Γιατί δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου
Υπάρχουν υποθέσεις που επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση κάθε φορά που ανοίγει ξανά μια δικαστική αίθουσα. Και υπάρχουν κι εκείνες που δεν θα έπρεπε να χρειάζονται μια νέα δικάσιμο για να θυμόμαστε γιατί έχουν σημασία. Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ο Βασίλης Μάγγος ήταν μόλις 26 ετών όταν, στις 14 Ιουνίου 2020, δέχθηκε, σύμφωνα με την καταγγελία του, βία από αστυνομικούς έξω από τα δικαστήρια του Βόλου και στη συνέχεια κατά τη μεταφορά και παραμονή του σε αστυνομικό κτίριο.
Έναν μήνα αργότερα, στις 13 Ιουλίου, έφυγε από τη ζωή. Η σύνδεση των δύο γεγονότων και οι ευθύνες που ενδεχομένως προκύπτουν αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν με αυθαίρετα συμπεράσματα. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται η πλήρης και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
Η δικαστική διαδικασία συνεχίζεται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας με τους έξι αστυνομικούς να αντιμετωπίζουν κατηγορίες για βασανιστήρια, καθώς και για επικίνδυνη σωματική βλάβη, έκθεση και παράνομη κατακράτηση.
Χθες, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου ολοκληρώθηκαν οι απολογίες τους, ενώ η διαδικασία αναμένεται να συνεχιστεί στις 26 Οκτωβρίου με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης.
Οι κατηγορούμενοι από την πλευρά τους αρνούνται ότι χτύπησαν ή βασάνισαν τον Μάγγο κατά τη μεταφορά και την παραμονή του στην αστυνομική διεύθυνση. Παράλληλα, τρεις από αυτούς έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως για επικίνδυνη σωματική βλάβη για το περιστατικό έξω από τα δικαστήρια του Βόλου.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να προδικάσουμε την απόφαση του δικαστηρίου. Είναι αν μπορούμε να απαιτούμε να διερευνηθεί κάθε πτυχή μιας υπόθεσης χωρίς να θεωρούμε ότι αυτό συνιστά επίθεση στους θεσμούς.
Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρη.
Η εξουσία δεν μπορεί να ελέγχει μόνη της τον εαυτό της
Η αστυνομία έχει έναν αναγκαίο ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η προστασία των πολιτών, η εφαρμογή του νόμου και η διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας αποτελούν ουσιαστικές λειτουργίες της. Αλλά ακριβώς επειδή οι αστυνομικοί ασκούν κρατική εξουσία, η δράση τους πρέπει να υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες και αποτελεσματικό έλεγχο.
Η στολή δεν καταργεί τα δικαιώματα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί της. Ούτε η προσαγωγή, η σύλληψη ή η ένταση μιας στιγμής δικαιολογούν οποιαδήποτε μεταχείριση. Όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται υπό τον έλεγχο των αρχών, η υποχρέωση προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Είναι μέρος της ίδιας της νομιμότητας της κρατικής δράσης.
Αυτή είναι και η ουσία της υπόθεσης Μάγγου. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς κάθε ισχυρισμό της οικογένειας ή οποιασδήποτε πλευράς για να αναγνωρίσει ότι οι καταγγελίες για βία από όργανα του κράτους πρέπει να εξετάζονται με σοβαρότητα, ανεξαρτησία και διαφάνεια. Η απαίτηση για λογοδοσία δεν είναι άρνηση της αστυνομίας ως θεσμού. Είναι απαίτηση να λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες που οφείλει να υπηρετεί.
Η δικαιοσύνη καλείται να απαντήσει και για τη διαδρομή της υπόθεσης
Υπάρχει, ωστόσο, μια διάσταση που αξίζει να συζητηθεί πέρα από το τι συνέβη εκείνη την ημέρα: ο τρόπος με τον οποίο μια υπόθεση φτάνει στο ακροατήριο, οι κατηγορίες που τελικά εξετάζονται και το κατά πόσο έχουν διερευνηθεί όλες οι πτυχές της.
Η αρχική δικαστική διαδρομή της υπόθεσης και η μεταγενέστερη παραπομπή των έξι αστυνομικών για βασανιστήρια και άλλες πράξεις έχουν προκαλέσει – δικαίως κατά την άποψή μου – δημόσια συζήτηση.
Ο πατέρας του Βασίλη, Γιάννης Μάγγος, έχει υποστηρίξει ότι ο ξυλοδαρμός έξω από τα δικαστήρια και όσα καταγγέλλονται ότι ακολούθησαν στο αστυνομικό κτίριο αποτελούν ένα ενιαίο περιστατικό, το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Εδώ βρίσκεται ένα ουσιαστικό ερώτημα: εξετάστηκαν όλα τα στοιχεία με τρόπο που να επιτρέπει την απόδοση των ευθυνών σε κάθε εμπλεκόμενο, για κάθε πράξη που μπορεί να αποδειχθεί; Διερευνήθηκαν επαρκώς οι καταγγελίες για τη μεταχείριση του Μάγγου κατά τη μεταφορά και την παραμονή του στο αστυνομικό κτίριο; Και πώς αξιολογούνται οι πράξεις και οι παραλείψεις που ενδέχεται να προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας;
Δεν είναι δουλειά ενός άρθρου να υποκαταστήσει τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο. Είναι, όμως, δουλειά της δημοσιογραφίας να θέτει αυτά τα ερωτήματα, να παρακολουθεί την εξέλιξη της διαδικασίας και να ελέγχει αν οι απαντήσεις που δίνονται στηρίζονται στα πραγματικά δεδομένα.
