Η πρόοδος στην ελληνική δικαιοσύνη και η πρόκληση της εμπιστοσύνης

Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει τις θετικές επιδόσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης, τις χρόνιες αδυναμίες και τις προϋποθέσεις ουσιαστικής βελτίωσης

Η πρόοδος στην ελληνική δικαιοσύνη και η πρόκληση της εμπιστοσύνης
Δικαιοσύνη (Tingey Injury Law Firm/Unsplash)

Η δημοσίευση της νέας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), στις 16 Οκτωβρίου, για τη Δικαιοσύνη ως δημόσια υπηρεσία, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία αξιολόγησης του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια σύνθετη πραγματικότητα, καθώς η Ελλάδα παρουσιάζει αξιοσημείωτες επιδόσεις στην πρόσβαση των πολιτών σε μηχανισμούς επίλυσης διαφορών και στην αντίληψη περί δίκαιης μεταχείρισης, εξακολουθώντας ωστόσο να αντιμετωπίζει σοβαρές αδυναμίες στην ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, στην οργάνωση των υπηρεσιών και στην εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκτεταμένη προσπάθεια εκσυγχρονισμού, με πρωτοβουλίες που αφορούν τον νέο δικαστικό χάρτη, την ψηφιοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή αρμοδιοτήτων και την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Οι πρώτες μετρήσεις δείχνουν ότι ορισμένες παρεμβάσεις αποδίδουν, χωρίς όμως να έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί οι διαρθρωτικές δυσλειτουργίες δεκαετιών.

Το ενδιαφέρον της έκθεσης του ΟΟΣΑ έγκειται κυρίως στη διαφορετική προσέγγιση που υιοθετεί. Η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης αξιολογείται μέσα από την πραγματική εμπειρία του πολίτη, από την εμφάνιση ενός νομικού προβλήματος έως την οριστική αντιμετώπισή του. Η μεθοδολογία αυτή επιτρέπει να αναδειχθούν δυνατότητες του ελληνικού συστήματος που συχνά υποβαθμίζονται στον δημόσιο διάλογο, χωρίς να παραγνωρίζονται οι αδυναμίες του.

Η θετική ελληνική εικόνα στη διεθνή σύγκριση

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά την αντίληψη των πολιτών για τον δίκαιο χαρακτήρα των διαδικασιών επίλυσης διαφορών. Η Ελλάδα κατατάσσεται, μαζί με τη Λιθουανία και την Πολωνία, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες θετικές αξιολογήσεις, σε έναν δείκτη που εξετάζει κατά πόσον όσοι ολοκλήρωσαν τη διαδικασία αντιμετώπισης ενός νομικού προβλήματος θεωρούν ότι έτυχαν δίκαιης μεταχείρισης.

Η επίδοση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στις χώρες του Οργανισμού οι αντίστοιχες αξιολογήσεις παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες που συνδυάζουν σχετικά υψηλά ποσοστά ολοκληρωμένης επίλυσης διαφορών με θετικές εμπειρίες από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία για την πρόσβαση σε εξατομικευμένη νομική συμβουλή και υποστήριξη. Ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται στο 39% μεταξύ όσων χρειάζονταν σχετική βοήθεια, στην Ελλάδα το ποσοστό υπερβαίνει το 50%, όπως συμβαίνει στο Βέλγιο και στην Ολλανδία. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η επίδοση στην πρόσβαση σε μηχανισμούς επίλυσης διαφορών, όπου η χώρα εμφανίζεται μετά την Κόστα Ρίκα και την Κολομβία, στην ομάδα των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά.

Απαραίτητη, βεβαίως, είναι μια μεθοδολογική διευκρίνιση. Οι δείκτες περιλαμβάνουν και εξωδικαστικούς μηχανισμούς, ενώ βασίζονται σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2017 και 2024. Συνεπώς, δεν αποδεικνύουν αυτομάτως βελτίωση της δικαστικής λειτουργίας κατά τα τελευταία χρόνια ούτε μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα ουσιαστικό πλεονέκτημα. Η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει θεσμούς και διαδικασίες που επιτρέπουν σε σημαντικό μέρος των πολιτών να αναζητούν αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τους. Το ζητούμενο είναι αυτή η δυνατότητα να συνοδεύεται από ταχύτερη, οικονομικά προσιτή και προβλέψιμη απονομή της Δικαιοσύνης.

Οι μεταρρυθμίσεις και τα πρώτα μετρήσιμα αποτελέσματα

Η αποτίμηση της ελληνικής προόδου συμπληρώνεται από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 και αναγνωρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις αρχίζουν να παρουσιάζουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα πρώτα στοιχεία από την εφαρμογή του νέου δικαστικού χάρτη, ο οποίος αναδιοργάνωσε την πρωτοβάθμια δικαστική λειτουργία. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης μειώθηκε από τις 1.422 στις 513 ημέρες, ενώ το ποσοστό διεκπεραίωσης υποθέσεων αυξήθηκε από 87,5% σε 100,8%. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι ολοκληρωμένες υποθέσεις ξεπέρασαν οριακά τις νεοεισερχόμενες.

