Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν δροσίζεται ούτε τη νύχτα

Πώς μπορεί, άραγε, να μοιάζει το καλοκαίρι του 2050 στη Θεσσαλονίκη;

Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν δροσίζεται ούτε τη νύχτα
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ

Την ώρα που η βορειοδυτική Ευρώπη δοκιμάζεται από ένα κύμα καύσωνα διάρκειας, η Θεσσαλονίκη -όπως και οι περισσότερες πόλεις ανά τον κόσμο-έρχεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τις υψηλές θερμοκρασίες της ημέρας, αλλά κυρίως τις ιδιαιτέρως ζεστές νύχτες.

Πρόκειται για το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας η οποία μετατρέπει τα πυκνοδομημένα κέντρα των πόλεων σε περιοχές που δεν προλαβαίνουν να δροσιστούν, καθώς η θερμότητα «εγκλωβίζεται» σε αυτά και παραμένει εκεί ακόμη και μετά τη δύση του ηλίου.

Στη Θεσσαλονίκη, τα στοιχεία του προγράμματος Climpact 2 δείχνουν ότι το ιστορικό κέντρο και η κοντινή σε αυτό παράκτια ζώνη συγκαταλέγονται στις πιο θερμές περιοχές τις βραδινές ώρες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ του κέντρου και του αεροδρομίου μπορεί να «αγγίξει» ακόμη και τους 7 έως 9 βαθμούς Κελσίου.

Μιλώντας στο TheOpinion, ο Δρ. Σταύρος Κέππας, μετεωρολόγος – κλιματολόγος και ερευνητής στο Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ, εξηγεί πως αυτό που βιώνει σήμερα η Ευρώπη δεν είναι μια μεμονωμένη εικόνα, αλλά μέρος της νέας κλιματικής πραγματικότητας.

«Σε αυτό το καθεστώς της κλιματικής μεταβολής που βιώνουμε παγκοσμίως, η κατανομή των θερμοκρασιών μεταβάλλεται σταδιακά σε υψηλότερες τιμές. Αυτό σημαίνει ότι επεισόδια έντονης ζέστης θα γίνονται όλο και συχνότερα, ενώ επεισόδια ψύχους θα γίνονται όλο και σπανιότερα», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Γιατί οι πόλεις δεν δροσίζονται τη νύχτα;

Σύμφωνα με τον κ. Κέππα, η αστική θερμική νησίδα είναι το φαινόμενο κατά το οποίο η πυκνή αστική δόμηση διατηρεί τη θερμότητα που προσλαμβάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας από την ηλιακή ακτινοβολία. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η άσφαλτος, το τσιμέντο και οι σκληρές επιφάνειες, αποθηκεύουν θερμότητα και την αποδίδουν αργά, με αποτέλεσμα οι θερμοκρασίες μέσα στον αστικό ιστό να παραμένουν υψηλές ακόμη και τη νύχτα.

«Το φαινόμενο είναι πιο έντονο τις νυχτερινές ώρες, υπό ανέφελο ουρανό και χαμηλές εντάσεις ανέμων, όπου πολλές φορές παρατηρούμε διαφορές θερμοκρασίας μεταξύ των κέντρων των πόλεων και των μη αστικών περιχώρων που ξεπερνούν και τους 5 με 7 βαθμούς Κελσίου», εξηγεί.

Όπως επισημαίνει, μολονότι τη διάρκεια της ημέρας μπορεί οι θερμοκρασίες εντός και εκτός πόλης να είναι παρόμοιες, το πρόβλημα «κορυφώνεται» τη νύχτα, όταν η θερμοκρασία θα έπρεπε να υποχωρεί.

«Αυτό είναι που κάνει τελικά ένα επεισόδιο καύσωνα να διαρκεί πολύ περισσότερο μέσα στην πόλη. Τις νυχτερινές ώρες, που η θερμοκρασία του αέρα θα έπρεπε να πέφτει σημαντικά, παραμένει σε υψηλά επίπεδα και έτσι την επόμενη ημέρα έχει ένα υψηλό σημείο εκκίνησης», τονίζει.

Αποτέλεσμα; Οι κάτοικοι δεν ανακουφίζονται ούτε κατά τη διάρκεια της νύχτας, γεγονός που αυξάνει την καταπόνηση του οργανισμού τους.

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τον κ. Κέππα, εμφανίζει έντονα χαρακτηριστικά αστικής θερμικής νησίδας, λόγω της πυκνής δόμησης, της έλλειψης πρασίνου και του περιορισμένου αερισμού του αστικού ιστού.