Άλλωστε, το γεγονός ότι τρεις αστυνομικοί έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως για επικίνδυνη σωματική βλάβη, ενώ εκκρεμεί η έφεσή τους, δείχνει ότι η υπόθεση έχει περισσότερα από ένα δικαστικά σκέλη. Η αποτίμησή της απαιτεί να διακρίνουμε τις επιμέρους διαδικασίες, χωρίς να χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο τη συνολική εικόνα.
Ο θάνατος δεν είναι υποσημείωση
Ο Βασίλης Μάγγος πέθανε έναν μήνα μετά το περιστατικό του Ιουνίου. Αυτό το χρονικό δεδομένο προσδίδει στην υπόθεση μια ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι οι καταγγελλόμενες πράξεις προκάλεσαν τον θάνατό του. Για να διαπιστωθεί μια τέτοια σύνδεση απαιτούνται συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και δικαστική αξιολόγηση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο θάνατός του μπορεί να αποκοπεί από τη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση. Σημαίνει ότι οφείλουμε να συζητάμε με ακρίβεια τόσο για όσα έχουν ήδη κριθεί όσο και για όσα παραμένουν υπό διερεύνηση.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια κατηγορία και μια αποδεδειγμένη ευθύνη είναι θεμελιώδης. Εξίσου θεμελιώδης, όμως, είναι η διαφορά ανάμεσα στην απαίτηση να αποδειχθεί μια ευθύνη και στην αδιαφορία για το αν αυτή θα διερευνηθεί επαρκώς.
Αν ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου μετατρέπεται απλώς σε μια ημερομηνία που προηγείται μιας μακράς δικαστικής διαδικασίας, χωρίς να αναρωτιόμαστε τι συνέβη και αν όλα τα κρίσιμα ερωτήματα έχουν απαντηθεί, τότε κάτι χάνεται από τη δημόσια συζήτηση.
Η μνήμη ως απαίτηση λογοδοσίας
Η υπόθεση Μάγγου συνδέεται και με ένα ευρύτερο ζήτημα: τα όρια της κρατικής καταστολής, την αντιμετώπιση των διαδηλωτών και την προστασία των ατομικών ελευθεριών.
Ο Μάγγος είχε βρεθεί στον Βόλο στο πλαίσιο κινητοποιήσεων ενάντια στην καύση απορριμμάτων από την ΑΓΕΤ. Το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο συνέβη το περιστατικό είναι μέρος του ιστορικού της υπόθεσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδεικνύει από μόνο του τα κίνητρα ή τις ευθύνες οποιουδήποτε.
Το κρίσιμο ζήτημα, άλλωστε, δεν είναι αν συμφωνεί κανείς με τις πολιτικές ιδέες του Μάγγου ή με τα αιτήματα των κινητοποιήσεων στις οποίες συμμετείχε. Τα δικαιώματα δεν αποτελούν προνόμιο όσων έχουν τις ίδιες απόψεις με εμάς. Η προστασία τους δοκιμάζεται κυρίως όταν αφορά ανθρώπους που βρίσκονται σε σύγκρουση με την εξουσία ή εκφράζουν θέσεις που δεν είναι δημοφιλείς.
Γι’ αυτό και η υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά την οικογένειά του, τους ανθρώπους που τον γνώριζαν ή όσους συμμερίζονται τις πολιτικές του αναφορές. Αφορά όλους όσοι θεωρούν ότι η άσκηση δημόσιας εξουσίας πρέπει να συνοδεύεται από ευθύνη και ότι κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται υπεράνω ελέγχου.
Η επιμονή να μιλάμε για τον Βασίλη Μάγγο δεν σημαίνει ότι προεξοφλούμε την τελική κρίση της Δικαιοσύνης. Σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζουμε τη σιωπή ως ουδετερότητα ούτε τη δημόσια κριτική ως απειλή για τους θεσμούς.
Η Δικαιοσύνη πρέπει να αποφανθεί με βάση τα στοιχεία και τις εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης. Η κοινωνία, από την πλευρά της, έχει δικαίωμα να παρακολουθεί, να ενημερώνεται και να απαιτεί απαντήσεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουμε εκ των προτέρων ποιος είναι ένοχος αλλά να μην θεωρήσουμε ποτέ αυτονόητο ότι οι καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας μπορούν να ξεχαστούν, απλώς επειδή πέρασε ο χρόνος.
Και αυτός είναι ένας λόγος για να συνεχίσουμε να μιλάμε για τον Βασίλη Μάγγο.