Όταν το μουσείο καλείται να βγάλει τα έξοδά του
Στο νέο του βιβλίο, «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» ο Στάθης Γκότσης μιλά στο theopinion για τη χρηματοδότηση των μεγάλων μουσείων και την ανάγκη ο πολιτισμός να παραμείνει ανοιχτός και προσβάσιμος σε όλους.
Το απόσταγμα της εμπειρίας του από τα τριάντα και πλέον χρόνια που έχει υπηρετήσει στο Υπουργείο Πολιτισμού, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στη συνέχεια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, µε κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση, περιλαμβάνει το βιβλίο του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Τόπος». Ο Στάθης Γκότσης έχει ακόμη σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές αλλά και ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες (ΑμεΑ, μειονοτικές ομάδες, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένους, φυλακισμένους, πρόσφυγες).
Δεν μιλά, λοιπόν, για τα μουσεία σαν άνθρωπος που τα επισκέπτεται απλώς. Τα έχει δουλέψει από μέσα. Στο βιβλίο διατυπώνει καίρια ερωτήματα σχετικά με το τι είδους μουσείο θέλουμε. Ποιος μπαίνει. Ποιος μένει έξω. Ποιος αποφασίζει. Ποιος πληρώνει. Και, κυρίως, τι είναι αυτό που χάνεται όταν το μουσείο αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο σαν επιχείρηση και λιγότερο σαν δημόσιος χώρος μνήμης και γνώσης.
«Αυτό που προηγείται πριν από το θεσμικό είναι η αλλαγή της αντίληψης που έχουν για τα μουσεία ακόμα και οι άνθρωποι που τα διαχειρίζονται. Θα πρέπει να εμπεδωθεί αυτό που λέμε ανοιχτό μουσείο, όχι ως επίκληση ή ως ευχή, αλλά ως κάτι το οποίο είναι πραγματικά εφικτό» δηλώνει ο κ. Γκότσης στο theopinion.
Για τον κ. Γκότση, το «ανοιχτό μουσείο» δεν μπορεί να εξαντλείται σε λίγες καλές προθέσεις, σε ένα πρόγραμμα τον χρόνο ή σε δράσεις που στήνονται όταν το ημερολόγιο γράφει Διεθνής Ημέρα Μουσείων. Μπορεί να το λέει σχεδόν περιπαικτικά, αλλά η αιχμή είναι σαφής: «Δράσεις στη Διεθνή Μέρα των Μουσείων, ένα Σαββατοκύριακο τον χρόνο, στις Ευρωπαϊκές Μέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς, αυτός είναι ο κανόνας. Άντε μερικά πιο δραστήρια -ειρωνικά το λέω- να βάζουν και το διήμερο της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος».

Εκπαιδευτικά προγράμματα
Αυτό που προτείνει είναι πιο απαιτητικό. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα να μην αντιμετωπίζονται ως συμπλήρωμα, αλλά ως κανονική λειτουργία του μουσείου. «Τα εκπαιδευτικά προγράμματα ως θεσμοθετημένη διαδικασία θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικά παντού», σημειώνει. Και επειδή η λέξη «υποχρεωτικά» μπορεί εύκολα να μείνει κενή, συμπληρώνει τι σημαίνει στην πράξη: «Να προϋποθέτουν σχετικές θέσεις εργασίας ανθρώπων που είναι εξειδικευμένοι ή επιμόρφωση του ήδη υπάρχοντος προσωπικού. Και, βέβαια, δράσεις για μικρούς και μεγάλους σε καθημερινή βάση, όχι επετειακά».
Χρηματοδότηση
Ο οικονομικός παράγοντας προκύπτει αναπόφευκτα ως κάτι που καθορίζει και καθορίζεται από την πολιτιστική πολιτική. Ο συγγραφέας βλέπει με μεγάλη επιφύλαξη την πίεση προς την αυτοχρηματοδότηση των μουσείων και τη μετατροπή των μεγάλων μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. «Αποκόπηκαν τα μεγάλα δημόσια μουσεία από την αρχαιολογική υπηρεσία και λειτουργούν έκτοτε με διορισμένα διοικητικά συμβούλια από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία», λέει.
Η διατύπωσή του γίνεται σκληρότερη όταν μιλά για τα πρόσωπα που καλούνται να διοικήσουν τέτοιους οργανισμούς. «Είναι τραγικό, κατά τη δική μου αντίληψη, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της χώρας να το διοικούν άνθρωποι, που ναι μεν μπορεί να είναι πολύ καλοί και με αγαθές προθέσεις, δεν είναι οι άνθρωποι, όμως, που θα έπρεπε να διοικούν το μουσείο».
Στον πυρήνα της κριτικής του βρίσκεται η ιδέα ότι ένα δημόσιο μουσείο δεν μπορεί να μετριέται μόνο με εισιτήρια, επισκεψιμότητα και χορηγίες. «Κανένα μεγάλο μουσείο του κόσμου δεν είναι αυτοχρηματοδοτούμενο. Ούτε το Λούβρο, ούτε το Βρετανικό, ούτε το ΜΕΤ της Νέας Υόρκης. Όλα έχουν και επιχορήγηση».
