Θερανοστική: Η ιατρική που βλέπει και θεραπεύει ταυτόχρονα, η επανάσταση της εξατομικευμένης φροντίδας
Από τη διάγνωση στη θεραπεία χωρίς ενδιάμεσα στάδια, η θερανοστική επαναπροσδιορίζει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον καρκίνο και άλλες σοβαρές νόσους. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θερανοστικής, αναδεικνύεται μια ιατρική προσέγγιση που δεν υπόσχεται απλώς περισσότερη ακρίβεια, αλλά έναν νέο τρόπο σκέψης: θεραπεία σχεδιασμένη αποκλειστικά για τον κάθε ασθενή.
Στις 31 Μαρτίου, τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Θερανοστικής (Theranostics), μια ημέρα αφιερωμένη σε μία από τις πιο ουσιαστικές μετατοπίσεις της σύγχρονης ιατρικής: τη μετάβαση από τη γενική θεραπεία στη στοχευμένη, εξατομικευμένη προσέγγιση. Η θερανοστική (theranostics) συνδυάζει διάγνωση και θεραπεία σε μία ενιαία διαδικασία, χρησιμοποιώντας τα ίδια ή παρόμοια μόρια για να εντοπίσει συγκεκριμένους βιολογικούς στόχους, όπως τα καρκινικά κύτταρα, και να κατευθύνει τη θεραπεία απευθείας σε αυτούς, περιορίζοντας τη βλάβη στους υγιείς ιστούς.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η διάγνωση δεν αποτελεί απλώς επιβεβαίωση της νόσου, αλλά οδηγεί άμεσα στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Όπως εξηγεί ο Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πυρηνικής Ιατρικής & Μοριακής Απεικόνισης, Dr. Γιάννης Κούτσικος, η σύνδεση ραδιοϊσοτόπων με συγκεκριμένες δομές στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων επιτρέπει τόσο την απεικόνιση, με ισότοπα όπως το F-18 και το Ga-68, όσο και τη θεραπεία, με ισότοπα όπως το Lu-177, διαμορφώνοντας ένα ολοκληρωμένο και στοχευμένο θεραπευτικό μοντέλο.
Η επιλογή της 31ης Μαρτίου συνδέεται με ένα καθοριστικό ορόσημο στην ιστορία της ιατρικής: την πρώτη θεραπευτική χρήση ραδιενεργού ιωδίου το 1941 από τον Dr Saul Hertz στο Massachusetts General Hospital. Ήταν η πρώτη εφαρμογή ραδιοϊσοτόπου για θεραπευτικούς σκοπούς, εισάγοντας την έννοια της στοχευμένης θεραπείας και ανοίγοντας τον δρόμο για τη σύγχρονη θερανοστική, με σημαντική συμβολή, μεταξύ άλλων, στη θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς, ο οποίος σήμερα είναι ιάσιμος στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων μετά από κατάλληλη αντιμετώπιση.
Η Παγκόσμια Ημέρα Θερανοστικής δεν αποτελεί μόνο μια ιστορική υπενθύμιση. Όπως επισημαίνει ο κ. Κούτσικος, ο ρόλος της είναι διττός: «να τιμήσει την απαρχή του πεδίου, αλλά και να αναδείξει τη δυναμική εξέλιξη και τη σημασία της εξατομικευμένης ιατρικής». Σε μια εποχή όπου η ιατρική ακριβείας γίνεται πραγματικότητα, η θερανοστική δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική υπόσχεση, αλλά ένα ενεργό και διαρκώς αναπτυσσόμενο μοντέλο φροντίδας.
Ακόμη και ο ίδιος ο όρος έχει προκαλέσει επιστημονικό και γλωσσολογικό διάλογο. Αν και έχουν προταθεί εναλλακτικές αποδόσεις, όπως «Theragnostics» ή «θεραπογνωστική», ο όρος “theranostics” έχει πλέον καθιερωθεί διεθνώς, αποτυπώνοντας με σαφήνεια τη σύνδεση της γνώσης με τη θεραπεία, τη μετάβαση από τη διάγνωση στην πράξη.
Μια απόλυτα ακριβής, εξατομικευμένη και πιο αποτελεσματική θεραπεία.
Για τους ασθενείς, η αξία της θερανοστικής δεν είναι μια αφηρημένη επιστημονική έννοια, είναι μια πολύ συγκεκριμένη αλλαγή στον τρόπο που λαμβάνουν θεραπεία. Πρόκειται για μια προσέγγιση που μετατοπίζει την ιατρική από το «μία θεραπεία για όλους» σε μια στοχευμένη στρατηγική, προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου κάθε ασθενούς.
Η θερανοστική αποτελεί ένα από τα πιο προηγμένα παραδείγματα εξατομικευμένης ιατρικής σήμερα, τονίζει ο Γ. Κούτσικος.
