Καύσωνας: Πώς θα ξεχωρίσετε τη θερμική εξάντληση από τη θερμοπληξία
Η έγκαιρη διάκριση ανάμεσα στη θερμική εξάντληση και τη θερμοπληξία μπορεί να αποτρέψει σοβαρές επιπλοκές
Οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλών θερμοκρασιών αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες εμφάνισης προβλημάτων που σχετίζονται με τη ζέστη, με τους γιατρούς να τονίζουν ότι η αναγνώριση των πρώτων συμπτωμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την προστασία της υγείας.
Αν και η θερμική εξάντληση και η θερμοπληξία προκαλούνται από την υπερβολική έκθεση στη ζέστη, πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις, με τη δεύτερη να θεωρείται επείγον ιατρικό περιστατικό που απαιτεί άμεση παρέμβαση.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο οργανισμός διατηρεί τη θερμοκρασία του σε σταθερά επίπεδα μέσω της εφίδρωσης και της αυξημένης ροής αίματος προς το δέρμα, διαδικασίες που επιτρέπουν την αποβολή της θερμότητας. Ωστόσο, όταν η ατμόσφαιρα είναι ιδιαίτερα θερμή ή η υγρασία βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, οι φυσικοί αυτοί μηχανισμοί δυσκολεύονται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα το σώμα να συσσωρεύει θερμότητα.
Η θερμική εξάντληση αποτελεί το πρώτο προειδοποιητικό στάδιο. Σύμφωνα με τα αμερικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονη εφίδρωση, αδυναμία, ζάλη, πονοκέφαλο, ναυτία ή εμετό, ψυχρό και υγρό δέρμα, καθώς και γρήγορο αλλά ασθενή σφυγμό. Σε αυτή τη φάση είναι σημαντικό ο πάσχων να μεταφερθεί άμεσα σε δροσερό περιβάλλον, να αφαιρέσει τα περιττά ρούχα, να ενυδατωθεί με δροσερά υγρά και να παραμείνει σε κατάσταση ανάπαυσης. Εάν η εικόνα δεν βελτιωθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ή επιδεινωθεί, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση από γιατρό.
Πολύ πιο επικίνδυνη είναι η θερμοπληξία, καθώς η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου και να επηρεάσει τη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο πάσχων μπορεί να εμφανίσει σύγχυση, αποπροσανατολισμό, έντονη ευερεθιστότητα, παραισθήσεις, δυσκολία στην κίνηση, λιποθυμία ή ακόμη και σπασμούς. Το δέρμα συνήθως γίνεται πολύ ζεστό και κοκκινίζει, ενώ η εφίδρωση μπορεί να είναι περιορισμένη ή να απουσιάζει εντελώς.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι σε κάθε υποψία θερμοπληξίας πρέπει να ειδοποιούνται αμέσως οι υπηρεσίες επείγουσας βοήθειας, καθώς κάθε λεπτό είναι κρίσιμο. Μέχρι να φτάσει το ιατρικό προσωπικό, προτεραιότητα έχει η όσο το δυνατόν ταχύτερη μείωση της θερμοκρασίας του σώματος. Η παραμονή σε κρύο νερό θεωρείται η πιο αποτελεσματική μέθοδος, ενώ όταν αυτό δεν είναι εφικτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν δροσερό ντους, συνεχής διαβροχή με νερό ή εφαρμογή ψυχρών επιθεμάτων σε ολόκληρο το σώμα.
Ο κίνδυνος εμφάνισης αυτών των καταστάσεων δεν αφορά όλους στον ίδιο βαθμό. Περισσότερο εκτεθειμένοι είναι όσοι εργάζονται ή αθλούνται σε εξωτερικούς χώρους κατά τη διάρκεια καύσωνα, άτομα που δεν έχουν προσαρμοστεί στις υψηλές θερμοκρασίες, άνθρωποι με αυξημένο σωματικό βάρος ή χαμηλή φυσική κατάσταση, καθώς και όσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα αφυδάτωσης. Παράγοντες όπως η κατανάλωση αλκοόλ, η λήψη ορισμένων φαρμάκων, μεταξύ αυτών διουρητικά και β-αναστολείς, αλλά και η πολύωρη παραμονή σε χώρους χωρίς επαρκή δροσισμό αυξάνουν ακόμη περισσότερο την πιθανότητα σοβαρής θερμικής καταπόνησης.
Οι γιατροί υπενθυμίζουν ότι η άμεση αναγνώριση των συμπτωμάτων μπορεί να αποτρέψει επικίνδυνες εξελίξεις. Η θερμική εξάντληση αντιμετωπίζεται συνήθως με έγκαιρη ψύξη και ενυδάτωση, όμως όταν η κατάσταση εξελιχθεί σε θερμοπληξία απαιτείται άμεση νοσοκομειακή φροντίδα, καθώς υπάρχει κίνδυνος μόνιμων βλαβών σε ζωτικά όργανα ή ακόμη και απώλειας της ζωής.