Επιλέγει να μιλήσει για την Ελλάδα του 2030 το Μαξίμου – Αφήνει πίσω την αναμέτρηση με κόμματα διαμαρτυρίας

Επιλέγει να μιλήσει για την Ελλάδα του 2030 το Μαξίμου – Αφήνει πίσω την αναμέτρηση με κόμματα διαμαρτυρίας

Στο Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην πολιτική σκηνή και το πως μπορεί να διαμορφωθεί το τοπίο μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του 2027 με τα κόμματα των Αλέξη Τσίπρα και Μαρίας Καρυστιανού να είναι στα σκαριά.

Από το κυβερνητικό στρατόπεδο τονίζουν είναι ότι η ΝΔ  δεν θα εγκλωβιστεί σε έναν ανταγωνισμό με κόμματα διαμαρτυρίας ή πολιτικές κινήσεις που χτίζονται γύρω από πρόσωπα. Αντίθετα, επιδιώκει να απευθυνθεί στο σύνολο της κοινωνίας, προβάλλοντας την ατζέντα της επόμενης ημέρας και τη συζήτηση για την Ελλάδα του 2030.

«Εμείς μιλάμε για την Ελλάδα του 2030, προσπαθώντας να επιλύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε τα προβλήματα του σήμερα, ενώ ακούμε από προσωποπαγή κόμματα και κομματίδια συζητήσεις που μας γυρίζουν 200 χρόνια πίσω» είναι η χαρακτηριστική κυβερνητική αποστροφή, η οποία συμπυκνώνει τη στρατηγική με την οποία η ΝΔ θέλει να φτάσει μέχρι την επόμενη κάλπη.

Η επιτυχία ή η αποτυχία, όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, δεν θα εξαρτηθεί από το ποιος θα σταθεί απέναντι στη ΝΔ, αλλά από το εάν η ίδια η κυβέρνηση θα καταφέρει να αποδείξει ότι παραμένει αποτελεσματική. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζεται, πρόκειται για μια κυβέρνηση δεύτερης τετραετίας, η οποία κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον διαδοχικών πολέμων, κρίσεων και διεθνούς αβεβαιότητας, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική διαφορά από το δεύτερο κόμμα.

Η αξιολόγηση με βάση το πρόγραμμα του 2023

Σημαντικό στοιχείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας είναι η αναφορά στο πρόγραμμα με το οποίο η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εκλογές του 2023. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως επισημαίνεται, επέλεξε στο συνέδριο να επαναφέρει το συγκεκριμένο πρόγραμμα στο προσκήνιο, στέλνοντας το μήνυμα ότι η κυβέρνηση θα αξιολογηθεί με βάση τη συνέπεια εφαρμογής των δεσμεύσεών της.

Μία κίνηση πολιτικής αυτοπεποίθησης που φανερώνει ότι το κυβερνών κόμμα δεν ζητά από τους πολίτες να την κρίνουν με γενικόλογες υποσχέσεις, αλλά με βάση συγκεκριμένες δεσμεύσεις, παραδοτέα και αποτελέσματα.

Η υποχρεωτική κοστολόγηση των προγραμμάτων από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους θεωρείται από τη ΝΔ κρίσιμο φίλτρο αξιοπιστίας, καθώς, όπως τονίζεται, εκεί θα φανεί ποιος έχει εφαρμόσιμο σχέδιο και ποιος απλώς υπόσχεται.

Επίσης, η κυβέρνηση επιλέγει να δώσει μάχη με τα προβλήματα. Γι αυτό και ένα από τα επόμενα βήματα θα είναι η λύση του προβλήματος με τις συντάξεις χηρείας που προέκυψε από την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μια νέα νομοθετική ρύθμιση θα αποκαταστήσει την αδικία και δεν θα αναγκαστούν περί τους 200.000 συνταξιούχους να επιστρέψουν ποσά που έχουν λάβει με το ζήτημα των διπλών συντάξεων που λαμβάνουν οι χήρες και οι χήροι.

Από τα αντισυστημικά κόμματα στην εμπειρία της διακυβέρνησης

Η κυβέρνηση επιχειρεί να θυμίσει ότι η Ελλάδα έχει ήδη δοκιμάσει την περίοδο των αντισυστημικών και προσωποπαγών κομμάτων. Όπως σημειώνεται, το 2012 και το 2015 εμφανίστηκαν κόμματα που χτίστηκαν γύρω από ένα πρόσωπο ή πάνω σε μια αντισυστημική ρητορική. Η κριτική της ΝΔ είναι ότι αυτά τα σχήματα δεν έλυσαν προβλήματα, αλλά αντιθέτως τα διόγκωσαν.

