Τι θα πληρώσουν φέτος τα νοικοκυριά για καυσόξυλα – Ξανακερδίζει έδαφος το πέλετ

Τι λένε οι έμποροι για τις τιμές και τι αναμένεται το επόμενο διάστημα

Τι θα πληρώσουν φέτος τα νοικοκυριά για καυσόξυλα – Ξανακερδίζει έδαφος το πέλετ
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Παραδοσιακά, ο Σεπτέμβριος σηματοδοτεί την έναρξη της προετοιμασίας των νοικοκυριών για τον χειμώνα, με αρκετούς καταναλωτές να σπεύδουν να προμηθευτούν καυσόξυλα, πέλετ και άλλα στερεά καύσιμα για τη θέρμανσή τους.

Η αγορά έχει αρχίσει να κινείται, αν και ακόμη σε σχετικά χαμηλούς ρυθμούς, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται και φέτος στα καυσόξυλα. Την ίδια ώρα, μετά την απότομη άνοδο των τιμών που καταγράφηκε τα προηγούμενα χρόνια, το πέλετ φαίνεται πως επιστρέφει σταδιακά στις επιλογές των καταναλωτών.

Όπως εξηγεί στο TheOpinion ο πρόεδρος του Συλλόγου Εμπόρων Στερεών Καυσίμων Αττικής, Χρήστος Μπάτας, οι τιμές των καυσόξυλων αυτή την περίοδο παραμένουν περίπου στα ίδια επίπεδα με πέρσι.

«Οι τιμές φέτος είναι οριακά ίδιες με τις περσινές και τις προπέρσινες», σημειώνει, επισημαίνοντας ωστόσο πως το επόμενο διάστημα δεν αποκλείονται αυξήσεις, καθώς οι χονδρέμποροι έχουν ήδη διαμορφώσει υψηλότερες τιμές για τη νέα περίοδο. Όπως τονίζει, η τελική τιμή που θα κληθεί να πληρώσει ο καταναλωτής εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αποθέματα που διαθέτει κάθε επιχείρηση, καθώς αυτά διαφέρουν από έμπορο σε έμπορο.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος των εμπόρων είναι να συγκρατήσουν τις τιμές προς όφελος των καταναλωτών όσο αυτό είναι εφικτό, με πιθανές αυξήσεις να αφορούν περισσότερο την παροχή υπηρεσιών και όχι την ίδια την τιμή του καυσόξυλου.

Στα 145 ευρώ το κυβικό τα καυσόξυλα – Οι τιμές στη Θεσσαλονίκη

Σύμφωνα με τον ίδιο, πέρσι η τιμή για τα χύμα καυσόξυλα κυμαινόταν περίπου στα 140-145 ευρώ το κυβικό μέτρο, ενώ φέτος διαμορφώνεται αυτή την περίοδο περίπου στα 145 ευρώ. Για τα στοιβαχτά καυσόξυλα, η τιμή πέρσι κυμαινόταν από 160 έως 165 ευρώ το κυβικό, επίπεδα στα οποία κινείται και φέτος η αγορά.

Ωστόσο, οι σημερινές τιμές δεν θεωρούνται δεδομένες για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο, καθώς ήδη έχουν προκύψει αυξήσεις στο κόστος προμήθειας.

«Μιλάω για αυτή τη στιγμή, γιατί οι τιμές θα ανέβουν, δεν το συζητάμε, γιατί οι χοντρέμποροι μας έφεραν τα ξύλα με καινούργιες τιμές που είναι διαμορφωμένες πολύ προς τα πάνω», επισημαίνει ο κ. Μπάτας.

Το πότε και σε ποιο βαθμό θα περάσουν αυτές οι αυξήσεις στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τα αποθέματα που διαθέτει κάθε επιχείρηση.

«Εξαρτάται τα αποθέματα. Δηλαδή, ο καθένας από εμάς έχει τα αντίστοιχα αποθέματα. Σε κάθε επιχείρηση διαφορετικά», εξηγεί.

Την ίδια ώρα, σημαντική είναι και η διαφορά που καταγράφεται μεταξύ Βόρειας Ελλάδας και Αθήνας στις τιμές των καυσόξυλων. Όπως εξηγεί ο κ. Μπάτας, στη Βόρεια Ελλάδα οι τιμές είναι παραδοσιακά περίπου 20 ευρώ χαμηλότερες ανά κυβικό μέτρο σε σχέση με την Αθήνα.

Ο βασικός λόγος είναι το κόστος μεταφοράς, καθώς μεγάλο μέρος της πρώτης ύλης προέρχεται από τη Βόρεια Ελλάδα και στη συνέχεια μεταφέρεται προς την Αττική.

