιο στην κατάλληλη ημέρα, μερικές δηλώσεις συμπαράστασης, ένα τραγικό κουμπί ευαισθητοποίησης και ξαφνικά αισθανόμαστε πως κάναμε το καθήκον μας.
Δηλώσαμε παρόντες, είπαμε τις σωστές λέξεις, αποδείξαμε – κυρίως στους εαυτούς μας – ότι ανήκουμε στους καλούς.
Μόνο που η πραγματική αλληλεγγύη δεν μετριέται στις αναρτήσεις. Μετριέται στο τι συμβαίνει όταν η γυναίκα που εμείς ενθαρρύναμε να μιλήσει δεν είναι πια μία αφηρημένη φιγούρα σε μία καμπάνια, αλλά ένας άνθρωπος με όνομα, προσωπική ιστορία και μία υπόθεση που δεν χωρά εύκολα στα συνθήματά μας.
Μετριέται όταν η κοινωνία καλείται να αντέξει την πολυπλοκότητα μίας δικαστικής διαδικασίας χωρίς να μετατρέπει κάθε αμφιβολία σε αφορμή για δημόσιο εξευτελισμό. Όταν θυμάται ότι η δικαστική αθώωση δεν αποδεικνύει από μόνη της πως μία καταγγελία ήταν ψευδής και όταν αντιλαμβάνεται ότι η απόδειξη της ενοχής για ψευδή καταμήνυση απαιτεί τη δική της. Αυτοτελή δικαστική κρίση.
Η συμπόνια που προσφέρεται μόνο όταν η ιστορία είναι απλή, οι ρόλοι ξεκάθαροι και η έκβαση βολική, δεν είναι αλληλεγγύη. Είναι δημόσιες σχέσεις.
Και το πιο βολικό ψέμα που λέμε στις γυναίκες ελαφρά τη καρδία, είναι ότι αρκεί να μιλήσουν για να λυτρωθούν.
Για τω Θεώ, ας λέμε επιτέλους στις γυναίκες «μίλα» χωρίς αστερίσκους
Δεν αρκεί να λέμε ότι πιστεύουμε τις γυναίκες, αν εννοούμε ότι τις πιστεύουμε μόνο μέχρι το σημείο που αρχίζουν οι δυσκολίες. Δεν αρκεί να τους ζητάμε να σπάσουν τη σιωπή, αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να προστατεύσουμε το δικαίωμά τους να ακουστούν χωρίς να τις καταδικάζουμε προκαταβολικά στη δημόσια σφαίρα. Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε τη βία, αν εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τις γυναίκες που την καταγγέλλουν ως ύποπτες μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
Και, κυρίως, δεν αρκεί να τους προσφέρουμε τη συμπόνια μας, αν δεν είμαστε έτοιμοι να διεκδικήσουμε θεσμούς που να μπορούν να διερευνούν τις καταγγελίες με επάρκεια, συνέπεια και σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η δικαιοσύνη δεν οφείλει να χαρίζει καταδίκες στις γυναίκες. Οφείλει να μην τους κάνει την αλήθεια δυσκολότερη απ’ όσο ήδη είναι να αποδειχθεί. Και η κοινωνία δεν οφείλει να προδικάζει δικαστικές αποφάσεις. Οφείλει, όμως, να σταματήσει να χρησιμοποιεί κάθε απόφαση ως άλλοθι για να επιστρέψει στην παλιά, βολική καχυποψία της.
Γιατί, στο τέλος, η γυναίκα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο που δεν θα έπρεπε να υπάρχει: αν σωπάσει, προστατεύει ενδεχομένως τον εαυτό της, αλλά μένει μόνη με όσα έζησε. Αν μιλήσει, διεκδικεί το δικαίωμα να ακουστεί, αλλά μπορεί να χρειαστεί να υπερασπιστεί όχι μόνο την καταγγελία της, αλλά και την ίδια της την υπόσταση.
Και εμείς, οι υπόλοιποι, εξακολουθούμε να της λέμε πόσο γενναία είναι που μίλησε. Μέχρι να αποφασίσουμε ότι δεν μας αρέσει ο τρόπος με τον οποίο μίλησε.
Είναι πολύ δύσκολο να είσαι γυναίκα σε μια υποκριτική κοινωνία.
Πάντα ήταν. Απλώς τώρα, αφού πρώτα σε πείσουν ότι έχεις φωνή, ότι έχεις δικαίωμα να μιλήσεις, ότι δεν είσαι μόνη, μπορούν να σε κρεμάσουν στα μανταλάκια οι ίδιοι άνθρωποι που σε φλόμωσαν στο ψέμα πως θα σε στηρίξουν.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι το «μίλα» δεν ήταν ποτέ τόσο απλό όσο ακουγόταν και αυτό, γιατί το δύσκολο, τελικά, δεν είναι να βρεις τη φωνή σου.
Είναι να ζήσεις σε μια κοινωνία που θα σε τιμωρεί επειδή τη χρησιμοποίησες.