Από την αποσύνθεση στην επανίδρυση; Το δύσκολο στοίχημα του Αλέξη Τσίπρα και η κρίση της ελληνικής κεντροαριστεράς
Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού επιταχύνει τις κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού και αποκαλύπτει τα βαθιά αδιέξοδα ενός πολιτικού χώρου που αναζητά νέο αφήγημα μέσα στα ερείπια της δικής του αποσύνθεσης
Η απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού να ανακοινώσει τη δημιουργία πολιτικού φορέα λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη πολιτική επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα δεν λειτουργεί απλώς ως μία ακόμη εξέλιξη στον ήδη κατακερματισμένο χώρο της αντιπολίτευσης. Αποτελεί μια κίνηση με ισχυρό συμβολικό και πολιτικό φορτίο, η οποία εκθέτει τη βαθύτερη αδυναμία του υπό διαμόρφωση εγχειρήματος Τσίπρα. Διότι για πρώτη φορά μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρώην πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται ως ο μοναδικός δυνητικός εκφραστής της κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά ως ένας παίκτης που αναγκάζεται να κινηθεί αμυντικά μέσα σε ένα περιβάλλον που ο ίδιος συνέβαλε αποφασιστικά να απορρυθμιστεί.
Η επίσπευση της ανακοίνωσης του νέου κόμματος Τσίπρα, υπό την πίεση της δυναμικής που δημιουργεί η Καρυστιανού, έχει βαθύτερη σημασία από την προφανή επικοινωνιακή διάσταση. Δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός φοβάται πως το κοινωνικό ρεύμα οργής, δυσπιστίας και ηθικής αγανάκτησης που αναπτύχθηκε μετά την τραγωδία των Τεμπών μπορεί να αποκτήσει αυτόνομη πολιτική έκφραση έξω από τον δικό του έλεγχο. Και αυτό ίσως αποτελεί τη σοβαρότερη πολιτική εξέλιξη για τον χώρο της κεντροαριστεράς από το 2019 και μετά.
Μέσα σε αυτό το ήδη εκρηκτικό κλίμα ήρθε να προστεθεί και η παραίτηση του γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ Στέργιου Καλπάκη, η οποία επιβεβαίωσε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι το κόμμα βρίσκεται σε κατάσταση οργανωτικής αποσύνθεσης. Η αποχώρηση του Καλπάκη αποτελεί ακόμη ένα σημάδι ότι το σημερινό κομματικό σχήμα αδυνατεί πλέον να λειτουργήσει με όρους σταθερότητας και πολιτικής προοπτικής. Η εικόνα ενός κόμματος που χάνει διαδοχικά στελέχη, βουλευτές και οργανωτικά κέντρα βάρους ενισχύει την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατραπεί σε μεταβατικό μηχανισμό αναμονής μέχρι την επόμενη πολιτική κίνηση του Τσίπρα.
Για χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας λειτουργούσε ως το αδιαμφισβήτητο κέντρο βάρους ολόκληρου του αντιδεξιού χώρου. Ακόμη και μετά τις διαδοχικές εκλογικές ήττες του 2023, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η πλειονότητα των στελεχών και των ψηφοφόρων του χώρου συνέχιζε να σκέφτεται με όρους πιθανής επιστροφής του. Η σημερινή κατάσταση όμως αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Αποκαλύπτει ότι ο ίδιος ο χώρος που οικοδόμησε ο Τσίπρας δεν πιστεύει πλέον πραγματικά στη σταθερότητα κανενός κομματικού φορέα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά λειτουργούν ως κόμματα προσωρινής αναμονής, ως μεταβατικοί μηχανισμοί επιβίωσης στελεχών μέχρι να ξεκαθαρίσει ποιος θα κυριαρχήσει στο επόμενο στάδιο της ανασύνθεσης.
Αυτό όμως δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της κρίσης μετά την αποχώρησή του. Είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν του ίδιου του μοντέλου πολιτικής ηγεμονίας που οικοδόμησε ο Αλέξης Τσίπρας τα προηγούμενα χρόνια.
Ο αρχηγισμός που αποδιάρθρωσε τον ίδιο του τον χώρο
Η μεγάλη αντίφαση του σημερινού εγχειρήματος είναι ότι ο Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως λύση σε μια κρίση που σε σημαντικό βαθμό φέρει τη δική του πολιτική υπογραφή. Η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2023 δεν υπήρξε ιστορικό ατύχημα ούτε αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιόδου Κασσελάκη. Ήταν η κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας αποϊδεολογικοποίησης, προσωποποίησης και οργανωτικής αποδυνάμωσης που ξεκίνησε ήδη από τη δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ.
Το εγχείρημα του rebranding, μέσω του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούσε να μετατραπεί από κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς σε ένα χαλαρό προεδρικό προοδευτικό μέτωπο, είχε αρχικά σαφή πολιτική στόχευση. Ο Τσίπρας πίστευε ότι μόνο μέσα από μια ευρεία διεύρυνση προς το κέντρο και το παλιό πασοκικό ακροατήριο θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας νέος πλειοψηφικός πόλος εξουσίας. Στην πράξη όμως, η διαδικασία αυτή αποδυνάμωσε τα συλλογικά χαρακτηριστικά του κόμματος χωρίς να δημιουργήσει νέα σταθερή πολιτική ταυτότητα.