Η διαφορά του 2026 και του 2027, σύμφωνα με την κυβερνητική γραμμή, είναι ότι αυτή τη φορά τα προσωποπαγή και αντισυστημικά σχήματα δεν αποτελούν άγνωστο πείραμα. Έχουν δοκιμαστεί είτε στην κυβέρνηση είτε στη δημόσια σφαίρα και οι πολίτες έχουν πλέον εμπειρία από το αποτέλεσμα τέτοιων επιλογών.

Γι’ αυτό και το κυβερνητικό επιτελείο επιμένει ότι η κοινωνία δεν ζητά επιστροφή στο παρελθόν, αλλά επιτάχυνση. Η εικόνα που χρησιμοποιείται είναι χαρακτηριστική: η χώρα έχει ανάγκη να πατήσει γκάζι, ενώ κόμματα και κομματίδια, όπως λένε στη ΝΔ, θέλουν να βάλουν «όπισθεν».

Η περίπτωση Καρυστιανού

Στο κυβερνητικό μικροσκόπιο βρίσκεται και η προοπτική ίδρυσης κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού. Η ΝΔ αποφεύγει, επισήμως, να προεξοφλήσει την πολιτική επίδραση μιας τέτοιας κίνησης, σημειώνει όμως ότι όταν και εφόσον δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα, θα πρέπει να παρουσιάσει θέσεις, πρόγραμμα και πρόσωπα.

Στελέχη της κυβερνητικής παράταξης αφήνουν αιχμές για πρόσωπα που ακούγονται ή γράφονται γύρω από τέτοιες κινήσεις, λέγοντας ότι προκαλούν εύλογα ερωτήματα. Ωστόσο, η βασική γραμμή παραμένει ότι η τελική κρίση των πολιτών για τη Νέα Δημοκρατία δεν θα εξαρτηθεί από το ποια κόμματα θα εμφανιστούν, αλλά από τη δική της κυβερνητική απόδοση.

Η επιστροφή Τσίπρα και το βάρος της προηγούμενης διακυβέρνησης

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κυβερνητική κριτική απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως έναν πρώην πρωθυπουργό που επιχειρεί ολική πολιτική επιστροφή. Το βασικό επιχείρημα της ΝΔ είναι ότι ο κ. Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άφθαρτο πρόσωπο, αλλά ως πρώην κυβερνήτης με συγκεκριμένο αποτύπωμα.

Η κυβερνητική πλευρά υπενθυμίζει ότι οι πολίτες τού έδωσαν με δημοκρατικές διαδικασίες τη σκυτάλη και το τιμόνι της χώρας, όμως, όπως υποστηρίζει, για μια ολόκληρη τετραετία έκανε τα αντίθετα από όσα είχε υποσχεθεί.

Την ίδια ώρα, όμως, στη ΝΔ αναγνωρίζουν ότι δεν αρκεί να αντιπαραβάλλεται η σημερινή κυβέρνηση με τον κ. Τσίπρα. Όπως τονίζεται, το 2019 και το 2023 η Νέα Δημοκρατία δεν κέρδισε απλώς τον Αλέξη Τσίπρα. Κέρδισε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των πολιτών. Και αυτή την εμπιστοσύνη καλείται να κερδίσει εκ νέου.

Βολές στο ΠΑΣΟΚ για λαϊκισμό

Στο κυβερνητικό στόχαστρο μπαίνει και το ΠΑΣΟΚ, με αφορμή την πρότασή του για τα «κόκκινα» δάνεια. Η κριτική της ΝΔ είναι ότι η Χαριλάου Τρικούπη επιλέγει να κινηθεί με όρους Τσίπρα, δηλαδή στο πεδίο του λαϊκισμού.

Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, όταν ένα κόμμα επιλέγει να παίξει σε αυτό το γήπεδο, συνήθως πλεονέκτημα έχει ο αυθεντικός εκφραστής του. Με αυτόν τον τρόπο, η ΝΔ επιχειρεί να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη που, αντί να καταθέτει ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, διολισθαίνει σε υποσχέσεις και συνθήματα που θυμίζουν προηγούμενες περιόδους πολιτικής πόλωσης.

Ισχυρό χαρτί ο Μητσοτάκης

Παράλληλα, η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά και στο διεθνές προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι, σε μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, είναι κρίσιμο για τη χώρα να έχει στο τιμόνι της έναν πρωθυπουργό που μπορεί να συνομιλεί επί ίσοις όροις με ηγέτες ισχυρών κρατών.

Από τον Έβρο και την πανδημία μέχρι το Ταμείο Ανάκαμψης, την ενεργειακή κρίση και τη Μέση Ανατολή, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολες καμπές και κατάφερε να ενισχύσει τη θέση της. Η φράση «η αλήθεια δεν είναι αλαζονική» χρησιμοποιείται για να απαντήσει στην κριτική περί υπερβολικής προβολής του πρωθυπουργού στο εξωτερικό.