Η Ελλάδα στον νέο χάρτη ισχύος της Ευρώπης

Πως οι επενδύσεις σε Σκουριές και Βοιωτία αναβαθμίζουν τη γεωοικονομική θέση της Ελλάδας, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή απεξάρτηση από την Κίνα

Η Ελλάδα στον νέο χάρτη ισχύος της Ευρώπης
default

Η ευρωπαϊκή προσπάθεια απεξάρτησης από την Κίνα αποκτά πλέον συγκεκριμένη γεωγραφική διάσταση και η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις σημαντικότερες θέσεις αυτού του νέου βιομηχανικού χάρτη. Η ανάδειξη των επενδύσεων στις Σκουριές της Χαλκιδικής και στη Βοιωτία από τη γερμανική Handelsblatt αποτυπώνει μια εξέλιξη με ευρύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις. Η Ελλάδα αποκτά τη δυνατότητα να συμμετάσχει ουσιαστικά στην αναδιάρθρωση των ευρωπαϊκών εφοδιαστικών αλυσίδων, αξιοποιώντας τον ορυκτό της πλούτο, την υφιστάμενη μεταλλουργική βιομηχανία και την αυξανόμενη στρατηγική σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών.

Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με μια βαθύτερη μεταβολή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Η πρόσβαση σε μέταλλα απαραίτητα για την παραγωγή ημιαγωγών, αμυντικών συστημάτων, ηλεκτρικών οχημάτων και ενεργειακών υποδομών έχει μετατραπεί σε ζήτημα οικονομικής ασφάλειας. Η Κίνα, έχοντας εξασφαλίσει κυρίαρχη θέση στην επεξεργασία πολλών κρίσιμων ορυκτών, διαθέτει σημαντική δυνατότητα επιρροής στη λειτουργία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Για την Ελλάδα, η συγκυρία δημιουργεί μια ευκαιρία που υπερβαίνει την προσέλκυση μεμονωμένων επενδύσεων. Η παραγωγή στρατηγικών μετάλλων μπορεί να συνδέσει την ελληνική οικονομία με τους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας της Ευρώπης, ενισχύοντας τις εξαγωγές, τη βιομηχανική απασχόληση και τη διεθνή οικονομική παρουσία της χώρας. Προϋπόθεση, ωστόσο, αποτελεί η διαμόρφωση ενός σταθερού παραγωγικού πλαισίου, ικανού να υποστηρίξει επενδύσεις με ορίζοντα δεκαετιών.

Η ευρωπαϊκή εξάρτηση και η ελληνική γεωπολιτική ευκαιρία

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 9 Οκτωβρίου, να αναγνωρίσει 46 νέα στρατηγικά έργα κρίσιμων πρώτων υλών σε 16 κράτη-μέλη αντανακλά την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Τρία από αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθούν υπόψη το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας και η παραδοσιακά περιορισμένη συμμετοχή της σε μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανικές αλυσίδες.

Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θέτει συγκεκριμένους στόχους για το 2030. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να καλύπτει μέσω εγχώριας εξόρυξης τουλάχιστον το 10% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών, μέσω επεξεργασίας το 40% και μέσω ανακύκλωσης το 25%. Πρόκειται για μια προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από εξωτερικούς προμηθευτές, με παράλληλη ανάπτυξη ευρωπαϊκών παραγωγικών δυνατοτήτων.

Η σημασία αυτής της επιλογής γίνεται σαφέστερη υπό το πρίσμα της κινεζικής πολιτικής. Οι περιορισμοί που έχει επιβάλει το Πεκίνο στις εξαγωγές ορισμένων κρίσιμων υλικών κατέδειξαν ότι η συγκέντρωση της παραγωγής και της επεξεργασίας σε μία χώρα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η αυτοκινητοβιομηχανία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι τηλεπικοινωνίες και η αμυντική βιομηχανία εξαρτώνται από πρώτες ύλες των οποίων η διαθεσιμότητα μπορεί να επηρεαστεί από εμπορικές ή γεωπολιτικές αποφάσεις.

Η Ελλάδα αποκτά συνεπώς μια δυνητικά ισχυρότερη θέση στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις για τη βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική. Η δυνατότητα παραγωγής χαλκού και γαλλίου, σε συνδυασμό με την ανακύκλωση μετάλλων, της επιτρέπει να συνεισφέρει στην ευρωπαϊκή ασφάλεια εφοδιασμού. Η συμβολή αυτή μπορεί να ενισχύσει τη σημασία της χώρας για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που αναζητούν αξιόπιστους προμηθευτές εντός της ενιαίας αγοράς.

