Η θεσμοθετημένη ατιμωρησία και το ελληνικό θέατρο του δρόμου

Από τα μπλόκα των αγροτών ως τις καθημερινές αυθαιρεσίες, η χώρα βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στη συνήθεια της ανοχής και στον φόβο της ευθύνης.

Η θεσμοθετημένη ατιμωρησία και το ελληνικό θέατρο του δρόμου
EUROKINISSI

Την Παρασκευή, οι αγρότες απέκλεισαν τον ΟΛΘ με συνοδεία αστυνομικών και κατόπιν -πάλι με συνοδεία αστυνομικών- επέστρεψαν στοιχισμένοι στο μπλόκο των Μαλγάρων. Εκεί ξαναβρέθηκαν υπό την επιτήρηση αστυνομικών, απλώς άλλων.

Πάλι την Παρασκευή, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, απέστειλε παραγγελία προς τους Εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών. Ζήτησε αυστηρή παρακολούθηση των κινητοποιήσεων των αγροτών, δεδομένου ότι διαταράσσουν την κυκλοφορία οχημάτων και τη γενικότερη ασφάλεια των συγκοινωνιών. Στο συνοδευτικό, ο Εισαγγελέας υπενθύμισε ότι οι εν λόγω πράξεις διώκονται αυτεπάγγελτα· άρα η αστυνομία οφείλει να προχωρεί σε άμεση προανάκριση, χωρίς ειδική εισαγγελική εντολή, ώστε να μη χαθούν αποδεικτικά στοιχεία.

Διαβάζοντας τα παραπάνω, αναπόφευκτα προκύπτουν δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι γιατί να χρειάζεται παρέμβαση του Αρείου Πάγου ώστε οι κατά τόπους αρχές να ενεργήσουν όπως προβλέπει ο νόμος· οι θιγόμενοι οδηγοί και επιβάτες δεν έχουν ίσα δικαιώματα με τους αγρότες; Το δεύτερο είναι γιατί να χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση το οφθαλμοφανές· εάν οι αστυνομικοί βρεθούν μπροστά σε διενεργούμενο φόνο, βιασμό ή ξυλοδαρμό, θα συγκεντρώσουν στοιχεία και κατόπιν θα διερευνήσουν το περιστατικό, αντί να προσπαθήσουν να το αποτρέψουν; Με άλλα λόγια, διατηρεί κάποια αξία ο όρος «αυτεπάγγελτα» ή έχει εκφυλιστεί σε επιρρηματικό προσδιορισμό που εφαρμόζεται α λα καρτ;

Εν πάση περιπτώσει, ο κ. Τζαβέλλας μάλλον δεν ενημερώθηκε από τον αρμόδιο υπουργό Χρήστο Τσιάρα, ο οποίος σε τηλεοπτική συνέντευξη δήλωσε ότι τα μπλόκα είναι δικαίωμα των αγροτών. Όπως έχει αποδειχθεί περίτρανα, η επίκληση πολιτικής διαμαρτυρίας από μόνη της συχνά αρκεί για να μην εφαρμόζεται με τυπικότητα ο Ποινικός Κώδικας. Παρατηρούμε τα ίδια όχι μόνο στα αγροτικά μπλόκα αλλά και στις καταλήψεις δημόσιων χώρων και κτιρίων, κρατικών και ιδιωτικών: οι διαμαρτυρόμενοι μέσα, ενώ οι αρχές τους παρακολουθούν βαριεστημένες απ’ έξω, απλώς ρυθμίζοντας την κυκλοφορία των περαστικών.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη παράσταση δεν είναι μονόλογος· χρειάζεται δύο συντελεστές. Το έργο δεν μπορεί να παρουσιαστεί δίχως την ενεργή συμμετοχή των «απέναντι», δηλαδή αγροτών, φοιτητών, επαγγελματιών ακτιβιστών, αθλητικών οπαδών, εύθικτων Ρομά κ.ο.κ. Από τη μεριά τους θα παίξουν τον ρόλο τους απολύτως προβλέψιμα: ειδικά στις διαδηλώσεις, θα ορμήσουν στο αστυνομικό φράγμα μπροστά στις κάμερες, θα απωθηθούν, θα βάλουν τις φωνές, θα ξαναπιέσουν, θα ξαναπωθηθούν (ίσως με λίγα χημικά), θα βρίσουν περισσότερο, θα πιέσουν για τρίτη φορά, θα βγουν τα γκλομπ, θα διαλυθούν, και αν αρχίσουν οι μολότοφ και οι σφεντόνες, θα εμφανιστούν οι αντλίες. Θα ακολουθήσει μπουγέλωμα, λίγο κυνηγητό (μη κουραστούμε κιόλας), θα καούν μερικοί κάδοι, θα γίνουν προσαγωγές, θα καταλήξουν σε πολύ λιγότερες συλλήψεις, στο αυτόφωρο θα έχουμε κυρίως αθωώσεις, θα γίνουν μερικές μηνύσεις για υπέρβαση καθήκοντος και περιττή βία, και τελικά δεν θα πάει φυλακή κανείς.