«Η Βόρεια Ελλάδα πάντα ήταν 20 ευρώ περίπου πιο φτηνή από μας. Γιατί τα αυτοκίνητα και η πρώτη ύλη έρχεται από τη Βόρεια Ελλάδα στην Αθήνα. Ως εκ τούτου δεν έχει τόσα μεταφορικά», εξηγεί.

Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτυπώνεται τελικά στην τιμή που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής στην Αθήνα.

Πιο ακριβό φέτος το πέλετ

Στο πέλετ η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς οι τιμές αναμένεται να κινηθούν υψηλότερα σε σχέση με πέρσι.

Πέρσι, σύμφωνα με τον κ. Μπάτα, το πέλετ πρώτης ποιότητας, κατηγορίας Α1, πωλούνταν περίπου από 7,5 έως 8 ευρώ το σακί των 15 κιλών.

Για τη φετινή περίοδο, η εκτίμηση είναι πως η τιμή θα διαμορφωθεί από 8,5 έως 9 ευρώ το σακί των 15 κιλών, ανάλογα με την ποιότητα.

«Φέτος θα πουληθεί, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη η κατάσταση, γιατί ακόμα δεν υπάρχει ζήτηση για το πέλετ. Θα διαμορφωθεί από 8,5 έως 9 ευρώ το 15κιλό, ανάλογα την ποιότητα», αναφέρει.

Στην αγορά, πάντως, υπάρχουν αρκετές διαφορετικές ποιότητες πέλετ. Όπως εξηγεί ο ίδιος, στην Αθήνα η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην κατηγορία Α1, ενώ στην επαρχία υπάρχουν μεγαλύτεροι καυστήρες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν και οικονομικότερες ποιότητες.

Η κρίση που «φρέναρε» το πέλετ

Το πέλετ είχε βρεθεί τα προηγούμενα χρόνια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αρκετών νοικοκυριών, καθώς πολλοί είχαν επενδύσει στην εγκατάσταση σομπών ή καυστήρων πέλετ, ενώ αντίστοιχες επενδύσεις είχαν γίνει και σε πολυκατοικίες.

Η απότομη αύξηση, ωστόσο, της τιμής του μετά την έναρξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας άλλαξε τα δεδομένα.

«Το πέλετ, ενώ έκαναν οι καταναλωτές επένδυση αρκετά μεγάλη στα νοικοκυριά τους, βάλανε σόμπες πέλετ ή καυστήρες μεγαλύτερους και πολυκατοικίες ολόκληρες βάλανε καυστήρες πέλετ», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, η γεωγραφική συγκέντρωση σημαντικών μονάδων παραγωγής πέλετ στην ευρύτερη περιοχή επηρέασε την αγορά μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε αρκετούς καταναλωτές στην αναζήτηση άλλων λύσεων για τη θέρμανσή τους.

Επιστρέφουν σταδιακά οι καταναλωτές

Το τελευταίο διάστημα, πάντως, φαίνεται πως το ενδιαφέρον για το πέλετ επανέρχεται.

«Τώρα δειλά-δειλά από πέρσι, ξεκίνησαν πάλι και βάζουν πέλετ ή αυτοί που είχαν τα ξαναενεργοποίησαν», αναφέρει ο πρόεδρος του Συλλόγου Εμπόρων Στερεών Καυσίμων Αττικής.

Η επιστροφή αυτή, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι καταναλωτές έχουν σταματήσει να προβληματίζονται για την αστάθεια που επικρατεί στην ενεργειακή αγορά.

Σύμφωνα με τον κ. Μπάτα, η γεωπολιτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή εξακολουθεί να δημιουργεί αβεβαιότητα στους καταναλωτές, γεγονός που επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουν τη θέρμανση του νοικοκυριού τους.

Περίπου ένα ευρώ φθηνότερο το πέλετ στη Βόρεια Ελλάδα

Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αγορά του πέλετ, με τη Βόρεια Ελλάδα να διατηρεί χαμηλότερες τιμές σε σχέση με την Αθήνα.

«Το ίδιο και στο πέλετ. Και το πέλετ έχει αντίστοιχη διακύμανση», αναφέρει ο κ. Μπάτας.

Όπως εκτιμά, εφόσον στην Αθήνα η τιμή για ένα σακί πέλετ πρώτης ποιότητας διαμορφωθεί στα 8,5 έως 9 ευρώ, στη Βόρεια Ελλάδα η αντίστοιχη τιμή θα είναι περίπου ένα ευρώ χαμηλότερη.

Με την περίοδο θέρμανσης να βρίσκεται ακόμη στην εκκίνησή της, το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποτυπώσει πιο καθαρά τη ζήτηση των καταναλωτών αλλά και το κατά πόσο οι αυξημένες τιμές χονδρικής θα περάσουν τελικά στην αγορά.