Η πρόεδρος του ΙΤΕΠ Χριστίνα Τετράδη στο TheOpinion: Τουρισμός με όρους βιωσιμότητας και αντοχής στον χρόνο
Επενδύσεις ύψους 1,5 δις ευρώ το 2025, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουριστικού τομέα
Ο τουρισμός είναι ένας κλάδος της οικονομίας ιδιαίτερα ανθεκτικός. Η Ελλάδα παραμένει ισχυρό brand, το οποίο αποπνέει ασφάλεια και ποιότητα, ενώ επενδύει στις ξενοδοχειακές της μονάδες και μάλιστα στις υψηλές κατηγορίες των 4 και 5 αστέρων.
Η πρόεδρος του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) Χριστίνα Τετράδη μιλάει στο TheOpinion, εκφράζοντας την αισιοδοξία της ότι η σεζόν, παρά τις διακυμάνσεις, θα ολοκληρωθεί με θετικό πρόσημο.
Συνέντευξη στην Ντέπυ Χιωτοπούλου (hiotopoulou@gmail.com)
Δέκα χιλιάδες εκατόν δεκαοκτώ (10.118) ξενοδοχεία είναι καταγεγραμμένα στα μητρώα του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ) με 450.465 δωμάτια και 902.328 κλίνες.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ελληνικού τουρισμού και της φιλοξενίας που παρουσιάστηκαν από το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) και την πρόεδρό του, Χριστίνα Τετράδη, συγκρίνοντας το 2025 με το 2015 παρατηρείται μια μεγάλη μετατόπιση ξενοδοχείων προς υψηλότερες κατηγορίες, όπου το 54,4% των δωματίων συγκεντρώνονται σε ξενοδοχεία 4 και 5 αστέρων ενώ αντιστοιχούν μόλις στο 27,7% των μονάδων.
Σχετικά με το προφίλ των ξενοδοχείων:
-το 79% έχει μέγεθος έως 50 δωμάτια,
-το 62% είναι εποχικής λειτουργίας και αντιστοιχεί στο 74% της δυναμικότητας σε δωμάτια,
-το 59% βρίσκεται στη νησιωτική χώρα.
Ο συνολικός τζίρος ενισχύεται κατά 8,7% με 12,5 δις ευρώ για το 2025 έναντι 11,5 δις ευρώ το 2024.
Οι δε επενδύσεις αγγίζουν το 1,5 δις ευρώ (σ.σ. το 2024 ήταν 1 δις ευρώ, το 2023 761 εκατ. ευρώ και το 2022 621 εκατ. ευρώ), ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουριστικού τομέα. Οι επενδύσεις βιωσιμότητας καλύπτουν το 20,7% των συνολικών επενδύσεων στα ξενοδοχεία της χώρας μας.
Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν μια κατεύθυνση για ένα ποιοτικότερο τουριστικό προϊόν με την ελληνική φιλοξενία να ισχυροποιεί τη θέση της μεταξύ των κορυφαίων προορισμών διεθνώς.
Η πρόεδρος του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) Χριστίνα Τετράδη αναλύει στο TheOpinion την εξέλιξη του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει «το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν αναπτύσσεται σωστά.»

Κυρία Τετράδη, οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της φετινής σεζόν, η οποία βεβαίως σε κάποιες περιοχές εξακολουθεί να ανθίζει, θα ήθελα να αναφερθείτε στο πώς εξελίχθηκε ο τουρισμός στην Ελλάδα.
«Η φετινή σεζόν χαρακτηρίστηκε από αρκετές διακυμάνσεις. Αν και ξεκίνησε με θετικούς οιωνούς, η τουριστική κίνηση τον Ιούνιο ήταν πιο συγκρατημένη, γεγονός που αποδίδουμε στη γενικότερη ανησυχία που επικράτησε εκείνη την περίοδο λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο Ιούλιος όπως δείχνει και η μηνιαία έρευνα πάνελ του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, σημείωσε τελικά αρκετά υψηλά επίπεδα πληρότητας, προσεγγίζοντας τις αντίστοιχες υψηλές επιδόσεις του περσινού Ιουλίου.
