Γιατί σταματάει η καρδιά μας όταν φτερνιζόμαστε
Γιατί νιώθουμε ότι «χάνεται» ένας χτύπος και τι λένε οι γιατροί για την ασφάλεια του αντανακλαστικού
Η ιδέα ότι η καρδιά σταματά έστω και για ένα δευτερόλεπτο την ώρα που φτερνιζόμαστε παραμένει μία από τις πιο διαδεδομένες «αλήθειες» της καθημερινότητας.
Η αίσθηση άλλωστε είναι έντονη: μια στιγμιαία παύση, μια εσωτερική «έκρηξη» που μοιάζει να διακόπτει τον φυσιολογικό ρυθμό του σώματος. Η επιστήμη, ωστόσο, δίνει μια πολύ διαφορετική εικόνα.
Οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι η καρδιά δεν σταματά σε καμία φάση του φτερνίσματος. Αυτό που συμβαίνει είναι μια παροδική μεταβολή στον ρυθμό της, αποτέλεσμα των απότομων αλλαγών πίεσης μέσα στο θώρακα. Το φαινόμενο μπορεί να δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας «παύσης», όμως στην πραγματικότητα η καρδιακή λειτουργία συνεχίζεται κανονικά.
Το φτέρνισμα αποτελεί ένα ισχυρό αντανακλαστικό μηχανισμό του οργανισμού, σχεδιασμένο να απομακρύνει ερεθιστικούς παράγοντες από τη μύτη και τους αεραγωγούς. Ξεκινά με μια βαθιά εισπνοή, ακολουθεί το στιγμιαίο «κλείδωμα» της γλωττίδας και η συσσώρευση πίεσης στο στήθος, για να καταλήξει σε μια απότομη και εκρηκτική απελευθέρωση αέρα. Αυτή ακριβώς η διαδικασία είναι που επηρεάζει παροδικά την κυκλοφορία του αίματος.
Κατά τη διάρκεια αυτής της πίεσης, μειώνεται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η ποσότητα αίματος που επιστρέφει στην καρδιά. Η μεταβολή αυτή οδηγεί σε μια στιγμιαία προσαρμογή του καρδιακού ρυθμού, η οποία όμως αποκαθίσταται άμεσα μόλις ολοκληρωθεί το φτέρνισμα. Η καρδιά, δηλαδή, δεν «σταματά», αλλά αντιδρά φυσιολογικά σε μια αλλαγή των συνθηκών μέσα στο σώμα.
Η αίσθηση ότι «χάνεται ένας χτύπος» συνδέεται επίσης με τη διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό. Πρόκειται για μια γνωστή φυσιολογική αντίδραση, που στους περισσότερους ανθρώπους δεν έχει καμία απολύτως επίπτωση στην υγεία.
Για τη συντριπτική πλειονότητα, το φτέρνισμα είναι απολύτως ασφαλές. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, άτομα με προϋπάρχουσες διαταραχές καρδιακού ρυθμού ενδέχεται να αντιληφθούν πιο έντονα αυτές τις μεταβολές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο το φτέρνισμα αποτελεί κίνδυνο.
Αντίθετα, αυτό που οι γιατροί επισημαίνουν ως πιθανώς επιβαρυντικό είναι η προσπάθεια καταστολής του φτερνίσματος. Η τεχνητή «κατακράτηση» αυξάνει ακόμη περισσότερο την εσωτερική πίεση, κάτι που μπορεί να επηρεάσει αγγεία και ιστούς, προκαλώντας –έστω και σπάνια– επιπλοκές.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα πολύ έντονο φτέρνισμα μπορεί να προκαλέσει στιγμιαία ζάλη, καθώς οι απότομες αλλαγές πίεσης επηρεάζουν προσωρινά τη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο. Τα περιστατικά λιποθυμίας είναι εξαιρετικά σπάνια, αλλά δεν αποκλείονται σε άτομα με ευαισθησία σε τέτοιες μεταβολές.
Η ιατρική σύσταση παραμένει σαφής: δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για το φτέρνισμα ως φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού. Αν όμως συνοδεύεται από συμπτώματα όπως έντονος πόνος στο στήθος, παρατεταμένη ζάλη, απώλεια συνείδησης ή επίμονες αρρυθμίες, τότε απαιτείται ιατρική αξιολόγηση.
Η αποδόμηση του μύθου οδηγεί σε ένα απλό συμπέρασμα: το σώμα αντιδρά, αλλά δεν κινδυνεύει. Και η καρδιά, ακόμη και μέσα σε αυτή τη στιγμιαία «αναστάτωση», συνεχίζει να λειτουργεί αδιάκοπα.