Στη θερανοστική, η θεραπευτική απόφαση δεν βασίζεται μόνο στη διάγνωση, αλλά επιβεβαιώνεται μέσω της απεικόνισης ότι ο οργανισμός του ασθενούς φέρει τον συγκεκριμένο βιολογικό στόχο στον οποίο μπορεί να δράσει η θεραπεία. Με αυτόν τον τρόπο, η επιλογή της θεραπείας γίνεται πιο ακριβής, πιο στοχευμένη και, σε πολλές περιπτώσεις, πιο αποτελεσματική.
Όπως επισημαίνει ο πυρηνικός ιατρός Γιάννης Κούτσικος, οι ραδιοϊσοτοπικές θεραπείες αποτελούν ήδη μια μικρή επανάσταση στην εξατομικευμένη ιατρική. «Συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, εμφανίζουν ελάχιστες παρενέργειες και είναι καλά ανεκτές ακόμη και από ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε συμβατικές θεραπείες, όπως η χημειοθεραπεία ή η ανοσοθεραπεία», αναφέρει.
Το όφελος δεν περιορίζεται μόνο στην ανεκτικότητα της θεραπείας, μειώνει σημαντικά την αβεβαιότητα που συχνά συνοδεύει τη θεραπευτική πορεία: ο ασθενής δεν λαμβάνει μια θεραπεία απλώς επειδή υπάρχει διάγνωση, αλλά επειδή έχει αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη θεραπεία μπορεί να «βρει» και να στοχεύσει τη νόσο του.
Οι προοπτικές μάλιστα είναι ακόμη πιο ευρείες. Όπως τονίζει ο κ. Κούτσικος, η εξέλιξη του πεδίου περιλαμβάνει τον συνδυασμό με άλλες θεραπείες, την ανάπτυξη νέων ραδιοϊσοτόπων και την εφαρμογή της θερανοστικής σε πρωιμότερα στάδια της νόσου, αλλά και σε περισσότερες μορφές καρκίνου, όπως του νεφρού και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
«Οι θεραπευτικές δυνατότητες της Πυρηνικής Ιατρικής διευρύνονται συνεχώς και αποτελούν ένα επιπλέον ισχυρό εργαλείο στη φαρέτρα της ιατρικής, με προοπτική να ωφελήσουν χιλιάδες ασθενείς παγκοσμίως», καταλήγει.

Η θερανοστική στην Ελλάδα: πρόοδος, δυνατότητες και το μεγάλο στοίχημα της πρόσβασης.
Η ανάπτυξη της θερανοστικής δεν αφορά μόνο στις επιστημονικές εξελίξεις, αλλά και το πώς αυτές μεταφράζονται σε πραγματική πρόσβαση για τους ασθενείς. Στην Ελλάδα, τα πρώτα βήματα έχουν ήδη γίνει, με τη δημιουργία του πρώτου ευρωπαϊκά πιστοποιημένου κέντρου θερανοστικής στα Ιωάννινα, μια εξέλιξη που τοποθετεί τη χώρα στον ευρωπαϊκό και διεθνή χάρτη.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο πυρηνικός ιατρός Γιάννης Κούτσικος, η επόμενη φάση απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό. «Ο χάρτης της θερανοστικής στην Ελλάδα πρέπει να διαμορφωθεί με πολυκεντρική και ολοκληρωμένη προσέγγιση, με πιστοποιημένα κέντρα που θα λειτουργούν με ομογενοποιημένα πρωτόκολλα», σημειώνει, τονίζοντας παράλληλα ότι μια τέτοια ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει και μοχλό προσέλκυσης κλινικών μελετών, έναν τομέα στον οποίο η χώρα υστερεί.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, παραμένει η πρόσβαση των ασθενών. Και αυτή, όπως εξηγεί, συνδέεται άμεσα με το κόστος. «Το κόστος των ραδιοφαρμάκων για τις σύγχρονες ραδιοϊσοτοπικές θεραπείες μπορεί να ξεπερνά τις 20.000 ευρώ ανά συνεδρία, ενώ συχνά απαιτούνται τέσσερις έως έξι κύκλοι θεραπείας», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι ακόμη και σε περιπτώσεις μονοθεραπείας το οικονομικό βάρος παραμένει σημαντικό.
Η πραγματικότητα αυτή οδηγεί πολλούς ασθενείς σχεδόν αποκλειστικά προς τα δημόσια νοσοκομεία, δημιουργώντας μεγάλες λίστες αναμονής και καθυστερήσεις στην έναρξη της θεραπείας. Το αποτέλεσμα είναι συχνά κρίσιμο: ασθενείς που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τη θεραπεία, να μην έχουν έγκαιρη πρόσβαση σε αυτήν.