Εν τέλει, λοιπόν, ο ελληνικός τουρισμός αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικός μπροστά και σε αυτή την πρόκληση και μάλιστα σε πολύ πιο ικανοποιητικό βαθμό από άλλους, ευθέως ανταγωνιστικούς μεσογειακούς προορισμούς. Και αυτό διότι, η χώρα μας έχει καταφέρει να δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ένα πολύ ισχυρό brand, εκπέμποντας ταυτόχρονα εικόνα ασφάλειας, την οποία βέβαια χτίσαμε με πολύ κόπο και υψηλό επαγγελματισμό, όλοι εμείς οι άνθρωποι του τουρισμού, την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού.
Παράλληλα βλέπουμε, ότι οι ενδείξεις για το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο είναι ενθαρρυντικές και αυτό μας κάνει να αισιοδοξούμε ότι η σεζόν θα κλείσει συνολικά με θετικό πρόσημο, παρά τις δυσκολίες.»
Η πρόσφατη έρευνα του ΙΤΕΠ καταγράφει άνοδο στη μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Ιούλιο 2026, στο 83,4% έναντι 82,4% τον Ιούλιο του 2025. Παράλληλα και η μέση τιμή διάθεσης δίκλινου δωματίου για τον Ιούλιο 2026 διαμορφώθηκε στα 190€ έναντι 168€ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα πέρσι. Είστε ικανοποιημένη με τα παραπάνω στοιχεία ή πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να είναι ακόμη υψηλότερα;
«Οι επιδόσεις της ξενοδοχειακής αγοράς από πλευράς πληρότητας είναι ικανοποιητικές, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ότι στα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας, που κατά κανόνα λειτουργούν στις αμιγώς τουριστικές περιοχές, το ποσοστό ξεπέρασε κατά μέσο όρο το 87%. Βεβαίως, δεν κινήθηκαν όλοι οι προορισμοί στα ίδια επίπεδα, όμως η γενική εικόνα είναι οπωσδήποτε πολύ θετική.
Ως προς τη μέση τιμή, είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι φέτος είχαμε μεγέθυνση στον αριθμό των δωματίων σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων και μείωση των προσφερόμενων δωματίων στις μικρότερες κατηγορίες, ως αποτέλεσμα του μεγάλου όγκου των επενδύσεων σε ανακαινίσεις και αναβαθμίσεις μονάδων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς.
Άρα δεν είχαμε υψηλότερες τιμές, αλλά περισσότερα δωμάτια σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων. Έχει σημασία να τονιστεί ότι οι επιχειρήσεις συγκράτησαν τις τιμές και απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος των ανατιμήσεων που επιβάρυναν σημαντικά τα λειτουργικά τους κόστη, χωρίς να το μετακυλήσουν στον πελάτη.
Από εκεί και πέρα, προφανώς η χώρα μας έχει τη δυνατότητα να επιτύχει ακόμα καλύτερες επιδόσεις, οι οποίες ωστόσο δεν πρέπει να αποτιμώνται μόνο με όρους αφίξεων και πληρότητας. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύσσεται, αλλά αν αναπτύσσεται σωστά. Με ποιους όρους δηλαδή, με ποιες επιπτώσεις και με ποια αντοχή στον χρόνο. Πρόκειται για καίρια ζητήματα, για τα οποία το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων διαθέτει επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις.»
Στο πλαίσιο της παρουσίασης στοιχείων του ΙΤΕΠ για τα ξενοδοχεία και τον ελληνικό τουρισμό για το 2025, παρατηρούμε ότι υπάρχει μια ανάπτυξη στις υψηλότερες κατηγορίες, στα 4άστερα και 5άστερα ξενοδοχεία. Πού αποδίδετε αυτήν την μετατόπιση;
«Στη διάρκεια του 2025 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις που άγγιξαν το 1,5 δισ. ευρώ, αυξημένες μάλιστα κατά 50% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, οι οποίες στην πλειονότητά τους κατευθύνθηκαν σε ανακαινίσεις και αναβαθμίσεις υφιστάμενων ξενοδοχειακών μονάδων.
