Υπέρ της αποζημίωσης των θυμάτων παιδικής κακοποίησης το Συμβούλιο της Ευρώπης
Περισσότερα από 12.000 θύματα παιδικής κακοποίησης έχουν ήδη λάβει επίσημη αναγνώριση της αδικίας εις βάρος τους, καθώς και επίδομα αλληλεγγύης.
Σοκάρουν οι υποθέσεις παιδιών που έπεσαν θύματα κακοποίησης.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, ένα στα πέντε παιδιά είναι θύμα κάποιας μορφής σεξουαλικής βίας, ενώ ένα στα τρία δεν μιλά ποτέ σε κανέναν για την κακοποίηση, με το 80% εξ αυτών γνωρίζουν αυτούς που τους κακοποιούν.
Την αποκατάσταση της δικαιοσύνης σε παιδιά θύματα κακοποίησης και τη δημιουργία μηχανισμών πρόληψης για την αντιμετώπιση των κινδύνων τάσσεται το Συμβούλιο της Ευρώπης. Σε πρόσφατη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο, το Συμβούλιο της Ευρώπης υπερψήφισε την αντιμετώπιση περιπτώσεων παιδικής κακοποίησης που συνέβησαν στο παρελθόν.
Οι νέες συστάσεις, που προέκυψαν από το Συμβούλιο της Ευρώπης ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής «Πρωτοβουλίας Δικαιοσύνης – Justice Initiative» αφορούν στη διεξαγωγή ειδικής επιστημονικής έρευνας για τη συλλογή στοιχείων ανά χώρα, στην επίσημη συγγνώμη που θα απευθύνουν τα κράτη-μέλη προς τους επιζώντες παιδικής κακοποίησης και στην αποζημίωση και αποκατάστασή τους (ανεξάρτητα από τυχόν παραγραφή).
Οι συστάσεις απευθύνονται στα 46 κράτη-μέλη του Συμβουλίου, που αντιπροσωπεύουν συνολικά 600 εκατομμύρια πολίτες.

«Η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα, καθώς η ιδρυματική φροντίδα εξακολουθεί να είναι το κυρίαρχο σύστημα παιδικής προστασίας. Συνεπώς, όχι μόνο απαιτείται να ερευνηθούν οι περιπτώσεις των ανθρώπων εκείνων που έχουν υποστεί τα δεινά της κακοποίησης στο παρελθόν, αλλά είναι απαραίτητος και ο συστηματικός και ενδελεχής έλεγχος του τρόπου εργασίας των ιδρυμάτων, ώστε να προλαμβάνονται περιστατικά κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών. Η Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης είναι παρούσα στην Ελλάδα για να υποστηρίξει τους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη σε όσους υπήρξαν θύματα βίας ως παιδιά», δήλωσε η διευθύντρια του Ελληνικού Hub του Justice Initiative, Αγγελική Βεργίτση.
Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης καλεί όλα τα κράτη-μέλη να αξιολογήσουν την κατάσταση της βίας που διαπράττεται κατά των παιδιών σε δημόσια ή θρησκευτικά ιδρύματα, προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε τα θύματα να τολμήσουν να επικοινωνήσουν την ιστορία τους.
«Η Eυρωπαϊκή Kοινότητα πρέπει να κάνει ό, τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι όσοι έχουν πληγεί από κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία θα λάβουν κάποιας μορφής δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της ζωής τους» σημείωσε ο Ιδρυτής της πρωτοβουλίας Justice Initiative, Guido Fluri.

Το ελβετικό μοντέλο
Το ελβετικό μοντέλο προτρέπει να αναγνωριστεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο πόνος των θυμάτων που έχουν υποστεί κακοποίηση και να δοθούν οι αρμόζουσες αποζημιώσεις από τις επιμέρους χώρες.
Στην Ελβετία, η «Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης – Justice Initiative» του Ιδρύματος Guido Fluri, οδήγησε στη θεσμοθέτηση ενός κρατικού νόμου, που επικεντρώνεται στην αναγνώριση της αδικίας, την επιστημονική επαναξιολόγηση και την καταβολή επιδομάτων αλληλεγγύης.
Περισσότερα από 12.000 θύματα παιδικής κακοποίησης έχουν ήδη λάβει επίσημη αναγνώριση της αδικίας εις βάρος τους, καθώς και επίδομα αλληλεγγύης.