Στο πλαίσιο του προγράμματος Climpact 2, ο ίδιος και η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Δημήτρη Μελά έχουν τοποθετήσει 22 μετεωρολογικούς σταθμούς σε διάφορα σημεία εντός και γύρω από τη Θεσσαλονίκη.

Όπως επισημαίνει ο ίδιος, τα στοιχεία δείχνουν ότι το ιστορικό κέντρο και η κοντινή παράκτια ζώνη είναι οι πιο θερμές περιοχές κατά τις βραδινές ώρες.

Αντίθετα, οι παρυφές της πόλης, ειδικά σε σημεία όπου υπάρχει περισσότερο πράσινο ή άμεση επίδραση από το Σέιχ Σου, εμφανίζουν χαμηλότερες θερμοκρασίες.

«Έχουμε παρατηρήσει κοντά στην ανατολή του ήλιου, υπό συνθήκες ανέφελου ουρανού και άπνοιας, θερμοκρασιακές διαφορές μεταξύ αεροδρομίου και κέντρου που φτάνουν κάποιες φορές και τους 7 με 9 βαθμούς Κελσίου. Συνήθως, κατά μέσο όρο, η διαφορά είναι στους 3 με 5 βαθμούς», αναφέρει.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφοροποίηση μεταξύ παραλιακού μετώπου και περιοχών στα ενδότερα της πόλης. Τις μεσημβρινές ώρες, όταν ενεργοποιείται η θαλάσσια αύρα, το παράκτιο μέτωπο μπορεί να είναι δροσερότερο από τα ενδότερα της πόλης. Ωστόσο, το βράδυ η εικόνα αλλάζει.

«Οι παράκτιες περιοχές, ούσες κοντά στη θάλασσα, δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο το βράδυ, καθώς η θάλασσα έχει την ιδιότητα να διατηρεί τη θερμότητά της περισσότερο. Κάποιος που περπατά στη Λεωφόρο Νίκης στις 2 τα ξημερώματα μπορεί να βιώνει μεγαλύτερη δυσφορία απ’ ό,τι σε περιοχές όπως η Πυλαία, η Θέρμη ή η Ευκαρπία», σημειώνει.

Όπως εξηγεί ο κ. Κέππας, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η αυξημένη σχετική υγρασία στην παράκτια περιοχή, η οποία επιβαρύνει την αίσθηση δυσφορίας.

Πυκνή δόμηση, λίγο πράσινο και κλιματιστικά

Ο κ. Κέππας εξηγεί ότι η πυκνή δόμηση, τα υλικά μεγάλης θερμοχωρητικότητας, η μικρή αναλογία πρασίνου και ο περιορισμένος αερισμός εξηγούν μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης. «Αν στη θέση του πυκνού αστικού περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης υπήρχε μόνο πράσινο, η περιοχή θα ήταν πολύ ψυχρότερη, ειδικά τις βραδινές ώρες», αναφέρει.

Στην επιβάρυνση συμβάλλει και η χρήση κλιματιστικών. Σύμφωνα με τον ίδιο, μελέτες έχουν δείξει ότι η λειτουργία τους μπορεί να αυξήσει τη θερμοκρασία του αέρα μέσα στην πόλη ακόμη και κατά 1 βαθμό Κελσίου.

Όπως επισημαίνει, αν και η χρήση κλιματισμού προστατεύει πολλούς πολίτες από επικίνδυνες θερμικές συνθήκες -ιδιαίτερα τις ευάλωτες ομάδες- μπορεί να εντείνει έτι περισσότερο το πρόβλημα όταν αποτελεί τη βασική στρατηγική προσαρμογής στις αυξημένες θερμοκρασίες.

«Αυξάνει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και αποδίδει πρόσθετη θερμότητα στον αστικό ιστό», σημειώνει σχετικά.

Οι επιπτώσεις στην υγεία

Όπως εξηγεί ο κ. Κέππας, η υψηλή θερμοκρασία από μόνη της δεν αρκεί για να περιγράψει τον πραγματικό κίνδυνο, καθώς θα πρέπει να συνυπολογίζεται και η σχετική υγρασία, ώστε να προκύπτει ο δείκτης δυσφορίας, γνωστός ως Apparent Temperature, ο οποίος έχει συσχετιστεί με αυξημένη θνητότητα από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα.

Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοικοι των πόλεων είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε κινδύνους κατά τη διάρκεια παρατεταμένων θερμών επεισοδίων, ιδίως όταν οι νυχτερινές θερμοκρασίες παραμένουν υψηλές και δεν επιτρέπουν στον οργανισμό να ανακάμψει.

Οι λύσεις δεν μπορεί να είναι αποσπασματικές

Για τον κ. Κέππα, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται δραστικές και συνδυαστικές παρεμβάσεις για να περιορίσει ουσιαστικά την επίδραση της αστικής θερμικής νησίδας, καθώς -όπως εξηγεί- το περισσότερο πράσινο, τα ψυχρά υλικά και οι αναπλάσεις δημόσιων χώρων είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκούν αν εφαρμόζονται αποσπασματικά.

«Δημιουργώντας χώρους πρασίνου μπορούμε να δημιουργήσουμε μικρές οάσεις και τοπικά, σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων μέτρων, οι πολίτες να ωφελούνται σε έναν μικρό βαθμό. Όμως χρειάζεται μαζική και συνδυαστική εφαρμογή, με στόχο όχι μόνο τη δημιουργία οάσεων, αλλά και τη βελτίωση του αερισμού, της σκίασης και της θερμικής συμπεριφοράς ολόκληρων γειτονιών», τονίζει.

Παράλληλα, θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό κάθε μεγάλο έργο μέσα στις πόλεις να συνοδεύεται πλέον από μελέτη κλιματικής ανθεκτικότητας. Όπως λέει, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις ο πολεοδομικός σχεδιασμός εδώ και χρόνια ενσωματώνει περιορισμούς πυκνότητας, ελάχιστες απαιτήσεις πρασίνου, διαχείριση ομβρίων, σκίαση, βιοκλιματικά κριτήρια και αξιολόγηση μικροκλίματος.

«Στην Ελλάδα τέτοιες παράμετροι έμπαιναν εκ των υστέρων, ενώ θα έπρεπε να είναι προϋπόθεση σχεδιασμού», αναφέρει.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις περιοχές που χτίζονται σήμερα, όπως η Θέρμη και η Νέα Πολιτεία Ευόσμου, όπου, όπως σημειώνει, τα κριτήρια κλιματικής ανθεκτικότητας θα έπρεπε να εφαρμόζονται αυστηρά.

«Η Θεσσαλονίκη δεν είναι έτοιμη»

Ερωτηθείς για το εάν η Θεσσαλονίκη είναι προετοιμασμένη για συχνότερους και εντονότερους καύσωνες, ο κ. Κέππας απαντά κατηγορηματικά πως δεν είναι.  Όπως εξηγεί, η πόλη δεν είναι δομημένη με τρόπο που να ευνοεί την εισροή της θαλάσσιας αύρας προς τα ενδότερα, καθώς δεν υπάρχουν μεγάλοι οδικοί άξονες κάθετοι στο παράκτιο μέτωπο. Έτσι, όπως επισημαίνει, η επίδραση της θαλάσσιας αύρας περιορίζεται κυρίως στις παράκτιες περιοχές. Παράλληλα, όπως τονίζει, το πρόβλημα εντείνεται από το ελάχιστο πράσινο.

Πώς μπορεί να είναι η Θεσσαλονίκη το 2050

Αν δεν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται οι πόλεις, ο κ. Κέππας προειδοποιεί ότι τα καλοκαίρια των επόμενων δεκαετιών θα μοιάζουν όλο και περισσότερο με τα ακραία καλοκαίρια που ήδη έχουν βιώσει οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης.

«Φανταστείτε τα μέσα του αιώνα ως μία περίοδο με καλοκαίρια που κατά μέσο όρο θα μπορούσαν να είναι σαν αυτά που ζήσαμε πέρσι και πρόπερσι. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ζήσουμε και θερμότερα ακόμη καλοκαίρια», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, το φετινό καλοκαίρι η Ελλάδα βρίσκεται στη «τυχερή» πλευρά της κυκλοφορίας των θερμών αερίων μαζών, καθώς οι πιο έντονες θερμές μεταφορές επηρεάζουν τη δυτική Ευρώπη.

«Ακόμη και σε αυτή την ακραία κατάσταση που βιώνει η Ευρώπη, η χώρα μας βιώνει απλώς ένα μέσο καλοκαίρι της περιόδου 1980-2010. Κανονικά στην Ελλάδα θα έπρεπε να έχουμε ένα ψυχρό καλοκαίρι φέτος. Αυτό σημαίνει ότι το σημείο ισορροπίας έχει αλλάξει», καταλήγει.