Την επομένη, οι παραγωγικοί φορείς θα βγάλουν με τη σειρά τους κάποιες στρογγυλεμένες ανακοινώσεις, και τα περισσότερα αντιπολιτευόμενα κόμματα θα καταδικάσουν σφοδρά την… πρωτοφανή αστυνομική βία. Ίσως διαταχθεί και καμιά κατεπείγουσα έρευνα, και τέλος.

Η ίδια ρουτίνα εκτελείται απαρέγκλιτα από τη δεκαετία του ’80, σπάζοντας μόνο όποτε εμφανίζονται… ερασιτέχνες, όπως συνταξιούχοι, «μακεδονομάχοι» και φυσικά θερμόαιμοι Κρητικοί. Ο Κορκονέας και οι φονιάδες του Λυγγερίδη αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις, που φυσικά προκαλούν μεγάλες τραγωδίες. Πολλοί τότε πέφτουν από τα σύννεφα, μάλλον επειδή δεν είχε περάσει από το μυαλό τους ότι δεν γίνεται να μην καείς όταν παίζεις συνεχώς με τη φωτιά.

Δεν είναι λοιπόν τυχαία η τόσο οικεία κραυγή «Τι κάνετε ρεεε;;;» όταν αλλάζει ξαφνικά το σενάριο.

Η θεσμοθετημένη ατιμωρησία χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα, εξευτελίζοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς. Συνεπώς, ας μην απορούμε ούτε για την παράνομη οπλοκατοχή σε όλη την ύπαιθρο, κι όχι μόνο στη… λεβεντογέννα που βγάζει περήφανους «φραπέδες». Εδώ βέβαια αξίζει να ειπωθεί το εξής: ο Ξυλούρης φαινόταν ενοχλημένος για όσα τον ρωτούσαν στη Βουλή, θεωρώντας -ορθά- πως όλα αυτά είναι γνωστά στο πολιτικό σύστημα. Όπως βλέπετε, κακής ποιότητας θεατρικές παραστάσεις δεν παίζονται μόνο στους δρόμους.

Η τιμητική εκλογή Πιερρακάκη στο Eurogroup είναι απλό μασκάρεμα της θλιβερής ελληνικής πραγματικότητας -κάτι που φυσικά ισχύει και για την ψηφιοποίηση. Αν και παλιότερα σημειωνόταν ουσιαστική πρόοδος, μετά το 2008 πήγαμε πολύ πίσω, καθώς επελέγη η γενικευμένη ανοχή ώστε να προστατευθεί η εσωτερική συνοχή. Πλέον η χώρα νοσεί βαριά, και εύλογα αναρωτιόμαστε αν μπορεί να σταματήσει η κατρακύλα. Ενδεχομένως ναι, αλλά σε βάθος χρόνου. Σε σχέση με τους γονείς τους, οι επόμενες γενιές είναι πολύ λιγότερο καπάτσες και πολύ περισσότερο… παιδιά της μαμάς· λογικά θα είναι πιο πειθαρχημένες απέναντι σε νόμους, κανόνες και οδηγίες.

Θα μας δοθεί άραγε ένα επαρκές χρονικό περιθώριο για να διορθωθούμε, ή ο συνδυασμός υποκρισίας και θράσους θα αναπαραχθεί από πιο νέους κατοίκους της χώρας; Άγνωστο. Πάντως, αν κρίνουμε από περιστασιακά βίαια επεισόδια σε κέντρα φύλαξης λαθρομεταναστών, οι νεοφερμένοι έχουν ήδη εξαιρετικούς δασκάλους.