Διάσωση αρχιτεκτονικού αποθέματος: Μύθοι και υποκρισία

Τι αξίζει να προστατευθεί στις πόλεις μας, και γιατί η σημερινή λογική διατήρησης προκαλεί τόσα προβλήματα;

Διάσωση αρχιτεκτονικού αποθέματος: Μύθοι και υποκρισία
Φωτογραφία αρχείου

Η συζήτηση για τη διάσωση της προσφυγικής κληρονομιάς στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και στην Άνω Πόλη έφερε στην επιφάνεια μία άλλη, ευρύτερη: εκείνη για τη διατήρηση του παλιού αρχιτεκτονικού αποθέματος στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, ειδικά σε όσα έχουν χάσει τον αλλοτινό χαρακτήρα τους.

Τι καθιστά λοιπόν ένα κτήριο άξιο για διατήρηση; Όπως εύκολα διαπιστώνουμε όσοι ζούμε στη Θεσσαλονίκη, κρίσιμα είναι τα διακοσμητικά στοιχεία της εξωτερικής του όψης: φουρούσια, παραστάδες, γιρλάντες, κορνίζες, κιονόκρανα και περίτεχνα σιδερένια κιγκλιδώματα. Η ηλικία δεν είναι τόσο σημαντική: συχνά κρίνονται διατηρητέα κτίρια νεοκλασικά και εκλεκτικιστικά, μα δεν ισχύει το ίδιο για πρώιμα μοντερνιστικά ή κυβιστικά της ίδιας ακριβώς ηλικίας. Σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, διατηρητέο επιβάλλεται να είναι το Κυβερνείο, όχι όμως τα σχεδόν συνομήλικα Περίπτερα 1 και 2 της Έκθεσης.

Σήμερα σπεύδουμε να διασώσουμε οικοδομήματα με εξωτερικά περίτεχνη μορφολογία, ώστε να διασωθεί ο -υποτιθέμενος- παλιός χαρακτήρας της πόλης. Δυστυχώς, αυταπατώμεθα. Συχνά, τα κτίρια αυτά αποτελούσαν εξαιρέσεις ακόμη και στη νιότη τους. Τα αρχοντικά πάνω και κάτω από τη Λεωφόρο Εξοχών δεν υπήρξαν ποτέ πλειοψηφία· οι μεγαλοπρεπείς επαύλεις με τους τεράστιους κήπους σπάνιζαν, ενώ κυριαρχούσαν οι πιο απλές μονοκατοικίες. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε στον Φραγκομαχαλά· και εκεί υπήρχαν όμορφα τριώροφα και τετραώροφα, αλλά συνυπήρχαν με ταπεινές αποθήκες, ανάξιες να περισωθούν, τουλάχιστον σύμφωνα με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Στα στενά πάνω από την Εγνατία, οι ταλαιπωρημένες κατοικίες ήταν τυπικές παραδοσιακές μακεδονικές. Σε συντριπτικό ποσοστό, το ιστορικό κέντρο ξαναχτίστηκε μετά το 1924, καθώς το σχέδιο Εμπράρ αναμόρφωσε εκ βάθρων την αρχαία ρυμοτομία.

Παράλληλα, ακούγονται πρόσθετα επιχειρήματα: ότι τα παλιά οικήματα προσέφεραν πιο ποιοτικές συνθήκες ζωής. Πράγματι, ήταν πιο ευχάριστα και εντυπωσιακά, αν αποκλειστικό κριτήριο είναι τα ψηλά τους ταβάνια, τα οποία βέβαια ενοχλούσαν όταν δεν υπήρχαν μονώσεις και συστήματα θέρμανσης-ψύξης. Από εκεί και πέρα, δεν μπορούμε να μιλάμε για ιδιαίτερα ποιοτικές κατασκευές. Η χρήση του μπετόν ήταν νεωτερισμός στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Οι ειδικοί επί του αντικειμένου ήταν ελάχιστοι, είτε μαστόρια, είτε μηχανικοί.

