Άνοια: Τα πρώιμα «καμπανάκια» που εμφανίζονται έως και μια δεκαετία πριν

Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι αλλαγές στη μνήμη, την αντίδραση και τη φυσική κατάσταση μπορούν να προβλέψουν τον κίνδυνο πολύ πριν τη διάγνωση

Άνοια: Τα πρώιμα «καμπανάκια» που εμφανίζονται έως και μια δεκαετία πριν

Σημαντικές εξελίξεις στον τομέα της πρόληψης της άνοιας φέρνει νέα επιστημονική έρευνα, η οποία δείχνει ότι τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια μπορούν να εντοπιστούν έως και εννέα χρόνια πριν από τη διάγνωση.

Τα ευρήματα ενισχύουν την ελπίδα ότι στο μέλλον η νόσος θα μπορεί να ανιχνεύεται εγκαίρως, δίνοντας περιθώριο για έγκαιρες παρεμβάσεις.

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Alzheimer’s & Dementia, πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του University of Cambridge σε συνεργασία με φορείς υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, αξιοποιώντας δεδομένα από τη μεγάλη βάση UK Biobank. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο σύνολο πληροφοριών που περιλαμβάνει στοιχεία υγείας, τρόπου ζωής και γενετικών χαρακτηριστικών εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν επιδόσεις σε τεστ μνήμης, χρόνου αντίδρασης και επίλυσης προβλημάτων, καθώς και δεδομένα που σχετίζονται με τη σωματική κατάσταση, όπως η δύναμη λαβής και η συχνότητα πτώσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, εντόπισαν ότι άτομα που αργότερα ανέπτυξαν Νόσος Αλτσχάιμερ παρουσίαζαν ήδη χαμηλότερες επιδόσεις σε κρίσιμες γνωστικές λειτουργίες, όπως η απομνημόνευση, η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και η λεγόμενη «προοπτική μνήμη».

Παράλληλα, καταγράφηκε αυξημένη πιθανότητα πτώσεων πριν από τη διάγνωση, ενώ σε περιπτώσεις άλλων νευρολογικών παθήσεων, όπως η Προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση, ο κίνδυνος αυτός ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Συνολικά, οι συμμετέχοντες που εμφάνισαν άνοια είχαν ήδη αναφέρει χειρότερη γενική κατάσταση υγείας χρόνια πριν την εκδήλωση των συμπτωμάτων.

Τα ευρήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς μέχρι σήμερα η άνοια διαγιγνώσκεται συνήθως όταν η νόσος έχει ήδη προχωρήσει, περιορίζοντας τις θεραπευτικές επιλογές. Η δυνατότητα πρώιμου εντοπισμού θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την προσέγγιση, επιτρέποντας την ανάπτυξη πιο στοχευμένων προληπτικών ελέγχων και παρεμβάσεων.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η αξιοποίηση τέτοιων δεδομένων θα μπορούσε να συμβάλει και στη βελτίωση των κλινικών δοκιμών, καθώς θα καθίσταται εφικτός ο εντοπισμός ατόμων με αυξημένο κίνδυνο πριν την εκδήλωση της νόσου. Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι μεμονωμένες ενδείξεις δεν θα πρέπει να προκαλούν πανικό, αλλά να λειτουργούν ως αφορμή για ιατρική αξιολόγηση όταν παρατηρούνται επίμονες αλλαγές στη γνωστική λειτουργία.