«Μεταμφιεσμένοι» χώροι διασκέδασης
Για τον ίδιον ένα πραγματικά ανοιχτό μουσείο για όλους, κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει ούτε εισιτήριο εισόδου. «Θα έπρεπε να γίνεται ένας πραγματικός χώρος πολιτισμού, ζωντανέματος της μνήμης, ανατροφοδότησης της σκέψης, αναστοχασμού, ταυτότητας. Πώς λέμε ότι θέλουμε ένα καλό σχολείο για όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το πού γεννήθηκαν, και το θέλουμε να είναι καλό και ποιοτικό χωρίς να χρειάζεται να βάζει το χέρι στην τσέπη ο γονιός; Με την ίδια έννοια θα έπρεπε να νοούμε και το μουσείο, ως έναν χώρο μη τυπικής μάθησης».
Και γιατί να είναι τόσο κακό το μουσείο να μπαίνει ενεργά στο παιχνίδι της ανταγωνιστικότητας και της αναζήτησης καλύτερων τρόπων προβολής των εκθεμάτων του; Ο Στάθης Γκότσης ξεκαθαρίζει ότι δεν θέλει μουσεία σκοτεινά, άκαμπτα, βαρετά. Αλλά δεν θέλει και μουσεία που μεταμφιέζονται σε χώρους θεάματος. Είναι αυτό που αναγκάζεται να γίνει ένα μουσείο όταν κυνηγά διαρκώς χρήματα. «Τα μουσεία σταδιακά οδηγούνται σε έναν ανταγωνισμό με τους χώρους ψυχαγωγίας. Αν πρέπει να ανταγωνιστείς τη Disneyland ή τη μεγάλη ψηφιακή θεαματική υπερπαραγωγή που σου δείχνει τον Βαν Γκογκ και τα έργα του να ζωντανεύουν, σημαίνει ότι πρέπει να τους μοιάσεις κιόλας λίγο. Και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για τα μουσεία.
»Πρέπει να τα κάνουμε ζωντανά και ευχάριστα και για παιδιά, αλλά τα μουσεία δεν είναι παιδότοποι. Τα μουσεία αναφέρονται στον πραγματικό κόσμο και όχι στη φανταστική αναπαράστασή του. Γιατί εκθέτουν πραγματικά υλικά ίχνη των ανθρώπων». Και αυτά τα ίχνη χρειάζονται τρόπο, γλώσσα, σκέψη, όχι απλώς εφέ.
Προσβασιμότητα
Στο θέμα της προσβασιμότητας ο ίδιος αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει βήματα. Κυρίως στη φυσική και αρχιτεκτονική πρόσβαση, όπως οι ράμπες, τουαλέτες ΑμεΑ κ.ο.κ. Αυτά, λέει, είναι σωστά και απαραίτητα. Αλλά δεν αρκούν. «Το πιο μεγάλο πρόβλημα της ουσίας είναι η νοητική πρόσβαση στην πληροφορία». Εκεί ανοίγει, όπως λέει, μια άλλη συζήτηση: «Πια γίνεται κατανοητό ότι διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων μαθαίνουν με διαφορετικούς τρόπους. Γι’ αυτό χρειάζονται σχεδιασμοί που λαμβάνουν υπόψη ακόμη και το διαφορετικό πολιτισμικό κεφάλαιο των παιδιών της γειτονιάς».
Θυμάται την εμπειρία του στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, όπου, όπως λέει, σχεδιάστηκε «η πρώτη απτική διαδρομή σε αυθεντικά αντικείμενα μέσα στη μόνιμη έκθεση», σε συνεργασία με το Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών. Ο στόχος, όμως, είναι η ένταξη μέσα στην κανονική έκθεση, όχι η δημιουργία ενός ξεχωριστού χώρου για τους «άλλους». «Το “θα σου φτιάξω έναν χώρο απτικό για σένα”, εκτός μόνιμης έκθεσης, είναι μια μορφή περιθωριοποίησης πάλι», τονίζει χαρακτηριστικά.

Δεν χαρίζεται ούτε στις πολιτικές που χρησιμοποιούν την προσβασιμότητα ως ωραία λέξη. «Μερικές φορές οι πολιτικές σχεδιάζονται και εξαγγέλλονται για λόγους που δεν συνδέονται με το πραγματικό ζήτημα, αλλά για λόγους επικοινωνιακούς, για λόγους απορρόφησης χρημάτων ή άλλους. Έχουμε πολλές εξαγγελίες και λίγη αριθμητική εφαρμογή στην πράξη» καταλήγει.
Γι’ αυτό θεωρεί τη συγκυρία κρίσιμη για την έκδοση του βιβλίου αυτού – προκειμένου να τεθούν ξανά οι όροι «ενός πραγματικά ανοιχτού, δημοκρατικού, συμπεριληπτικού και μαθησιακού, χρήσιμου κοινωνικά σε όλους μουσείου»
Αλλιώς, λέει, «θα πάμε σε μουσεία λίγο τέρατα και υβριδικά», που θα σκέφτονται κυρίως «πώς θα αυξήσουν τα εισιτήρια και τον αριθμό των επισκεπτών». Όσο για την ερώτηση που όλο και λιγότερο προφανής φαντάζει, αυτήν δεν είναι άλλη από την εξής: Θεωρούμε τον πολιτισμό δημόσιο αγαθό ή υπηρεσία με αντίτιμο;
Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο theopinion ο συγγραφέας Στάθης Γκότσης,