Πρόκειται για μια σημαντική ένδειξη αποτελεσματικότερης οργάνωσης, αν και τα αποτελέσματα παραμένουν προκαταρκτικά και δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο των ελληνικών δικαστηρίων. Η συνέχιση της βελτίωσης θα αποτελέσει το ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας της μεταρρύθμισης.

Θετικές εξελίξεις καταγράφονται και στη διοικητική Δικαιοσύνη. Το 2024, το ποσοστό διεκπεραίωσης υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια πρώτου βαθμού έφθασε το 112%, μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στο Συμβούλιο της Επικρατείας ο εκτιμώμενος χρόνος μειώθηκε από 1.239 σε 966 ημέρες. Η μεταφορά συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια συνέβαλε στη βελτίωση αυτή.

Παράλληλα, η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης προχωρά με την επέκταση των πληροφοριακών συστημάτων, του ηλεκτρονικού φακέλου και των δυνατοτήτων ηλεκτρονικής κατάθεσης εγγράφων. Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων έχει ήδη εγκατασταθεί σε όλες τις εισαγγελίες και τα ποινικά δικαστήρια, καθώς και στο 96% των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Εξίσου ουσιαστική είναι η απομάκρυνση ορισμένων μη αμφισβητούμενων διαδικασιών από τα δικαστήρια, με την ανάθεση αρμοδιοτήτων σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους. Η ηλεκτρονική δημοσίευση διαθηκών και η απλούστευση διαδικασιών, όπως η έκδοση κληρονομητηρίων, περιορίζουν την επιβάρυνση των δικαστικών υπηρεσιών.

Οι αλλαγές αυτές καταδεικνύουν ότι η προσπάθεια εκσυγχρονισμού αρχίζει να αποκτά μετρήσιμο περιεχόμενο. Η οργανωτική αναδιάρθρωση, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και η εξορθολογισμένη κατανομή αρμοδιοτήτων δημιουργούν προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση προβλημάτων που παρέμεναν επί δεκαετίες άλυτα.

Οι καθυστερήσεις και η δοκιμασία της εμπιστοσύνης

Παρά τις θετικές εξελίξεις, η συνολική εικόνα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυσλειτουργίες. Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο εκτιμώμενος χρόνος διεκπεραίωσης των αστικών και εμπορικών διαφορών πρώτου βαθμού περιορίστηκε από 771 ημέρες το 2023 σε 737 ημέρες το 2024. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τη μεγαλύτερη καθυστέρηση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Ακόμη περισσότερο προβληματίζει το ποσοστό διεκπεραίωσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο 81%. Όταν ολοκληρώνονται λιγότερες υποθέσεις από όσες εισάγονται, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις περαιτέρω συσσώρευσης εκκρεμοτήτων. Επομένως, η μείωση των χρόνων σε ορισμένα μεγάλα δικαστήρια πρέπει να συνοδευτεί από αντίστοιχη βελτίωση σε ολόκληρη την επικράτεια.

Οι συνέπειες εκτείνονται πέρα από τη δικαστική αίθουσα. Η πολυετής αναμονή επιβαρύνει οικονομικά τους πολίτες, δυσχεραίνει τη λειτουργία των επιχειρήσεων και δημιουργεί αβεβαιότητα στις συναλλαγές. Η ταχύτητα και η προβλεψιμότητα της δικαστικής προστασίας επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια δικαίου, την επενδυτική δραστηριότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Εξίσου σοβαρό είναι το έλλειμμα εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα του ΟΟΣΑ για το 2025, μόλις το 39% των Ελλήνων δηλώνει υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στα δικαστήρια, έναντι μέσου όρου 54% στις χώρες του Οργανισμού. Η απόσταση αυτή επιβεβαιώνει ότι η βελτίωση των λειτουργικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη αποκατάσταση της κοινωνικής εμπιστοσύνης.

Αντίστοιχα σύνθετη είναι η εικόνα της αντιλαμβανόμενης δικαστικής ανεξαρτησίας. Το 43% των πολιτών την αξιολογεί θετικά το 2026, έναντι 38% το προηγούμενο έτος. Στις επιχειρήσεις, όμως, το ποσοστό μειώθηκε από 49% σε 33%. Πρόκειται για διαφορετικές τάσεις, οι οποίες δείχνουν ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί περισσότερο χρόνο και συνεκτικές θεσμικές παρεμβάσεις.

