Γιάννης Μπέζος στο TheOpinion: «Η τεχνητή νοημοσύνη καλά τα πάει, τη φυσική νοημοσύνη δεν βλέπω σε μεγάλα κέφια»

Ο Γιάννης Μπέζος σκηνοθετεί την παράσταση «Η Γυναίκα που μαγείρεψε τον άντρα της», και μιλάει στο TheOpinion και τη Δέσποινα Δαϊλιάνη.

Γιάννης Μπέζος στο TheOpinion: «Η τεχνητή νοημοσύνη καλά τα πάει, τη φυσική νοημοσύνη δεν βλέπω σε μεγάλα κέφια»
"ΑΞΙΟΣ ΕΣΤΙ" ΣΥΝΑΥΛΙΑ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ (ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ/EUROKINISSI)

Η παράσταση «Η Γυναίκα που μαγείρεψε τον άντρα της» της Debbie Isitt, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου, έκανε χθες πρεμιέρα στο Radio City Theatre.

Η εκπνοή του έτους βρίσκει τον Γιάννη Μπέζο καλλιτεχνικά δραστήριο, καθώς υπογράφει τη σκηνοθεσία σε τέσσερις παραγωγές: «Ένας ήρωας με παντούφλες» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, «Αμερικάνικος Βούβαλος» του David Mamet, «Οι Βλαβερές Συνέπειες του Γάμου» (Γελώντας με τον Τσέχωφ) -στην οποία, παράλληλα, πρωταγωνιστεί- και «Η Γυναίκα που μαγείρεψε τον άντρα της» της Debbie Isitt.

Αφορμή της συγκεκριμένης συνάντησης στάθηκε η τελευταία από αυτές τις παραστάσεις, η οποία παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, προσφέροντας στο κοινό μια γαστριμαργική και συναισθηματική σπουδή πάνω στην αγάπη, τη ζήλια και την προδοσία, που με «βιτριολικό» σαρκασμό επιβεβαιώνει την παλιά ρήση ότι «η καρδιά ενός άντρα περνάει από το στομάχι του».

Είναι η σκηνοθεσία, κύριε Μπέζο, το στάδιο ωρίμασης ενός ηθοποιού;

Όχι, δεν έχει καμία σχέση. Η σκηνοθεσία δεν αποτελεί κάποια προαγωγή. Είναι μια ειδικότητα του θεάτρου, απαραίτητη μέχρι έναν βαθμό. Στη χώρα μας είμαστε και λίγο αρχοντοχωριάτες, θεωρούμε ότι είναι κάτι σημαντικό.

Οι ηθοποιοί κάνουν το θέατρο, οι υπόλοιποι έρχονται μετά. Ακόμα και το έργο. Χωρίς τον ηθοποιό δεν υπάρχει τίποτα, χωρίς ένα έργο, όμως, ο ηθοποιός μπορεί να αυτοσχεδιάσει, να κάνει μια θεατρική πράξη και να εκτεθεί. Το θέατρο θέλει οπωσδήποτε έναν στη σκηνή και μερικούς από κάτω να τον βλέπουν.

Ποια είναι η πιο δύσκολη ερώτηση που σας έχει θέσει η τέχνη του θεάτρου;

Η τέχνη του θεάτρου θέτει διαρκώς ερωτήματα, για τα οποία απαιτείται και λίγος κόπος. Χρειάζεται, δηλαδή, μόνιμη αναθεώρηση. Αυτό που, συνήθως, δεν κάνουν οι πολιτικοί.

Πολλές φορές νομίζουμε ότι πιστεύουμε σε κάτι δόγματα, τρομερά και φοβερά. Οι άνθρωποι της τέχνης οφείλουν να αναθεωρούν, να κοιτούν τα πράγματα ξανά από την αρχή. Αυτό, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν μπορεί να συμβεί όσο είσαι νέος. Πρέπει να μεγαλώσεις για να το καταλάβεις.

Η παράσταση «Η Γυναίκα που μαγείρεψε τον άντρα της» ξεκινάει το θεατρικό της ταξίδι από τη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια, η πόλη αποτελεί σημείο εκκίνησης πολλών έργων…

Δεν αλλάζει κάτι, για εμάς είναι το ίδιο. Δεν είναι θέμα υποδομής ή αιθουσών, αλλά κατά πόσο μπορεί να αντέξει μια παραγωγή.

Η Αθήνα είναι μεγαλύτερη πόλη, έχει πιο πολύ κοινό και μια παράσταση μπορεί να διαρκέσει για αρκετό διάστημα. Η Θεσσαλονίκη είναι μικρότερη, άρα ένα έργο μπορεί να κρατήσει λιγότερο.

Μια διαπίστωση της πλειοψηφίας των καλλιτεχνών είναι ότι εφόσον η Θεσσαλονίκη δώσει το «πράσινο φως» για μια παράσταση, τότε θα είναι επιτυχημένη και η έκβασή της, αντιμετωπίζοντας, μάλιστα, το κοινό ως ιδιαίτερα απαιτητικό.