Συνεπώς, οι φέροντες οργανισμοί αυτών των κτιρίων συχνά δεν επιτρέπουν ευρύχωρα δωμάτια και αντισεισμική αξιοπιστία. Τουτέστιν, η προσθήκη ορόφων είναι δυσχερέστατη, άρα μόνο τα κελύφη αξίζει να διατηρηθούν, εφόσον δεν μπορούν να αναπαραχθούν με ακρίβεια. Άλλωστε ούτε τα υπόλοιπα υλικά κατασκευής ήταν ιδιίτερα ποιοτικά. Για να το διαπιστώσει κανείς, αρκεί να μπει σε μία από τις φθηνοφτιαγμένες εισόδους τους. Εκεί θα δει φουσκωμένο ασβέστη, βασικά μωσαϊκά, υποτυπώδη φωτιστικά και στενούς, πολύ μεταγενέστερους ανελκυστήρες. Εξώθυρες και κλιμακοστάσια πολυτελή, όπως εκείνα στο Μέγαρο Κόφφα, γενικά δεν συναντώνται.

Πέραν όμως αυτών, υπάρχουν και όσα -λίγα- κτίρια διασώθηκαν της φωτιάς: τα χτισμένα από πέτρα ή συμπαγή τούβλα, με σκελετό από ξύλο ή σίδερο (πχ Μπενσουσάν Χάνι και Βίλα Τζεμποργά). Εξυπακούεται ότι η συντήρησή τους είναι εξαιρετικά δυσχερής, άρα πιο συμφέρουσα είναι η πλήρης αφαίρεση των αρχικών στατικών και η αντικατάστασή τους από νέα. Μιλάμε για διαδικασία περίπλοκη και κοστοβόρα αλλά ίσως δικαιολογείται σε κάποιες περιπτώσεις. Γιατί δεν ακολουθείται πιο τακτικά; Διότι στα συγκεκριμένα οικοδομήματα, κατά κανόνα δεν επιτρέπεται η προσθήκη πρόσθετων ορόφων· τουτέστιν, ο ιδιοκτήτης βρίσκεται μπροστά σε ακριβή ανακατασκευή με πολύ μικρές προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης.

Για να γίνει πιο περίπλοκη η κατάσταση, ενίοτε οι αρμόδιοι απαιτούν και την πιστή αποκατάσταση του εσωτερικού, ισχυριζόμενοι πως έτσι διασώζεται και η μέθοδος κατασκευής. Προφανώς ισχύει κάτι τέτοιο, όμως δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αφορά τον εκάστοτε ιδιοκτήτη. Γιατί να τον αφορά το τι είδους τούβλα είχαν μπει εκεί, το πώς συντέθηκαν τα κονιάματα και ούτω καθεξής; Τούτα είναι πεδία ενασχόλησης σχολών και φορέων, όχι ιδιωτών και επενδυτών. Άλλωστε, η σχετική γνώση μπορεί να διασωθεί με πολλαπλούς τρόπους. Όπως αποδεικνύεται, και στα νεότερα μνημεία ακολουθείται η κλασική υπηρεσιακή λογική προστασίας των αρχαιοτήτων.

Εδώ πάντως αξίζει μια επισήμανση: πλέον καταγράφεται περισσότερη τόλμη ως προς τη διατήρηση αρχαίων ερειπίων, είτε με προσθαφαίρεσή τους (πχ μετρό Βενιζέλου) είτε με in situ παραμονή και προβολή (πχ Antigon Hotel). Υπό το ανανεωμένο θεσμικό πλαίσιο, παρατηρείται αύξηση της ευελιξίας, όμως οι ρυθμοί διεκπεραίωσης των φακέλων παραμένουν αδικαιολόγητα αργοί και εξαρτημένοι από υποκειμενικές κρίσεις.

Εν πάση περιπτώσει, διασώζουμε κτίρια, διασώζουμε και τον τρόπο ανέγερσής τους, μα δεν διασώζουμε το ιστορικό περιβάλλον τους. Αν και δραματικά απομειωμένα, τα αρχοντικά στη Βασιλίσσης Όλγας μετά βίας συνθέτουν ενιαίο σύνολο. Όσα στέκουν δεν βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά όποιος διατρέχει τη λεωφόρο μπορεί να σχηματίσει μία αμυδρή εικόνα για το παρελθόν, ειδικά σε σημεία όπου είναι πιο πυκνά (πχ μεταξύ Βίλα Μπιάνκα και Μον Ρεπό, ή γύρω από το πρώην 1ο Γυμνάσιο).

Η αντίστοιχη προστασία ενός μεμονωμένου ερειπωμένου κτίσματος στη Λεωφόρο Στρατού (οικία Ναζιφέ) τι ακριβώς προσφέρει; Ειδικά για τους κατοίκους, αποτελεί μόνο εστία μόλυνσης και παραβατικότητας. Σίγουρα θετικό το να συνειδητοποιούν ότι κάποτε βρίσκονταν εκεί περισσότερα παρόμοια σπίτια και ότι η γειτονιά τους είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πρέπει αυτό να επιτυγχάνεται με την καταναγκαστική ύπαρξη ενός κουφαριού χωρίς ειδική ιστορική αξία; Βελτιώνεται έτσι η καθημερινότητά τους και η πνευματική τους καλλιέργεια; Μήπως τελικά επιστρέφουμε στο άρθρο της περασμένης Κυριακής; Μήπως η πάση θυσία διατήρηση αποσκοπεί στην πρόκληση εμμονικών συζητήσεων του τύπου «κατέστρεψαν τις πόλεις μας με την… αντιπαροχή»;

Αν όντως θέλουμε να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε το παρελθόν, μπορούμε να επιτύχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα επεμβαίνοντας σε συστάδες. Τα Λαδάδικα αποτελούν σχετικό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει για την Αριστοτέλους και την Άνω Πόλη. Εφόσον επιθυμούμε επιδραστικές παρεμβάσεις, ας τις πραγματοποιήσουμε σε επίπεδο συνόλων. Ο Φραγκομαχαλάς ενδείκνυται. Μία σοβαρή επέμβαση στις όψεις κτιρίων που σήμερα στεγάζουν γραφεία και βιοτεχνίες και δεν έχουν μπαλκόνια είναι αρκούντως εύκολη. Θα μπορούσαν να αποκατασταθούν οι προϋπάρχουσες προσόψεις όσων κτιρίων κατεδαφίστηκαν, παραχωρώντας τη θέση τους στα σημερινά οκταώροφα.

Ωστόσο, αν και ελκυστική η παραπάνω προσέγγιση, θα συναντούσε αντιδράσεις. Θα αντιδρούσαν σφοδρά αυτοί που μονίμως κόπτονται για τη διάσωση της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καταγγέλλοντας τη δημιουργία μιας αστικής Disneyland. Με άλλα λόγια, εκτός από το χρηματικό κόστος, θα έπρεπε να καλυφθεί και το θέμα του παραλογισμού.

Δηλαδή να κατεδαφιστούν όλα τα παλιά; Προφανώς όχι, δεν θέλουμε βαρετές πόλεις. Καλύτερα λοιπόν να διασώζονται αυτούσια τα πραγματικά ενδιαφέροντα, και όπου επιβάλλεται να απαλλοτριώνονται και να επαναχρησιμοποιούνται από το Δημόσιο. Όσο για τα υπόλοιπα, η αρχική εμφάνισή τους μπορεί να προστατευθεί άκρως ικανοποιητικά, και αυτό αρκεί. Καλώς ή κακώς, οι πολλοί βιώνουν καλύτερα το χθές περπατώντας σε μια… Disneyland.