«Η αποζημίωση είναι μέρος του αποκαταστατικού μηχανισμού, μέρος της αποκατάστασης για τη δικαιοσύνη. Σαφέστατα εάν δει κανείς το ελβετικό μοντέλο περιλαμβάνει μέσα πρωτόκολλα της αποκατάστασης και τη χρηματική αποζημίωση. Στην Ελβετία θύματα κακοποιήσεων έλαβαν μία χρηματική αποζημίωση 25.000 ελβετικών φράγκων. Είναι σημαντική η χρηματική αποζημίωση ειδικά για τα κράτη τα οποία μπορούν να το κάνουν», ανέφερε μιλώντας στο TheOpinion η διευθύντρια του Ελληνικού Hub του Justice Initiative, Αγγελική Βεργίτση.
«Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Σε προνοιακό επίπεδο αυτοί οι άνθρωποι έχουν κι άλλες ανάγκες ανάλογα με τις ηλικίες τους, εάν για παράδειγμα είναι πιο νέοι, έχουν ανάγκη από εκπαίδευση, μόρφωση, να βρουν μία εργασία και φυσικά ψυχική – ψυχολογική υποστήριξη, όπως όλα τα θύματα κακοποίησης. Επομένως, εάν το κράτος δημιουργούσε τέτοια συστήματα και πυρήνες βοήθειας για τους ανθρώπους, οι οποίοι έπεσαν θύματα κακοποίησης, τότε ποικιλοτρόπως μπορεί να τους βοηθήσει ανάλογα με τις υπηρεσίες που έχει το σύστημα, τους ανθρώπινους και τους οικονομικούς πόρους που διαθέτει. Αυτή η απόφαση που έκανε το Συμβούλιο της Ευρώπης αποτελεί ένα ορόσημο για την αποκατάσταση των παιδικών κακοποιήσεων, είναι μία αρχή για να πάρουμε τα πρωτόκολλα του ελβετικού μοντέλου και να τα προσαρμόσουμε στο δικό μας νομοθετικό πλαίσιο. Σκοπός είναι το ελβετικό μοντέλο να αποτελέσει έμπνευση και να προσαρμοστεί στα μέτρα των κρατών μελών της Ε.Ε», συμπλήρωσε η κ. Βεργίτση.
Η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης
Το Συμβούλιο της Ευρώπης απαιτεί από τα κράτη-μέλη να προβούν σε απολογισμό των περιπτώσεων κακοποίησης παιδιών σε ιδρύματα στις χώρες τους [έγγρ. 15889 – Έκθεση – Έγγραφο εργασίας (coe.int)].
Οι έρευνες πρέπει να είναι ευρείες και να καλύπτουν σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση. Οι περιστάσεις που επιτρέπουν μια τέτοια κακοποίηση μπορεί να περιλαμβάνουν ιδρυματική φροντίδα σε δημόσιο, ιδιωτικό ή εκκλησιαστικό περιβάλλον, ανεπαρκή φροντίδα, αναδοχή από ιδιώτες, απομάκρυνση παιδιών από γονείς που κρίνονται «ακατάλληλοι», αναγκαστικές υιοθεσίες και αναγκαστικές στειρώσεις, και πρέπει να αξιολογούνται ανά χώρα.
Στη συνέχεια, οι αρχές θα πρέπει να αναγνωρίσουν τον πόνο που προκλήθηκε και να προσφέρουν την κατάλληλη φροντίδα, ενώ θα πρέπει να ακολουθήσει και μια επίσημη συγγνώμη από τις αρχές προς τα θύματα του παρελθόντος και του παρόντος.
Τέλος, πρέπει να χορηγείται αποζημίωση στα θύματα, ανεξάρτητα από την ηλικία τους: επίσημη αποζημίωση για όλα τα θύματα, για όλα τα παιδιά που έχουν υποστεί οποιασδήποτε μορφής σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία, χωρίς χρονικό περιορισμό ή προθεσμία εξακρίβωσης των γεγονότων. Επομένως, η χρονική απόσταση μεταξύ της διάπραξης της κακοποίησης και της γνωστοποίησης του γεγονότος από το θύμα, δεν μπορεί να στοιχειοθετεί άρνηση της αποκατάστασης της αδικίας. Το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται πρέπει να είναι σημαντικό και ανάλογο προς την αδικία και τον πόνο που προκλήθηκε.
Τα κράτη πρέπει να ξεκινήσουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μέτρων πρόληψης και ευαισθητοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των εγκαταστάσεων ιδρυματικής φροντίδας και κάθε παιδικής μονάδας φροντίδας, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι και να εντοπιστούν τυχόν προβλήματα σε όσο το δυνατόν νωρίτερο στάδιο.