Η φορολογική μεταμόρφωση της Ελλάδας και τα όρια της
Οι μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις, η πρόοδος απέναντι στη φοροδιαφυγή και οι εκκρεμότητες που αναδεικνύει ο διεθνής δείκτης
Η 23η θέση της Ελλάδας μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ στον φετινό Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας προσφέρεται για διαφορετικές πολιτικές αναγνώσεις.
Όποιος σταθεί αποκλειστικά στη θέση της χώρας μπορεί να υποστηρίξει ότι η πρόοδος παραμένει περιορισμένη. Από την άλλη πλευρά, όποιος εξετάσει την πορεία των τελευταίων ετών θα διαπιστώσει ότι το φορολογικό σύστημα έχει αλλάξει αισθητά, με σημαντικές μειώσεις συντελεστών, κατάργηση επιβαρύνσεων και βελτίωση της εισπραξιμότητας. Η ουσία βρίσκεται στην αξιολόγηση και των δύο διαστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζονται τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων ή οι αδυναμίες που εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομία.
Η έκθεση του αμερικανικού Tax Foundation, την οποία δημοσιεύει στην Ελλάδα το ΚΕΦΙΜ, καταγράφει συνολική βαθμολογία 65,9 στα 100, έναντι 65,7 το 2025, με βάση τα αναπροσαρμοσμένα στοιχεία. Οι διαφορές στις επιμέρους κατηγορίες είναι ενδεικτικές: πέμπτη θέση στη φορολογία φυσικών προσώπων, 19η στη διασυνοριακή φορολόγηση, 22η στην εταιρική φορολογία, αλλά 29η στους φόρους κατανάλωσης και 30ή στη φορολογία περιουσίας.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα στοιχείο που προσφέρει την αναγκαία ιστορική προοπτική. Σε χωριστή ανάλυση του Tax Foundation για τις διεθνείς φορολογικές μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα αναφέρεται ως η χώρα με τη μεγαλύτερη συνολική βελτίωση της προηγούμενης δεκαετίας, έχοντας ανέβει από την 35η στην 23η θέση με ενιαία μεθοδολογία σύγκρισης. Πρόκειται για μεταβολή δώδεκα θέσεων, η οποία συνδέεται κυρίως με την απλούστευση της φορολογίας εισοδήματος και την κατάργηση επιβαρύνσεων της οικονομικής κρίσης.
Η πρόοδος αυτή έχει συγκεκριμένο πολιτικό αποτύπωμα, αλλά αναδεικνύει συγχρόνως μια νέα πρόκληση. Η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί από αρκετά χαρακτηριστικά της υπερφορολόγησης της μνημονιακής περιόδου, χωρίς να έχει ολοκληρώσει τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού της συστήματος.
Οι φορολογικές μειώσεις και η πολιτική αλλαγή κατεύθυνσης
Οι μεταβολές των τελευταίων ετών αποτελούν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να επιλέγει τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων ως βασικό εργαλείο της οικονομικής της πολιτικής. Το εύρος των παρεμβάσεων είναι μετρήσιμο και αφορά επιχειρήσεις, εργαζομένους, ελεύθερους επαγγελματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων.
Ο συντελεστής φορολογίας επιχειρηματικών κερδών μειώθηκε από το 28% στο 22%, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 24,2%. Ο φόρος στα μερίσματα περιορίστηκε στο 5%, έναντι μέσου όρου 24,7%, προσφέροντας ευνοϊκότερη μεταχείριση των επενδυτικών αποδόσεων. Παράλληλα, η μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολογίας εισοδήματος από το 22% στο 9%, η κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 34% και η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος περιόρισαν επιβαρύνσεις που είχαν διατηρηθεί επί χρόνια.
Η αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών συμπλήρωσε αυτή την κατεύθυνση, μειώνοντας το κόστος της δηλωμένης εργασίας. Παράλληλα, η φορολογική κλίμακα του 2026 εισήγαγε πρόσθετες ελαφρύνσεις για τη μεσαία εισοδηματική κατηγορία, τις οικογένειες με παιδιά και τους νέους εργαζομένους, συνδέοντας τη φορολογική πολιτική με την αγοραστική δύναμη και τις δημογραφικές προκλήσεις.