Η πολιτική συνοχή μεταφέρθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αρχηγού. Οι εσωτερικές δομές ατόνησαν, οι ιδεολογικές διαφορές θόλωσαν και το κόμμα άρχισε να λειτουργεί περισσότερο ως εκλογικός μηχανισμός εξουσίας παρά ως συνεκτικός πολιτικός οργανισμός. Όταν ο Τσίπρας αποχώρησε, το οικοδόμημα κατέρρευσε σχεδόν ακαριαία, αποκαλύπτοντας ότι πίσω από την εικόνα ενός μεγάλου κόμματος εξουσίας υπήρχε μια βαθιά κρίση οργανωτικής και πολιτικής συνοχής.
Η περίοδος Κασσελάκη λειτούργησε ως καταλύτης αυτής της αποσύνθεσης. Όμως ο ίδιος ο Κασσελάκης δεν θα μπορούσε ποτέ να κυριαρχήσει σε έναν πολιτικό οργανισμό με ισχυρές εσωτερικές αντιστάσεις, βαθιά ιδεολογική αυτοσυνείδηση και σταθερή κομματική κουλτούρα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με τον χώρο κατάφερε μέσα σε λίγες εβδομάδες να καταλάβει την ηγεσία και να οδηγήσει το κόμμα σε κατάσταση σχεδόν εμφυλιακής διάλυσης αποτελεί ίσως την πιο ισχυρή απόδειξη της απορρύθμισης που είχε ήδη προηγηθεί.
Σήμερα ο Τσίπρας επιχειρεί να επανέλθει ως εγγυητής σοβαρότητας και ανασυγκρότησης. Το πρόβλημα όμως είναι ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιλαμβάνεται πως η σημερινή κρίση δεν προέκυψε ερήμην του, αλλά μέσα από επιλογές που ο ίδιος νομιμοποίησε πολιτικά επί χρόνια.
Η Καρυστιανού και η κρίση εμπιστοσύνης της μεταμνημονιακής αντιπολίτευσης
Η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού ως δυνητικού πολιτικού παράγοντα έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αναδεικνύει τα όρια του εγχειρήματος Τσίπρα. Η κοινωνική δυναμική που εκφράζει η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι απλώς αντιδεξιά. Είναι βαθύτερα αντικαθεστωτική και συχνά στρέφεται συνολικά απέναντι στο πολιτικό σύστημα της μεταμνημονιακής περιόδου.
Ο Τσίπρας βρίσκεται εδώ αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα πολιτικής αξιοπιστίας που δεν μπορεί να λυθεί μόνο με αλλαγή ονόματος ή με μια νέα επικοινωνιακή εκκίνηση. Για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας παραμένει μέρος του πολιτικού συστήματος που κυβέρνησε, συμβιβάστηκε και τελικά ενσωματώθηκε στη λογική της μεταμνημονιακής κανονικότητας. Η φθορά αυτή δεν διαγράφεται εύκολα μέσω ενός νέου κομματικού brand.
Η πολιτική πίεση που ασκεί η Καρυστιανού υποχρεώνει τον Τσίπρα να κινηθεί ταχύτερα ακριβώς επειδή απειλεί να απορροφήσει ένα κρίσιμο κομμάτι του συναισθηματικού και ηθικού φορτίου πάνω στο οποίο παραδοσιακά στηριζόταν η αντισυστημική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ. Αν αυτή η κοινωνική ενέργεια αποκτήσει αυτόνομη πολιτική έκφραση, ο πρώην πρωθυπουργός κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα σε δύο πιέσεις. Από τη μία το ΠΑΣΟΚ, που διεκδικεί τη θεσμική σοσιαλδημοκρατική εκπροσώπηση. Από την άλλη η Πλεύση Ελευθερίας και η Καρυστιανού, που διεκδικούν την ηθική και αντισυστημική εκπροσώπηση της κοινωνικής οργής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το νέο κόμμα Τσίπρα κινδυνεύει να εμφανιστεί περισσότερο ως μια προσπάθεια πολιτικής επαναφοράς του ίδιου παρά ως αυθεντική νέα αρχή για τον χώρο. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία του εγχειρήματος. Διότι η ελληνική κοινωνία του 2026 δεν μοιάζει με εκείνη του 2012. Υπάρχει πολύ λιγότερη πολιτική αθωότητα, πολύ μεγαλύτερη κόπωση και πολύ βαθύτερη δυσπιστία απέναντι σε διαρκείς επανεκκινήσεις που υπόσχονται ρήξη ενώ τελικά ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες ισορροπίες και τις ίδιες παθογένειες.
Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί ακόμη να διαθέτει ισχυρή αναγνωρισιμότητα και σημαντικό πολιτικό ένστικτο. Μπορεί επίσης να καταφέρει να συγκεντρώσει ξανά γύρω του μεγάλο μέρος του διαλυμένου χώρου της κεντροαριστεράς. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει αν αυτή η επιστροφή μπορεί να παράξει κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη εκλογική ανασύνταξη. Γιατί η πραγματική κρίση του χώρου πλέον δεν αφορά μόνο τα ποσοστά ή την ηγεσία. Αφορά την ίδια την εξάντληση ενός πολιτικού μοντέλου που στηρίχθηκε υπερβολικά στο πρόσωπο του αρχηγού και πολύ λιγότερο στη δημιουργία ανθεκτικών πολιτικών και κοινωνικών δεσμών.