Άνω Πόλη και Προσφυγικά Λ. Αλεξάνδρας: Βίοι παράλληλοι
Η σύγκρουση ανάμεσα στη διατήρηση της ιστορίας και την ανάγκη αστικής εξέλιξης στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα
Για όσους κάνουν τη βόλτα τους στην Άνω Πόλη, η εικόνα είναι απολύτως οικεία: ανάμεσα σε ανακαινισμένα ή νεόδμητα σπίτια με φροντισμένες όψεις και αυλές, ξεπροβάλλουν χαμόσπιτα εγκαταλελειμμένα στο χρόνο. Λαμαρίνες σκουριασμένες, πρόχειρες προσθήκες, τοίχοι ετοιμόρροποι. Σε κάποια από αυτά, φώτα ανάβουν ακόμη. Στα περισσότερα, η σιωπή είναι απόλυτη.
Η συζήτηση που εξελίσσεται σήμερα για τα προσφυγικά πάνω από το Τσινάρι δεν αποτελεί τοπική ιδιαιτερότητα. Είναι μέρος ενός ευρύτερου ζητήματος, που τίθεται σχεδόν σε κάθε ελληνική πόλη, θύμα του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού και της ανθρώπινης απληστίας: τη σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη και στη λειτουργικότητα, ανάμεσα στη διατήρηση και στην εξέλιξη, ανάμεσα στην ιδεολογία και στην πραγματικότητα.
Το αντίστοιχο παράδειγμα της Αθήνας είναι ενδεικτικό. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, με αφορμή τα σχέδια για νέο γήπεδο του Παναθηναϊκού, προωθήθηκε μια φαραωνική ανάπλαση στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Προέβλεπε υπογειοποίηση της και ανέγερση σύγχρονου σταδίου πάνω από αυτήν. Για να υλοποιηθεί, θα έπρεπε να κατεδαφιστούν τα γνωστά Προσφυγικά της περιοχής – κτίρια μεσοπολεμικής κοινωνικής κατοικίας, που κάποτε πρόσφεραν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.
Το κράτος προχώρησε σε απαλλοτριώσεις με ταχύτητα, καταβάλλοντας αποζημιώσεις που αμφισβητήθηκαν. Και ύστερα; Τίποτα. Τα χρόνια πέρασαν, η ανάπλαση δεν έγινε ποτέ, και τα κτίρια αφέθηκαν να ρημάξουν. Σταδιακά παρατήθηκαν, υποβαθμίστηκαν και, σε αρκετές περιπτώσεις, καταλήφθηκαν.
Σήμερα, το ίδιο κράτος έχει επιστρέψει με νέο σχέδιο: εκκένωση, ανακαίνιση, επαναχρησιμοποίηση μέσω ΣΔΙΤ. Με ορίζοντα έντεκα ετών. Έντεκα χρόνια είναι μια πολιτική αιωνιότητα. Μέσα σε αυτό το διάστημα, κυβερνήσεις αλλάζουν, προτεραιότητες μετατοπίζονται, σχέδια ξεχνιούνται. Και τότε, αυτό που ξεκίνησε ως ανάπλαση μπορεί εύκολα να καταλήξει σε κάτι άλλο: σε μια ακόμη περίπτωση εξευγενισμού, όπου η αρχική κοινωνική στόχευση τελικά υποχωρεί μπροστά στην εμπορική αξιοποίηση.
Απέναντι στη συγκεκριμένη προοπτική, εμφανίζονται αντιδράσεις. Από ευαισθητοποιημένους πολίτες – ή, ενίοτε, από επαγγελματίες της ευαισθησίας. Η δική τους πρόταση είναι απλή: αποκατάσταση των κτιρίων με δημόσια δαπάνη, και παράλληλα στέγαση των νυν καταληψιών. Η πρόταση αυτή ακούγεται, εκ πρώτης όψεως, κοινωνικά ευαίσθητη και ιστορικά συνεπής. Δυστυχώς είναι προβληματική διότι δεν υπάρχει συναντιληψη στο πώς η αποκατάσταση δεν θεωρείται ανακαίνιση και εξευγενισμός. Στο πώς αναβαθμίζονται κατασκευές δίχως να αφαιρούνται τα επίκτητα χαρακτηριστικά που τις καθιστούν ξεχωριστές: στην περίπτωση των Προσφυγικών, τα σημάδια των οδομαχιών στα Δεκεμβριανά το 1944, και της υποβαθμισμένης ποιότητας ζωής των Μικρασιατών μετά την Καταστροφή.
Ας επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη.
Στην Άνω Πόλη, τα λεγόμενα προσφυγικά δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα της Αθήνας. Δεν πρόκειται για οργανωμένες πολυκατοικίες κοινωνικής κατοικίας, αλλά για παραπήγματα. Κατασκευές πρόχειρες, από πέτρες των βυζαντινών τειχών, παλιά καδρόνια και λαμαρίνες. Χτίστηκαν ως προσωρινή λύση, υπό συνθήκες εξαθλίωσης, από ανθρώπους που προσπαθούσαν να επιβιώσουν μετά την ανταλλαγή του 1923.
Αυτές οι κατασκευές δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να αντέξουν στον χρόνο. Και πράγματι, δεν άντεξαν. Σταδιακά εγκαταλείφθηκαν. Σήμερα, είτε κατοικούνται από περιθωριακές ομάδες είτε παραμένουν ερημωμένες, συχνά σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Η όψη τους είναι γνωστή, όπως και η κατάσταση τους.
Γύρω τους, όμως, έχει ήδη συντελεστεί μια σημαντική αλλαγή. Νέα σπίτια έχουν χτιστεί, με ικανοποιητικό σεβασμό στους θεσπισμένους υφολογικούς κανόνες της περιοχής. Δημιουργούν πια μια συνεκτική, ζωντανή γειτονιά. Οι κάτοικοι αυτών των σπιτιών ζητούν το αυτονόητο: να μην συνυπάρχουν με εστίες μόλυνσης και δυνητικής παραβατικότητας. Η απαίτηση αυτή δεν είναι υπερβολική. Δεν είναι ρατσιστική. Είναι στοιχειώδης.
Κι όμως, κάθε φορά που τίθεται θέμα μαζικής κατεδάφισης ή αναδιάρθρωσης των μικροσκοπικών οικοπέδων, επανέρχεται με ορμή το ίδιο επιχείρημα: ότι θα αλλοιωθεί ο «παραδοσιακός χαρακτήρας» της περιοχής.
Εδώ υπάρχει μια βασική παρανόηση. Ο χαρακτήρας αυτός δεν είναι διαχρονικός. Είναι αποτέλεσμα των τελευταίων εκατό ετών. Πριν την εγκατάσταση των προσφύγων, η συγκεκριμένη περιοχή ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από γενέσεως της Θεσσαλονίκης, ενώ τα τείχη εκεί ήταν ανέπαφα.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι το εξής: δεν πρόκειται για «παράδοση» με τη συνήθη έννοια. Πρόκειται για απομεινάρια έκτακτης ανάγκης. Για ίχνη μιας εξαιρετικά σημαντικής μα μεμονωμένης στιγμής. Δεν διασώζουμε λοιπόν μια ιστορική συνέχεια αιώνων. Υπερασπιζόμαστε και υπερτονίζουμε ένα πολιτικά φορτισμένο στιγμιότυπο. Και το κάνουμε με τρόπο απόλυτο.
Εξυπακούεται πως η ιστορία δεν πρέπει να διαγραφεί. Αντιθέτως. Η διατήρηση ορισμένων τέτοιων κτισμάτων σε συστάδες και με κατάλληλη αποκατάσταση, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ζωντανή υπενθύμιση της διαδρομής της πόλης. Ως μνήμη ενταγμένη στο παρόν. Οι δημοτικές αρχές των Συκεών έχουν ήδη αποδώσει ένα σχετικό παράδειγμα. Άλλο η μνήμη, και άλλο η στασιμότητα.
Η απόλυτη διατήρηση μιας φαβέλας στο όνομα της ιστορίας δεν είναι πράξη σεβασμού. Είναι άρνηση εξέλιξης. Και τελικά, είναι και κοινωνικά άδικη. Διότι η υποβάθμιση δεν κατανέμεται ισότιμα. Επιβαρύνει συγκεκριμένους κατοίκους, συγκεκριμένες γειτονιές, συγκεκριμένες καθημερινότητες. Όσοι ζητούν να μην αλλάξει τίποτα, συνήθως δεν ζουν δίπλα στο πρόβλημα.
Όταν -όχι αν- κάποιο από αυτά τα κτίσματα καταρρεύσει, η συζήτηση θα μετατοπιστεί. Τότε θα αναζητηθούν ποινικές και διοικητικές ευθύνες. Και θα διατυπωθούν καταγγελίες για κρατική ολιγωρία. Πιθανότατα από τους ίδιους που σήμερα υπερασπίζονται την ακινησία.
Έτσι όπως εξελίχθηκε η κατάσταση, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο αδράνειας. Το υπάρχον καθεστώς δεν είναι βιώσιμο, ούτε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, ούτε στην Άνω Πόλη. Είναι επικίνδυνο και άδικο. Για τη δημόσια υγεία. Για την ασφάλεια. Για την ίδια την έννοια του αστικού χώρου.
Η Πολιτεία οφείλει να λειτουργεί με γνώμονα το συλλογικό καλό. Όχι υπό την πίεση ιδεολογικών εμμονών. Όχι με όρους πολιτικού κόστους. Και σίγουρα όχι με τη λογική της αναβολής. Οι πόλεις δεν είναι μουσεία. Είναι ζωντανοί οργανισμοί. Εξελίσσονται, μετασχηματίζονται, επαναπροσδιορίζονται, εις τους αιώνες των αιώνων. Η ιστορία τους είναι πολύτιμη, αλλά δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως φρένο σε κάθε αλλαγή. Ιδίως όταν αυτό που διατηρείται δεν είναι η ουσία της ιστορίας, αλλά ένα μικρό της απόσπασμα.
Αυτό που πρέπει κάποτε να αποδεχτούμε είναι απλό: δεν υπάρχει μονοπώλιο στην «ορθή» ευαισθησία. Ούτε δικαίωμα επιβολής μιας μειοψηφικης στενομυαλης άποψης στους υπόλοιπους. Η ευθύνη των αρχών είναι να ισορροπήσουν. Να διατηρήσουν όπου έχει πραγματικό νόημα. Να παρέμβουν όπου είναι αναγκαίο. Να σχεδιάζουν με σαφήνεια, με χρονοδιαγράμματα που τηρούνται, με κοινωνικά κριτήρια που εφαρμόζονται.Και όταν έρχεται η ώρα, να εκτελούν αποφασιστικά.
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι αν θα αλλάξουν επιλεγμένα σημεία των πόλεων μας. Είναι ότι εδώ και δεκαετίες, δεν αλλάζουν με τρόπο που να σέβεται το παρελθόν και τις ιδιαιτερότητές τους, χωρίς να κλείνει τα μάτια στο μέλλον.