Οι επιδράσεις αυτών των παρεμβάσεων είναι συγκεκριμένες. Η χαμηλότερη φορολογία επιχειρηματικών κερδών επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρούν περισσότερα κεφάλαια, τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν για επενδύσεις, εξοπλισμό και ανάπτυξη δραστηριοτήτων. Οι μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος αυξάνουν, για τους δικαιούχους, το ποσό που απομένει μετά την καταβολή των φόρων, ενώ η αποκλιμάκωση των εισφορών περιορίζει μία παράμετρο του κόστους απασχόλησης.
Η ενίσχυση των επενδύσεων και της απασχόλησης εξαρτάται ασφαλώς και από άλλους παράγοντες. Ωστόσο, η σημαντική ελάφρυνση συγκεκριμένων εισοδημάτων και οικονομικών δραστηριοτήτων αποτελεί αντικειμενικό αποτέλεσμα των αλλαγών στη νομοθεσία. Η αναγνώρισή της έχει σημασία για την αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής, ανεξάρτητα από τις ευρύτερες πολιτικές διαφωνίες.
Η μετάβαση από ένα καθεστώς υψηλών επιβαρύνσεων σε ανταγωνιστικότερους συντελεστές αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εάν ληφθεί υπόψη το δημοσιονομικό παρελθόν της χώρας. Για μεγάλο διάστημα, οι φορολογικές αυξήσεις αντιμετωπίζονταν ως βασικό μέσο κάλυψης των δημοσιονομικών αναγκών. Η σταδιακή αντιστροφή αυτής της κατεύθυνσης αποτελεί σημαντική μεταβολή στη λειτουργία της οικονομίας, με αποτελέσματα που αποτυπώνονται και στις διεθνείς συγκρίσεις.
Η φοροδιαφυγή και η αλλαγή στη λειτουργία του κράτους
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις αφορά τη φορολογική συμμόρφωση. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11,4% το 2023, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρει περαιτέρω υποχώρησή του κοντά στο 9% το 2024.
Η επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η λειτουργία της πλατφόρμας myDATA, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα συστήματα πληρωμών και η ενίσχυση των ψηφιακών ελέγχων έχουν συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό της αδήλωτης οικονομικής δραστηριότητας.
Το αποτέλεσμα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η ενίσχυση των εσόδων προκύπτει σε μεγαλύτερο βαθμό από την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της νομοθεσίας. Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης επιτρέπει στο κράτος να χρηματοδοτεί τις υποχρεώσεις του χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από αυξήσεις συντελεστών, ενώ περιορίζει το πλεονέκτημα όσων φοροδιαφεύγουν έναντι των συνεπών επιχειρήσεων.
Η Ελλάδα έχει πλέον τη δυνατότητα να συζητά φορολογικές ελαφρύνσεις μέσα σε ένα περιβάλλον βελτιωμένης δημοσιονομικής αξιοπιστίας και υψηλότερης συμμόρφωσης. Πρόκειται για ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία οι δημοσιονομικές ανάγκες οδηγούσαν συχνά σε πρόσθετες επιβαρύνσεις των ήδη συνεπών φορολογουμένων.
Οι αντιφάσεις που εξακολουθούν να κοστίζουν
Η πρόοδος, ωστόσο, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Η υψηλή θέση στη φορολογία φυσικών προσώπων επηρεάζεται σημαντικά από τη χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων και συγκεκριμένων κεφαλαιακών κερδών. Η επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας παρουσιάζει διαφορετική εικόνα.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το συνολικό φορολογικό και ασφαλιστικό βάρος ενός άγαμου εργαζομένου με μέσο μισθό ανερχόταν το 2025 στο 39,3% του κόστους εργασίας, έναντι 35,1% στον οργανισμό. Οι μειώσεις εισφορών έχουν επομένως περιορίσει μέρος της επιβάρυνσης, χωρίς να έχουν εξαλείψει τη διαφορά από τον διεθνή μέσο όρο.