Ψέματα σας λένε. Λαϊκίζουν. Αυτά είναι φαιδρότητες, αστεία πράγματα. Έχω γυρίσει την Ελλάδα δεκαπέντε φορές, το κοινό είναι παντού το ίδιο.

Υπάρχει κοινό που ενδιαφέρεται και θέλει να επικοινωνήσει, αλλά και κοινό που δεν ενδιαφέρεται και είναι δικαίωμά του. Αυτά τα λένε οι συνάδελφοί μου για να κάνουν τους «καλούς» στην πόλη.

Κύριε Μπέζο, έχετε καταπιαστεί ξανά με το συγκεκριμένο έργο…

Δύο φορές. Το 2003 πρωτοπαρουσιάστηκε στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας και το 2004 ανέβηκε στο θέατρο Προσκήνιο, όπου έπαιξα παράλληλα.

Ποιος λόγος σάς ώθησε να επιστρέψετε στο ίδιο κείμενο για τρίτη φορά;

Ήταν επιθυμία της παραγωγής να σκηνοθετήσω. Μου αρέσει, όμως, πάρα πολύ. Πάντα βρίσκεις κάτι καινούργιο. Τα χρόνια περνούν, οι εμπειρίες εμπλουτίζονται και αντιμετωπίζεις διαφορετικά τη ζωή, τον κόσμο και, φυσικά, την τέχνη σου.

Τελικά, «η καρδιά ενός άντρα περνάει από το στομάχι του»;

Είναι καθαρά συμβολικό. Η συγγραφέας είναι Βρετανίδα, πολύ αξιόλογη. Πρόκειται για μία μαύρη κωμωδία, με την έννοια ότι εμπεριέχει πολύ αστεία πράγματα αλλά και πάρα πολύ σκληρά. Η γραφή είναι τολμηρή και μερικές φορές γίνεται ακραία έως σουρεαλιστική.

Το θέατρο έχει, κατά τη γνώμη μου, και αυτό το καλό: δεν αναλύεται. Θεματολογικά, όμως, μπορώ να σας πω ότι ένας άντρας «παίζει» ανάμεσα σε δύο γυναίκες, κοιτάζοντας μονίμως το συμφέρον του. Σίγουρα πρόκειται για κάτι βαθύτερο, διαχρονικό και παγκόσμιο. Οι ήρωες είναι απλοϊκοί και σχετικά αγράμματοι άνθρωποι.

Το έργο είναι αμιγώς φεμινιστικό, χωρίς, όμως, υπερβολές. Αναδεικνύει καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε. Κυριαρχεί και αυτή η λογική των αντρών, οι οποίοι είναι φαλλοκράτες, περίεργοι, αγράμματοι, οι περισσότεροι λούμπεν που τα θέλουν όλα δικά τους.

Έχετε σκεφτεί να συμπράξετε σκηνικά μαζί με την κόρη και τη σύζυγό σας;

Δεν είναι ούτε στις προθέσεις ούτε στις διαθέσεις μας. Δεν είναι κάτι που το επιθυμούμε κιόλας, να βρεθούμε, δηλαδή, όλοι μαζί.

Κάτι τέτοια τα θεωρώ λίγο γραφικά. Οι θεατές τα αποζητούν για να κουτσομπολεύουν.

Αυτά τα πράγματα γίνονται από ανάγκη, όχι επειδή είμαστε συγγενείς. Στο παρελθόν, αυτή η λογική μάς κατέστρεψε.

Πρόσφατα, βρεθήκατε σε πάνελ με τον πρωθυπουργό της χώρας. Όταν σας δίνετε ένα τέτοιο βήμα σε μια δημόσια συζήτηση, λύνετε ως απλός πολίτης, ενδεχομένως, τους προβληματισμούς σας; Θέτετε τις ανησυχίες σας;

Μακάρι αυτά να λύνονταν τόσο εύκολα… Η συγκεκριμένη συνεύρεση αφορούσε σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος· θέματα σε σχέση με την Ελλάδα του «σήμερα», την οικογένεια, την παιδεία.

Στη χώρα μας χάνουμε το μεγάλο κάδρο και ασχολούμαστε με κάτι μικρά. Πρέπει, πρώτα, να καταλάβουμε τι ακριβώς είμαστε στον πλανήτη. Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα και ήταν ένας από τους λόγους που πήγα στη συνάντηση.

Συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε κάτι πολύ ξεχωριστό. Στην πραγματικότητα, αποτελούμε κομμάτι ενός κόσμου που κινείται με τρομερές ταχύτητες, τις οποίες είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τις σεβαστούμε απόλυτα. Θα πρέπει να τις ελέγξουμε, και δεν έχουμε δυνατότητα να τις ελέγξουμε καθώς είναι ζήτημα παιδείας, νοοτροπίας και, πάνω απ’ όλα, του πολιτικού συστήματος.

Το πολιτικό σύστημα δεν «πέφτει» από τον Άρη, εκλέγεται από εμάς. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε. Στη δημοκρατία ο λαός έχει ευθύνες. Τα υπόλοιπα είναι λαϊκισμοί.

