Αλλαγή παραδείγματος στον πρωτογενή τομέα: Από τις επιδοτήσεις στις αγορές

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι αγρότες θα συνεχίσουν να ζητούν περισσότερα από το κράτος, αλλά αν το κράτος θα τους βοηθήσει να συμμετέχουν σε μια αγορά που παράγει σταθερό εισόδημα μέσα από κανόνες και όχι μέσα από εξαιρέσεις.

Αλλαγή παραδείγματος στον πρωτογενή τομέα: Από τις επιδοτήσεις στις αγορές
ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Είναι εφικτή μια αγορά commodities στη Θεσσαλονίκη;

Τα αιτήματα που διατυπώνονται το τελευταίο διάστημα από τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους προς την κυβέρνηση αποτυπώνουν με ενάργεια το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχει εγκλωβιστεί επί δεκαετίες ο ελληνικός πρωτογενής τομέας. Αιτήματα όπως η διατήρηση του ΟΠΕΚΕΠΕ εκτός της ΑΑΔΕ, το αφορολόγητο πετρέλαιο απευθείας στη μάνικα, οι μόνιμες εκπτώσεις στο ρεύμα και το νερό άρδευσης ή η θέσπιση ελάχιστων εγγυημένων τιμών για τα αγροτικά προϊόντα συνθέτουν ένα πλαίσιο που παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Πρόκειται για αιτήματα κοινωνικά κατανοητά, τα οποία όμως στηρίζονται σε ένα μοντέλο επιχορηγούμενης παραγωγής που έχει πλέον εξαντλήσει τα δημοσιονομικά και θεσμικά του όρια. Η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία δεν υποφέρουν μόνο από το κόστος αλλά κυρίως από την αδυναμία τους να ενταχθούν σε μια οργανωμένη, διαφανή και προβλέψιμη αγορά.

Το κράτος, από την πλευρά του, και ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αδυνατεί πλέον να λειτουργεί ως μόνιμος εγγυητής εισοδήματος χωρίς να υπονομεύει τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη θεσμική κανονικότητα. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, οι κανόνες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και η πίεση για στοχευμένες πολιτικές καθιστούν ανέφικτη τη διαιώνιση ενός συστήματος που αποσυνδέει την παραγωγή από την πραγματική αξία των προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος εξάρτησης, χαμηλής ανταγωνιστικότητας και πολιτικής διαχείρισης της αγροτικής δυσαρέσκειας.

Η ανάγκη μετασχηματισμού της αγοράς αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων

Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι περισσότερη κρατική παρέμβαση αλλά διαφορετικού τύπου αγορά. Η ελληνική αγροτική παραγωγή παραμένει κατακερματισμένη, με περιορισμένη τυποποίηση, αδύναμους συνεταιρισμούς και μικρή πρόσβαση σε μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου. Οι τιμές καθορίζονται συχνά εκ των υστέρων, χωρίς διαφάνεια και με δυσανάλογη ισχύ στους ενδιάμεσους κρίκους της αλυσίδας. Ο παραγωγός μαθαίνει την αξία του προϊόντος του όταν πλέον είναι αργά να επηρεάσει το αποτέλεσμα.

Σε διεθνές επίπεδο, η απάντηση σε αυτή την ασυμμετρία είναι γνωστή. Οργανωμένες αγορές αγροτικών προϊόντων, με σαφείς προδιαγραφές ποιότητας, μηχανισμούς πιστοποίησης, αποθήκευσης και εκκαθάρισης συναλλαγών, επιτρέπουν τη διαμόρφωση τιμών που αντανακλούν την πραγματική προσφορά και ζήτηση. Παράλληλα, εργαλεία όπως τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης δίνουν τη δυνατότητα στον παραγωγό και στον μεταποιητή να προγραμματίσουν, να επενδύσουν και να περιορίσουν την αβεβαιότητα.

Η Ελλάδα παραμένει εκτός αυτής της λογικής, παρά το γεγονός ότι διαθέτει προϊόντα υψηλής ποιότητας και στρατηγική γεωγραφική θέση. Η συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, αντί για αγορές, τιμές αναφοράς και πρόσβαση σε κεφάλαιο.