Βεβαίως, η πλήρης απεξάρτηση από την Κίνα παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Οι ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής είναι σύνθετες και η κινεζική κυριαρχία εκτείνεται πέρα από την εξόρυξη, στην επεξεργασία και στην κατασκευή τελικών προϊόντων. Ωστόσο, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας μπορεί να περιορίσει την έκθεση της Ευρώπης σε μελλοντικές διαταραχές.

Σκουριές και Metlen: Δύο επενδύσεις με διαφορετικό αποτύπωμα

Η επένδυση της Eldorado Gold στις Σκουριές αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικονομικής κλίμακας που μπορεί να αποκτήσει η ελληνική μεταλλευτική δραστηριότητα. Με συνολικές επενδύσεις που, σύμφωνα με τη Handelsblatt, προσεγγίζουν τα 2 δισ. δολάρια, το μεταλλείο χρυσού και χαλκού εισέρχεται στη φάση της εμπορικής παραγωγής, έπειτα από περισσότερα από δέκα χρόνια κατασκευαστικών εργασιών και διοικητικών εκκρεμοτήτων.

Η Ελληνικός Χρυσός προβλέπει ετήσια παραγωγή περίπου 4,4 τόνων χρυσού, ενώ η Eldorado Gold υπολογίζει ότι η λειτουργία του μεταλλείου θα διαρκέσει αρχικά είκοσι χρόνια. Οι εκτιμήσεις για εξαγωγές συνολικής αξίας 17,5 δισ. ευρώ και περίπου 3.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας σε πλήρη ανάπτυξη αποτυπώνουν το δυνητικό οικονομικό μέγεθος του έργου.

Από στρατηγική άποψη, ιδιαίτερη σημασία έχει ο χαλκός, ο οποίος χρησιμοποιείται στα ηλεκτρικά δίκτυα, στις ανεμογεννήτριες, στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και στις υποδομές μεταφοράς ενέργειας. Η αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής του μπορεί να συμβάλει στην κάλυψη αναγκών που αναμένεται να ενισχυθούν με την ηλεκτροκίνηση και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας.

Διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική, είναι η περίπτωση της Metlen στη Βοιωτία. Η επένδυση ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ στο βιομηχανικό συγκρότημα του Αγίου Νικολάου προβλέπει την ανάπτυξη παραγωγής γαλλίου, αξιοποιώντας την υφιστάμενη δραστηριότητα επεξεργασίας βωξίτη και αλουμίνας.

Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε προηγμένα ηλεκτρονικά εξαρτήματα, ημιαγωγούς, δορυφορικά συστήματα και αμυντικές τεχνολογίες. Η σχεδιαζόμενη ετήσια παραγωγή 50 τόνων θα μπορούσε, σύμφωνα με τη Metlen, να καλύψει το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης. Εφόσον επιτευχθούν οι παραγωγικοί στόχοι και εξασφαλιστούν σταθερές εμπορικές ροές, η επένδυση θα περιορίσει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη εξάρτηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Η οικονομική αξία της συγκεκριμένης δραστηριότητας συνδέεται και με το γεγονός ότι το γάλλιο ανακτάται ως παραπροϊόν μιας ήδη ανεπτυγμένης βιομηχανικής διαδικασίας. Αυτό δημιουργεί δυνατότητες παραγωγικής ολοκλήρωσης, καθώς η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει υφιστάμενες εγκαταστάσεις, τεχνογνωσία και υποδομές.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι επενδύσεις της ElvalHalcor στην ανακύκλωση αλουμινίου και χαλκού. Η ευρωπαϊκή αναγνώρισή τους ως στρατηγικών έργων υπογραμμίζει ότι η μελλοντική βιομηχανική ανταγωνιστικότητα θα εξαρτάται τόσο από την εξόρυξη όσο και από την ικανότητα επαναχρησιμοποίησης πολύτιμων πρώτων υλών.

Το 2019 ως σημείο καμπής για το επενδυτικό περιβάλλον

Η πορεία των Σκουριών προσφέρει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα για τη σχέση πολιτικής σταθερότητας, δημόσιας διοίκησης και επενδυτικών αποφάσεων. Το έργο ξεκίνησε πριν από το 2019, αλλά αντιμετώπισε διαδοχικές δυσκολίες, περιβαλλοντικές αντιδράσεις και συγκρούσεις γύρω από το καθεστώς αδειοδότησης.

Το 2015, επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα, ανακλήθηκαν σημαντικές άδειες της εταιρείας, γεγονός που συνέβαλε στην επιβράδυνση της επένδυσης. Οι αντιδράσεις εκείνης της περιόδου επικεντρώνονταν στις πιθανές επιπτώσεις στα δάση, στους υδάτινους πόρους και στις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες της περιοχής.

Μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2019, η επένδυση εντάχθηκε σε ένα διαφορετικό πολιτικό και διοικητικό περιβάλλον, με μεγαλύτερη έμφαση στην προσέλκυση κεφαλαίων, στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και στη διαμόρφωση προβλέψιμων όρων λειτουργίας για μεγάλες επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη συνέδεσε την οικονομική της πολιτική με την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας, την εξωστρέφεια και την αποκατάσταση της διεθνούς εμπιστοσύνης.

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται και στις αξιολογήσεις διεθνών οργανισμών. Ο ΟΟΣΑ, στην οικονομική του έκθεση για την Ελλάδα το 2024, διαπίστωνε ότι οι βελτιώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον υποστήριζαν την ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων είχαν αυξηθεί, με μεγαλύτερο μέρος τους να κατευθύνεται πλέον στη μεταποίηση. Παράλληλα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας διεύρυνε τις δυνατότητες χρηματοδότησης της οικονομίας.

Η σχέση, πάντως, ανάμεσα στις κυβερνητικές επιλογές και στην πορεία των επενδύσεων απαιτεί προσεκτική αποτίμηση. Η βελτίωση των συνθηκών μετά το 2019 συνδέεται με θεσμικές παρεμβάσεις, αλλά επηρεάστηκε επίσης από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τη διεθνή ζήτηση και την εξέλιξη των τιμών των πρώτων υλών. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών κινδύνων αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα των μεταλλευτικών έργων.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η συνύπαρξη επενδυτικής ασφάλειας και αποτελεσματικής περιβαλλοντικής εποπτείας. Οι μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις απαιτούν σαφείς κανόνες, συνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας και ταχύτητα στις διοικητικές διαδικασίες, χωρίς εκπτώσεις στην προστασία του περιβάλλοντος.

Από την προσέλκυση κεφαλαίων στη βιομηχανική αναβάθμιση

Η ανάδειξη της Ελλάδας σε παραγωγό κρίσιμων πρώτων υλών δημιουργεί προϋποθέσεις για μια βαθύτερη αλλαγή του παραγωγικού της υποδείγματος. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντική εξάρτηση από τις υπηρεσίες, τον τουρισμό και την κατανάλωση, ενώ η συμμετοχή της σε ορισμένους κλάδους προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής παραμένει περιορισμένη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην αξιολόγησή της για το 2026, αναγνώρισε την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η παραγωγικότητα παραμένει περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η αναβάθμιση των υποδομών και η ενίσχυση δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας αποτελούν συνεπώς βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.

Οι επενδύσεις στα μέταλλα μπορούν να συμβάλουν σε αυτή τη μετάβαση, εφόσον συνδεθούν με την εγχώρια μεταποίηση, την τεχνολογική έρευνα και την εξειδικευμένη απασχόληση. Η εξόρυξη και η αρχική επεξεργασία δημιουργούν οικονομική δραστηριότητα, αλλά μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας μπορεί να προκύψει από τη συμμετοχή σε επόμενα στάδια της παραγωγικής αλυσίδας.

Αυτό προϋποθέτει πρόσβαση σε ανταγωνιστική ενέργεια, σύγχρονες μεταφορικές υποδομές, κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και αποτελεσματική συνεργασία επιχειρήσεων και ερευνητικών ιδρυμάτων. Απαιτεί επίσης συνέπεια στην οικονομική πολιτική, καθώς οι επενδύσεις αυτού του μεγέθους έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα και δεν μπορούν να εξαρτώνται από διαδοχικές μεταβολές των κανόνων.

Η αναγνώριση των ελληνικών έργων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκολύνει την πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και την επιτάχυνση των διαδικασιών, χωρίς να συνεπάγεται αυτόματη χρηματοδότηση. Η τελική επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από την οικονομική βιωσιμότητα, την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων και τη δυνατότητα εξασφάλισης μακροχρόνιων πελατών.

Η γεωπολιτική συγκυρία προσφέρει στην Ελλάδα μια σημαντική δυνατότητα αναβάθμισης της θέσης της στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η μετατροπή αυτής της δυνατότητας σε διαρκές παραγωγικό πλεονέκτημα θα κριθεί από την ικανότητα της χώρας να συνδυάσει επενδύσεις, τεχνογνωσία, θεσμική αξιοπιστία και περιβαλλοντική υπευθυνότητα.

Οι Σκουριές, η παραγωγή γαλλίου της Metlen και οι επενδύσεις της ElvalHalcor αποτελούν συγκεκριμένες εκφράσεις αυτής της προοπτικής. Η στρατηγική τους σημασία βρίσκεται στο ότι μπορούν να εντάξουν την ελληνική βιομηχανία σε ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική βαρύτητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στις πρώτες ύλες επηρεάζει τις διεθνείς ισορροπίες, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διευρύνει τον ρόλο της, αξιοποιώντας παραγωγικές δυνατότητες που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής.