Μία εισβολή στους Δώδεκα Αποστόλους
Όταν ο φανατισμός επιχειρεί να επιβληθεί στον δημόσιο χώρο και να καθορίσει τα όρια της πίστης
Την περασμένη Παρασκευή, στους Δώδεκα Αποστόλους, μια ομάδα περίπου τριάντα ατόμων εισέβαλε στο ναό για να διακόψει χορωδιακή εκδήλωση. Κραυγές, ψαλμωδίες, συνθήματα: «Όχι συναυλία μέσα στην εκκλησία». «Όχι στη βεβήλωση». Για λίγα λεπτά, όλα έμοιαζαν να καταρρέουν. Κι όμως, οι συντελεστές της συναυλίας Tenebrae-Φωνή στο Σκοτάδι επέμειναν. Έπαιξαν μέσα στο θόρυβο, και το κοινό επέμεινε μαζί τους. Μέχρι το τέλος. Συλλήψεις δεν πραγματοποιήθηκαν.
Το φαινόμενο είναι δυστυχώς γνώριμο. Δεν αφορά αποκλειστικά τη μουσική. Αφορά την εμμονή μειοψηφιών να επιβάλλουν τη δική τους στενή εκδοχή «ορθότητας». Θρησκευτικής, καλλιτεχνικής, πολιτικής. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται κατά καιρούς. Αλλάζουν μόνο τα σύμβολα και οι αφορμές.
Με άλλα λόγια, όσα συνέβησαν στους Δώδεκα Αποστόλους -και λίγες ημέρες νωρίτερα στον περίβολο της Αγίας Σοφίας- δεν αποτελούν θεολογική διαφωνία. Αποτελούν μορφή ελέγχου, λογοκρισίας. Παρά τους ισχυρισμούς τους, οι θρησκόληπτοι ζηλωτές δεν υπερασπίζονταν την ορθή πίστη. Διεκδικούσαν το μονοπώλιο της ερμηνείας της. Αν και πάσχουν από κραυγαλέα άγνοια, αυτοαναγορεύονται σε αυθεντικούς εκφραστές των πατερικών κειμένων. Απορρίπτουν κάθε έννοια σεβασμού και ταπεινότητας. Κρατούν μόνο τις αυθαίρετες βεβαιότητες τους.
Η πρόφαση τους γνώριμη: εκδυτικισμός· η τελευταία εκδήλωση στοχοποιήθηκε επειδή περιείχε στοιχεία όπερας. Είναι αλήθεια ότι οι μουσικές παραδόσεις εξελίχθηκαν διαφορετικά, και ότι οι ελληνορθόδοξοι ναοί έχουν ακουστική μάλλον ασύμβατη με πολλά δυτικά έργα. Ωστόσο, η παρατήρηση τούτη προφανώς δεν θεμελιώνει λόγο απαγόρευσης.
Πέραν αυτού, η ελληνική μουσική παράδοση δεν είναι γραμμική. Είναι συνεχής μετάβαση, με επιρροές που ξεκινούν από την Περσία και φτάνουν στην Ιταλία. Από τους αρχαίους χορούς στα δημοτικά. Από εκεί σε σμυρνέικα και ρεμπέτικα, κι έπειτα στο λαϊκό και στο έντεχνο τραγούδι. Εδώ και αιώνες, τα ερεθίσματα διασταυρώνονται, δεν περιχαρακώνονται. Και ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται καν να πιστεύεις για να συγκινηθείς από τους βυζαντινούς ψαλμούς.
Το εν λόγω περιστατικό αναπόφευκτα μας θύμισε τις ομοιότητες των δύο πολιτικών άκρων· αμφότερα επιδιώκουν να επιβάλουν καθαρότητα αξιών και να ακυρώσουν κάθε διαφορετική φωνή. Τις πρακτικές τους συνήθως αναλαμβάνουν πρόσωπα αφελή και αμόρφωτα, ακόμη κι αν διαθέτουν πτυχία. Η προκατάληψη προσφέρει άπλετο χώρο στη χειραγώγηση. Το αποτέλεσμα; Πολίτες καχύποπτοι, φανατισμένοι, όργανα επίθεσης, ακόμη και από εξωτερικούς παράγοντες.
Ειδικά όσον αφορά τις συγκεκριμένες «παρεμβάσεις», προκύπτει και μια ειρωνεία. Όσοι καταγγέλλουν βεβήλωση, καταλήγουν να ευτελίζουν οι ίδιοι τον ιερό χώρο που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται. Οι εκκλησίες όμως δεν είναι σκηνικό σύγκρουσης. Είναι τόπος λατρείας και πίστης. Και η πίστη δεν προστατεύεται με επιθέσεις στην τέχνη.
Ο Χριστός ταυτίστηκε με τον Λόγο και το Φως. Όχι με τον φόβο, ούτε με τον σκοταδισμό. Η χριστιανική διδασκαλία είναι πρόταση ζωής, όχι μηχανισμός καταναγκασμού. Δεν είναι λιγότερο ευλαβείς όσοι απολαμβάνουν μουσική μέσα σε ναό, δυτική ή μη θρησκευτική. Όπως δεν είναι περισσότερο όσοι την απαγορεύουν. Η ευλάβεια δεν μετριέται με απαγορεύσεις.
Εξ αρχής, η Εκκλησία της Ελλάδος έπραξε το αυτονόητο: επέτρεψε και ενθάρρυνε το θεσμό της Λατρευτικής Εβδομάδας. Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν αποδυναμώνουν το θρησκευτικό βίωμα. Ίσα ίσα το εμπλουτίζουν. Το φέρνουν πιο κοντά σε μια κοινωνία που αλλάζει. Το κρατούν ζωντανό.
Εξάλλου το ίδιο ισχύει και για τον ίδιο το θεσμό στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι καινούργιος. Είναι μια παράδοση που διακόπηκε και επανήλθε. Αυτό κάνουν οι θεσμοί ώστε να παραμένουν υγιείς και ζωντανοί. Εξελίσσονται.
Αν κάτι λοιπόν πρέπει να μας απασχολεί από τα πρόσφατα επεισόδια, δεν είναι η αισθητική μιας πολιτιστικής εκδήλωσης. Είναι η κανονικοποίηση της επιβολής. Όταν τριάντα άνθρωποι θεωρούν ότι μπορούν να διακόψουν ένα δημόσιο γεγονός, το πρόβλημα δεν είναι μουσικό. Είναι βαθιά πολιτικό, διότι η ανοχή στον μικρό φανατισμό είναι ενθάρρυνση του μεγαλύτερου.