Πώς διαχειρίζεστε την εποχή κατά την οποία μια ατάκα μπορεί να γίνει, είτε με θετικό είτε με αρνητικό πρόσημο, viral μέσα σε ένα λεπτό;

Αυτά είναι σημεία των καιρών. Σημασία έχει το αποτύπωμα, τι παίρνουμε μαζί μας ως αποσκευή όταν ακούμε κάτι.

Πολλές φορές ενοχλούμαστε, επειδή αυτό που ακούμε είναι αληθές. Σε διαφορετική περίπτωση θα το προσπερνούσαμε. Από τη στιγμή, λοιπόν, που αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι είναι αληθές και κάποιος το πιστοποιεί με έναν τρόπο, αυτό δεν μας αρέσει. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και, βεβαίως, υπάρχει η αντίδραση.

Όταν οι αντιδράσεις είναι υπερβολικές και υβριστικές, αυτό αποτελεί τη διαστροφική εκδοχή. Στα κοινωνικά δίκτυα γράφουν όλοι, ο καθένας λέει ό, τι θέλει. Επομένως, δεν μετράνε. Για να μετρήσει κάτι πρέπει να βρίσκεται στον χώρο της εξαίρεσης και όχι στον χώρο του κανόνα γενικά και αόριστα.

Είστε ενεργός στα κοινωνικά δίκτυα;

Δεν ασχολούμαι καθόλου.

Αποτελούν, όμως, ένα πολύτιμο εργαλείο στο κομμάτι της εξωστρέφειας της δουλειάς.

Επικοινωνώ τη δουλειά μου μέσω συνεντεύξεων ή κειμένων, δελτίων τύπου. Όπως κάναμε παλιότερα.

Να φανταστείτε, ούτε e-mail έχω. Ψάχνω να βρω καμιά πληροφορία στο διαδίκτυο, αλλά μέχρι εκεί. Ό, τι αφορά σ’ εμένα, συνήθως μου το λένε.

Επομένως, θα απέχετε και από την αξιοποίηση του ΑΙ…

Ναι, απέχω. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη καλά τα πάει μέχρι στιγμής, τη φυσική νοημοσύνη δεν βλέπω σε μεγάλα κέφια…

Με τόσα χρόνια παρουσίας στο θέατρο, τι εξακολουθεί να σας εκπλήσσει ή και να σας συγκινεί; 

Πέρα από το ρεπερτόριο και τα έργα, η επαγγελματική συνύπαρξη με τους νεότερους. Κυρίως, όμως, το γεγονός ότι έχουν «μπει στο παιχνίδι» και παρακολουθούν τη δουλειά μας άνθρωποι, οι οποίοι ήταν αγέννητοι τη δεκαετία του ’90.

Το θέατρο σε «ζεσταίνει» και σε παρηγορεί, γι’ αυτό και το επιλέγουν στην καθημερινότητά τους. Έχει το προνόμιο, έναντι των άλλων τεχνών, να ζει και να τελειώνει σε συγκεκριμένο χρόνο μπροστά στα μάτια σου.

Για εμάς, αποτελεί πρόκληση και «στοίχημα» η επικοινωνία με ανθρώπους μιας άλλης γενιάς, μιας άλλης εσωτερικής ταχύτητας που αντιλαμβάνονται τα πράγματα διαφορετικά· είναι πιο «ανοικτοί», έχουν ταξιδέψει περισσότερο, οι πιο πολλοί είναι πολύγλωσσοι και καλλιεργημένοι.

Επίσης, είναι διαφορετική και η ποιότητα παρακολούθησης των παραστάσεων. Το βλέπεις και στις προτιμήσεις των θεατών. Παλιά, με κάποιες πολύ μικρές εξαιρέσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να εκτίθεται όλο αυτό το ρεπερτόριο, μεγάλων συγγραφέων· έργα του Μολιέρου, του Στρίντμπεργκ, του Τσέχωφ δεν τολμούσε κανείς να τα ανεβάσει πέρα από τις κρατικές ή επιχορηγούμενες σκηνές.

Πλέον, οι περισσότεροι ανεβάζουν τέτοια έργα, που σημαίνει ότι υπάρχει κοινό το οποίο επιθυμεί να έρθει σε επαφή με αυτά τα κείμενα. Αυτό πρέπει να το πιστώσουμε στο κοινό ως πάρα πολύ θετικό.

Πληροφορίες

«Η Γυναίκα που μαγείρεψε τον άντρα της», της Debbie Isitt

Radio City Theatre (Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 11 & Παρασκευοπούλου 9, Θεσσαλονίκη)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: κάθε Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο και Κυριακή στις 18:00 & 21:00

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: more.com

Διάρκεια: 90 λεπτά

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Μετάφραση – Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Μπέζος

Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς

Ενδυματολόγος: Νινέτα Ζαχαροπούλου

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Στελίνα Καρασαββίδου

Φωτογραφίες & Artwork: Γκέλυ Καλαμπάκα

Social Media: Renegade Media

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

Ερμηνεύουν

Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους

Λαέρτης Μαλκότσης

Έλενα Χαραλαμπούδη