Γιατί ένα χρηματιστήριο commodities στη Θεσσαλονίκη μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού

Η δημιουργία ενός χρηματιστηρίου αγροτικών commodities στην Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για αυτή τη μετάβαση, ακριβώς επειδή μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη διαρκή κρατική στήριξη στη λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Όχι ως ένα αφηρημένο χρηματοπιστωτικό εγχείρημα αποκομμένο από την πραγματική οικονομία, αλλά ως ένας θεσμός που οργανώνει τη ζήτηση και την προσφορά, παράγει αξιόπιστες τιμές αναφοράς και ενσωματώνει κανόνες που σήμερα απουσιάζουν από τον πρωτογενή τομέα.

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί το φυσικό σημείο εγκατάστασης μιας τέτοιας αγοράς. Το λιμάνι της, οι οδικές και σιδηροδρομικές διασυνδέσεις με τη βαλκανική ενδοχώρα και η εγγύτητα σε μεγάλες παραγωγικές ζώνες καθιστούν την πόλη δυνητικό κόμβο εμπορίας αγρο-κτηνοτροφικών προϊόντων για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σερβία και η Βόρεια Μακεδονία παράγονται σημαντικές ποσότητες σιτηρών, καλαμποκιού, ζωοτροφών και ζωικών προϊόντων, οι οποίες σήμερα διακινούνται μέσα από διμερείς συμφωνίες και άτυπα δίκτυα, χωρίς διαφάνεια στις τιμές και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικού προγραμματισμού.

Ένα οργανωμένο χρηματιστήριο commodities στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να συγκεντρώσει αυτή τη ρευστότητα, ξεκινώντας από περιορισμένο αριθμό βασικών προϊόντων με σαφείς ποιοτικές προδιαγραφές και προκαθορισμένα σημεία παράδοσης. Η ύπαρξη τυποποιημένων συμβολαίων, ακόμη και σε απλή μορφή προθεσμιακών συναλλαγών, θα επέτρεπε στους παραγωγούς, στους εμπόρους και στους μεταποιητές να γνωρίζουν εκ των προτέρων το εύρος τιμών μέσα στο οποίο κινούνται και να σχεδιάζουν τις επενδύσεις τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Παράλληλα, μια τέτοια αγορά θα λειτουργούσε ως μοχλός εκσυγχρονισμού για ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Θα δημιουργούσε ζήτηση για πιστοποιημένες αποθηκευτικές υποδομές, σιλό, ψυκτικούς θαλάμους και εργαστήρια ποιοτικού ελέγχου, ενώ θα ενίσχυε τον ρόλο των συνεταιρισμών που μπορούν να συγκεντρώνουν όγκους και να πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές. Η ίδια η ύπαρξη διαφανούς τιμολόγησης θα περιόριζε τις χρόνιες στρεβλώσεις και θα βελτίωνε τη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών απέναντι στους ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, ένα χρηματιστήριο αγροτικών commodities θα ενίσχυε την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας και θα προσέδιδε στη Θεσσαλονίκη έναν ρόλο περιφερειακού οικονομικού κέντρου, συμπληρωματικό προς τις εμπορευματικές, μεταφορικές και ενεργειακές της λειτουργίες. Κυρίως όμως, θα σηματοδοτούσε μια ώριμη μετάβαση του πρωτογενούς τομέα σε σύγχρονους κανόνες αγοράς, με λιγότερη πολιτική διαχείριση και περισσότερη οικονομική λογική, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των παραγωγών.

Από τη σημερινή αδράνεια σε μια ρεαλιστική στρατηγική για τον πρωτογενή τομέα

Η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας δεν μπορεί να εξαντλείται σε κάθε μπλόκο και κάθε διαπραγμάτευση επιδοτήσεων. Ο πρωτογενής τομέας χρειάζεται θεσμούς που να παράγουν αξία, όχι μόνο μεταβιβάσεις πόρων. Η δημιουργία ενός χρηματιστηρίου αγροτικών commodities δεν αποτελεί πανάκεια ούτε εύκολη λύση. Απαιτεί θεσμική προετοιμασία, πολιτική βούληση και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Ωστόσο, αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση στο δομικό πρόβλημα της αγοράς. Μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις ευρωπαϊκές πολιτικές, να ενισχύσει την εξωστρέφεια και να μετατρέψει τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας σε πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι αγρότες θα συνεχίσουν να ζητούν περισσότερα από το κράτος, αλλά αν το κράτος θα τους βοηθήσει να συμμετέχουν σε μια αγορά που παράγει σταθερό εισόδημα μέσα από κανόνες και όχι μέσα από εξαιρέσεις.