«Η πρόοδος της θερανοστικής δεν θα κριθεί μόνο από την επιστήμη, αλλά από το αν οι ασθενείς μπορούν πραγματικά να έχουν πρόσβαση σε αυτήν»
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της κατάστασης. Ενώ οι ανάγκες για ραδιοϊσοτοπικές θεραπείες εκτιμώνται σήμερα σε 2.000 έως 2.500 χορηγήσεις ετησίως, με προβλέψεις να φτάνουν τις 4.500 έως 6.000 τα επόμενα χρόνια, η πραγματική εφαρμογή παραμένει περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταστατική οστική νόσος, όπου ενώ εκτιμάται ότι 100 έως 200 ασθενείς χρειάζονται θεραπεία, το 2023 πραγματοποιήθηκαν μόλις 32 θεραπείες, όλες σε δημόσια νοσοκομεία.
«Βρισκόμαστε σε συζητήσεις με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα εξασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση, μέσα από κατάλληλη χρηματοδότηση και έναν κλειστό προϋπολογισμό για τα θεραπευτικά ραδιοφάρμακα», τονίζει ο κ. Κούτσικος.
Το διακύβευμα είναι σαφές: η θερανοστική έχει ήδη αποδείξει την αξία της. Το επόμενο βήμα είναι να καταστεί προσβάσιμη σε όλους τους ασθενείς που τη χρειάζονται, με στόχο όχι μόνο την παράταση της επιβίωσης, αλλά και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.
Κοιτώντας το μέλλον: η ιατρική που βλέπει και θεραπεύει ταυτόχρονα
Αν κάτι ξεχωρίζει στη νέα εποχή της θερανοστικής, δεν είναι μόνο η τεχνολογία ή η καινοτομία των ραδιοφαρμάκων, αλλά η ίδια η εμπειρία της ιατρικής πράξης. «Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα, σε πραγματικό χρόνο, να δούμε τη βλάβη, έναν όγκο ή μια μετάσταση, να χορηγήσουμε την κατάλληλη θεραπεία, να αξιολογήσουμε την ανταπόκριση και, αν χρειαστεί, να προσαρμόσουμε τη θεραπευτική στρατηγική», επισημαίνει ο πυρηνικός ιατρός Γιάννης Κούτσικος.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι αποσπασματική. Ξεκινά με την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση μέσω PET scan, συνεχίζεται με τη σταδιοποίηση και τον σχεδιασμό της θεραπείας, και, όπου ενδείκνυται ακολουθεί η ραδιοϊσοτοπική θεραπεία. Στη συνέχεια, με σύγχρονες απεικονιστικές τεχνικές, όπως το SPECT/CT ή το PET/CT, οι γιατροί μπορούν να αξιολογήσουν με ακρίβεια την ανταπόκριση του οργανισμού στη θεραπεία.
«Είναι μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που πραγματοποιείται μέσα σε ένα και μόνο περιβάλλον, σε ένα τμήμα ή κέντρο Πυρηνικής Ιατρικής», σημειώνει,
συνοψίζοντας τη φιλοσοφία της θερανοστικής με μια φράση που αποτυπώνει όλη τη δύναμή της: «θεραπεύουμε αυτό που βλέπουμε — βλέπουμε αυτό που θεραπεύουμε».
Κοιτώντας μπροστά, το πεδίο της θερανοστικής αναμένεται να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, με νέους μοριακούς στόχους, ευρύτερες εφαρμογές και βαθύτερη ενσωμάτωση στην καθημερινή κλινική πρακτική. Ωστόσο, η επιστημονική πρόοδος από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται επενδύσεις σε υποδομές, εκπαίδευση εξειδικευμένου προσωπικού και ισχυρές, αξιόπιστες αλυσίδες εφοδιασμού, ώστε τα οφέλη αυτής της επανάστασης να φτάσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερους ασθενείς.
Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θερανοστικής 2026 είναι σαφές και διττό: τιμά το παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα θέτει το βλέμμα στο μέλλον. Η θερανοστική έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη διάγνωση και τη θεραπεία. Το επόμενο στοίχημα είναι να διασφαλιστεί ότι αυτή η αλλαγή δεν θα παραμείνει προνόμιο των λίγων, αλλά θα αποτελέσει μια νέα πραγματικότητα για όλους.
Γιατί, τελικά, η ουσία της θερανοστικής συνοψίζεται σε μια απλή αλλά βαθιά αρχή: το σωστό τεστ, ο σωστός στόχος και η σωστή θεραπεία για τον σωστό ασθενή.
Ο Dr. Γίαννης Κούτσικος είναι: Πυρηνικός Ιατρός, Διευθυντής κέντρου Διαγνωστικής και Θεραπευτικής Πυρηνικής Ιατρικής, Ερρίκος Ντυνάν και Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Πυρηνικής Ιατρικής & Μοριακής Απεικόνιση