Η σημαντικότερη εκκρεμότητα παραμένει η φορολογία κατανάλωσης. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ διατηρείται στο 24%, μεταξύ των υψηλότερων στον ΟΟΣΑ. Η συγκεκριμένη επιβάρυνση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κληρονομιά της μνημονιακής περιόδου, όταν η ανάγκη άμεσης αύξησης των εσόδων επέβαλε διαδοχικές αναπροσαρμογές συντελεστών.
Η διατήρησή του εξηγείται από τη μεγάλη συμμετοχή των έμμεσων φόρων στα δημόσια έσοδα, τις υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του χρέους και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, η ύπαρξη μειωμένων συντελεστών και απαλλαγών περιορίζει τη φορολογική βάση, δημιουργώντας ένα σύνθετο σύστημα που δεν επιτρέπει εύκολες παρεμβάσεις χωρίς δημοσιονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Εδώ εντοπίζεται ένα ουσιώδες πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση. Η σημαντική πρόοδος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δημιουργεί μεγαλύτερες απαιτήσεις ως προς την αξιοποίηση των πρόσθετων εσόδων. Εφόσον η συμμόρφωση βελτιώνεται και η φορολογική βάση διευρύνεται, χρειάζεται να εξηγείται με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιο μέρος του δημοσιονομικού οφέλους μπορεί να επιστρέφει στους πολίτες μέσω νέων ελαφρύνσεων και ποιο απαιτείται για τη χρηματοδότηση των δημόσιων αναγκών.
Αντίστοιχες αδυναμίες καταγράφονται στη φορολογία περιουσίας. Παρά τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, οι φόροι στις μεταβιβάσεις ακινήτων, στις κληρονομιές και στις κεφαλαιακές συναλλαγές εξακολουθούν να αυξάνουν το κόστος αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων. Η 30ή θέση δείχνει ότι η ελάφρυνση της κατοχής ακινήτων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα εκτεταμένο εκσυγχρονισμό της φορολογίας των συναλλαγών.
Στην εταιρική φορολογία, η 22η θέση αποκαλύπτει μια διαφορετική υστέρηση. Παρά τον συντελεστή 22%, παραμένουν περιορισμοί στη μεταφορά επιχειρηματικών ζημιών και στη φορολογική αναγνώριση επενδυτικών δαπανών. Οι αδυναμίες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη μεταποίηση, την έρευνα και τις τεχνολογικές δραστηριότητες, όπου απαιτούνται μεγάλα αρχικά κεφάλαια και μακροχρόνιος σχεδιασμός.
Αναδεικνύεται έτσι ένα κρίσιμο ζήτημα οικονομικής στρατηγικής. Η μείωση των φόρων επί των κερδών βελτιώνει τις αποδόσεις των επιχειρήσεων, αλλά η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης απαιτεί επιπλέον κανόνες που διευκολύνουν την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων. Οι σχεδιαζόμενες επιταχυνόμενες αποσβέσεις μηχανολογικού εξοπλισμού ανταποκρίνονται σε μέρος αυτής της ανάγκης, με την αποτελεσματικότητά τους να εξαρτάται από την εφαρμογή τους.
Το πολιτικό διακύβευμα πέρα από τους αριθμούς
Η φετινή έκθεση έχει ιδιαίτερη σημασία για την πολιτική αντιπαράθεση, καθώς θέτει υπό εξέταση τόσο τον απολογισμό της φορολογικής πολιτικής όσο και τις προτεραιότητες της επόμενης περιόδου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει να παρουσιάσει συγκεκριμένες μειώσεις φόρων και εισφορών, σημαντική πρόοδο στη φορολογική συμμόρφωση και βελτίωση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Πρόκειται για εξελίξεις που μπορούν να αξιολογηθούν βάσει νομοθετικών αλλαγών και οικονομικών στοιχείων, χωρίς να εξαρτώνται από την κυβερνητική παρουσίασή τους.