Τα στοιχεία μας στο ΙΤΕΠ δείχνουν ότι, όχι μόνο αυξήθηκαν οι ξενοδοχειακές μονάδες τεσσάρων και πέντε αστέρων, αλλά και ότι το 20% αυτών των επενδύσεων συνδέονται άμεσα με τη βιωσιμότητα και την πράσινη ανάπτυξη. Συνεπώς, πράγματι, παρατηρείται μια στροφή προς ένα μοντέλο υψηλότερης αξίας και πιο ποιοτικών προδιαγραφών, καθώς η ελληνική φιλοξενία δίνει πλέον έμφαση στην ισχυροποίηση της θέσης της μεταξύ των κορυφαίων προορισμών διεθνώς.
Η ποιοτική αυτή αναβάθμιση, έρχεται ουσιαστικά ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ζήτησης και βεβαίως αντανακλάται και στη συνολική οικονομική ανέλιξη του κλάδου. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το γεγονός ότι οι μονάδες πέντε αστέρων παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια τα υψηλότερα ποσοστά πληρότητας ανάμεσα σε όλες τις κατηγορίες. Ενδεικτικά, να σας αναφέρω ότι τον Ιούλιο του 2026 η πληρότητα στα 5αστερα ξεπέρασε το 91%.»
Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι σημαντικότερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο ελληνικός τουρισμός; Παράλληλα, κάνουμε λόγο για ποιοτικότερο τουρισμό, επιμήκυνση της περιόδου, ανάδειξη λιγότερο προβεβλημένων προορισμών. Σε τι επίπεδο βρισκόμαστε;
«Ο τουρισμός, όπως γνωρίζουμε όλοι κυρία Χιωτοπούλου, είναι ένα εύθραυστο προϊόν που επηρεάζεται άμεσα από τις μεγάλες γεωπολιτικές, κλιματικές και οικονομικές προκλήσεις της εποχής μας, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούνται και ταχύτατες αλλαγές στη ζήτηση. Όλα αυτά απαιτούν διαρκή παρακολούθηση και επαγρύπνηση. Δυστυχώς, στον κλάδο μας επικρατούν συχνά οι επιφανειακές εντυπώσεις και η συγκυριακή αποτίμησή τους.
Αν επιθυμούμε να δούμε τον τουριστικό κλάδο να ακμάζει πραγματικά, με όραμα, με όρους βιωσιμότητας και αντοχής στον χρόνο, θα πρέπει να τον σχεδιάσουμε στρατηγικά, αξιοποιώντας τα επιστημονικά εργαλεία και την τεκμηριωμένη γνώση που έχουμε στη διάθεσή μας.
Σε αυτό ακριβώς το κρίσιμο πεδίο, το ΙΤΕΠ μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά μέσα από τις συστηματικές έρευνες που διεξαγάγει και τη δυνατότητα να μετασχηματίζει τα δεδομένα σε γνώση και ακολούθως τη γνώση σε πρόβλεψη. Νομίζω πώς οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η πρόβλεψη δεν μπορεί να είναι πολυτέλεια τη σημερινή εποχή, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση στρατηγικής ετοιμότητας.
Για όλα αυτά τα σημαντικά ζητήματα που απαριθμείτε, αν και έχουν σημειωθεί βήματα προς τα εμπρός, θα μπορέσουμε να δώσουμε οριστικές και επωφελείς λύσεις, μόνο αν οι αποφάσεις είναι έγκαιρες, ρεαλιστικές και καλά μελετημένες μέσα από τα επιστημονικά δεδομένα και την τεκμηριωμένη γνώση.»