Η βελτίωση της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, με μεγαλύτερη συμμετοχή του δικαστικού σώματος, αποτελεί θεσμικό βήμα. Παραμένει, ωστόσο, ανοικτή η συζήτηση για περαιτέρω εγγυήσεις διαφάνειας, καθώς και για περιορισμούς στην ανάληψη ορισμένων θέσεων από αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς.

Πέρα από τους νόμους, η ανάγκη μιας νέας λειτουργίας

Η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ εντοπίζει μια λιγότερο προβεβλημένη αδυναμία της Ελλάδας: την απουσία συστηματικής, κρατικά οργανωμένης έρευνας για τις πραγματικές νομικές ανάγκες των πολιτών. Χώρες όπως η Ολλανδία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αναπτύξει σχετικούς μηχανισμούς, οι οποίοι επιτρέπουν τον σχεδιασμό πολιτικών βάσει συγκεκριμένων κοινωνικών δεδομένων.

Η σημασία τους είναι ουσιαστική. Η καταγραφή του αριθμού των δικαστικών αποφάσεων παρέχει πληροφορίες για την παραγωγικότητα των δικαστηρίων, αλλά δεν αποτυπώνει πόσοι πολίτες αδυνατούν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη λόγω κόστους, άγνοιας των δικαιωμάτων τους ή δυσκολίας πρόσβασης στις υπηρεσίες.

Παρόμοια αδυναμία διαπιστώνεται στην ψηφιακή στρατηγική. Μολονότι η Ελλάδα διαθέτει σχετικό σχεδιασμό και υλοποιεί σημαντικά έργα, ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως συγκεκριμένοι στόχοι βελτίωσης της πρόσβασης των πολιτών και η αρχή του εξαρχής ψηφιακού σχεδιασμού. Επίσης, η αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος δεν καλύπτει με την ίδια συστηματικότητα τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης και τις υπηρεσίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

Η αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών απαιτεί περισσότερη επένδυση στην οργάνωση και στο ανθρώπινο δυναμικό. Οι ελλείψεις σε δικαστικούς υπαλλήλους, επιστημονικούς συνεργάτες και ειδικούς πληροφορικής μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα ακόμη και των καλύτερα σχεδιασμένων μεταρρυθμίσεων. Απαιτείται, συνεπώς, καλύτερη κατανομή προσωπικού ανάλογα με τον φόρτο εργασίας, διαρκής επιμόρφωση και ουσιαστική αναβάθμιση των υποστηρικτικών υπηρεσιών.

Εξίσου αναγκαία είναι η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης, με δημοσιοποίηση συγκρίσιμων στοιχείων για τον χρόνο εκδίκασης, τις αναβολές και τις εκκρεμότητες. Η αξιολόγηση οφείλει να συνδυάζει την ταχύτητα με την ποιότητα των αποφάσεων, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.

Παράλληλα, η πολιτεία χρειάζεται να περιορίσει τις ίδιες τις αιτίες παραγωγής δικαστικών διαφορών. Η καλύτερη νομοθέτηση, η σαφήνεια των διοικητικών πράξεων, η συνεπής εφαρμογή της νομολογίας και η ουσιαστική ανάπτυξη της διαμεσολάβησης μπορούν να αποτρέψουν την εισαγωγή υποθέσεων που θα μπορούσαν να επιλυθούν εγκαίρως. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συμμόρφωση της διοίκησης προς τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση εμπέδωσης του κράτους δικαίου.

Τέλος, απαιτείται μια ευρύτερη κουλτούρα θεσμικής υπευθυνότητας. Ο δημόσιος διάλογος, η τεκμηριωμένη κριτική στις δικαστικές αποφάσεις και ο σεβασμός της διάκρισης των εξουσιών επηρεάζουν τη σχέση της κοινωνίας με τη Δικαιοσύνη. Καμία οργανωτική παρέμβαση δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει αυτή τη σχέση.

Η αποτίμηση του ΟΟΣΑ, σε συνδυασμό με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναδεικνύει τελικά μια χώρα που έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού, αλλά απέχει ακόμη από την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του δικαστικού της συστήματος. Οι μεταρρυθμίσεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις βελτίωσης, όμως η αποτελεσματικότητά τους θα κριθεί από τη διάρκεια, τη συνέπεια και την καθολική εφαρμογή τους.

Το ουσιαστικό στοίχημα για τα επόμενα χρόνια είναι η δημιουργία μιας Δικαιοσύνης ταχύτερης, περισσότερο προσβάσιμης και θεσμικά ισχυρής, ικανής να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας θα μετρηθεί πρωτίστως στην καθημερινότητα των πολιτών, στην πραγματική προστασία των δικαιωμάτων τους και στην εμπιστοσύνη τους προς τους θεσμούς.