Ωστόσο, η διατήρηση υψηλών επιβαρύνσεων σε κρίσιμες κατηγορίες περιορίζει τα περιθώρια μιας συνολικά θετικής αποτίμησης χωρίς επιφυλάξεις. Η μεγάλη διάρκεια της σημερινής κυβερνητικής περιόδου σημαίνει ότι οι εκκρεμότητες του φορολογικού συστήματος αποτελούν πλέον και αντικείμενο αξιολόγησης των δικών της προτεραιοτήτων. Η επίκληση της μνημονιακής κληρονομιάς εξηγεί την προέλευση αρκετών φόρων, αλλά δεν αρκεί για να απαντήσει στο ερώτημα πώς και πότε μπορούν να αναμορφωθούν.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, μπορεί να αναδείξει τη διατήρηση υψηλού ΦΠΑ, την επιβάρυνση της εργασίας και τις διαφορές στο όφελος μεταξύ εισοδηματικών κατηγοριών. Η οικονομική αξιοπιστία των προτάσεών της, όμως, εξαρτάται από τη συγκεκριμένη κοστολόγηση των παρεμβάσεων, καθώς και από την εξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα διατηρηθούν τα απαραίτητα δημόσια έσοδα.
Το πρόβλημα έχει και μια βαθύτερη διάσταση. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα συνολικά φορολογικά έσοδα και οι υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούσαν το 2024 στο 39,8% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 34,1% στις χώρες του οργανισμού. Επομένως, παρά τις σημαντικές μειώσεις επιμέρους συντελεστών, η συνολική φορολογική επιβάρυνση της οικονομίας παραμένει υψηλή.
Η συνύπαρξη αυτή εξηγείται από τη βελτίωση της εισπραξιμότητας, την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας και τη διάρθρωση των φορολογικών εσόδων. Ταυτόχρονα, δείχνει ότι η επόμενη μεταρρυθμιστική φάση χρειάζεται να εξετάσει βαθύτερα την κατανομή των επιβαρύνσεων μεταξύ εργασίας, κατανάλωσης, κεφαλαίου και περιουσίας.
Η επόμενη πρόκληση για την ελληνική οικονομία
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης αφορά τη μετάβαση από τις επιμέρους φορολογικές ελαφρύνσεις σε μια περισσότερο ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση. Οι σημαντικές μειώσεις συντελεστών, η κατάργηση πρόσθετων επιβαρύνσεων και η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης έχουν ήδη μεταβάλει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος. Οι αδυναμίες που παραμένουν απαιτούν παρεμβάσεις στη δομή και στη λειτουργία του.
Η απλούστευση της νομοθεσίας, η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα των κανόνων, η ευνοϊκότερη φορολογική αντιμετώπιση των παραγωγικών επενδύσεων και η περαιτέρω μείωση του κόστους εργασίας συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα της Ελλάδας να αυξήσει την παραγωγικότητά της. Η αναμόρφωση της έμμεσης φορολογίας αποτελεί επίσης σημαντικό πεδίο, εφόσον πραγματοποιηθεί με δημοσιονομική ασφάλεια και σαφή αξιολόγηση των συνεπειών για τα νοικοκυριά.
Η φορολογική μεταμόρφωση της Ελλάδας έχει ήδη απτά αποτελέσματα, τα οποία αναγνωρίζονται και στις διεθνείς συγκρίσεις. Η διατήρηση, όμως, της 23ης θέσης υπενθυμίζει ότι η πρόοδος δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλους τους τομείς. Το πολιτικό και οικονομικό ζητούμενο της επόμενης περιόδου είναι η αξιοποίηση όσων έχουν επιτευχθεί για τη διαμόρφωση ενός συστήματος που θα διευκολύνει περισσότερο την παραγωγή πλούτου, θα περιορίζει τις στρεβλώσεις και θα κατανέμει δικαιότερα τις επιβαρύνσεις.
Η συζήτηση, επομένως, μεταφέρεται πλέον στο κατά πόσο η φορολογική πολιτική μπορεί να υποστηρίξει ένα διαφορετικό παραγωγικό πρότυπο, με περισσότερες επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, καλύτερα αμειβόμενη εργασία και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της οικονομίας. Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κριθεί και η ουσιαστική σημασία της επόμενης φάσης των φορολογικών μεταρρυθμίσεων.