MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
«Φρένο» από την ΕΕ στα απούλητα ρούχα που πάνε στις χωματερές – Τι προβληματίζει τον κλάδο (ΦΩΤΟ – VIDEO)
Τι προβλέπει νέος ευρωπαϊκός Κανονισμός και γιατί είναι ένα ίσως άτολμο βήμα σε σύγκριση με το τι πρέπει να αλλάξει στη βιομηχανία της μόδας
Το οικολογικό αποτύπωμα της βιομηχανίας της μόδας επιχειρεί να μειώσει ένας νέος Κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος θα υποχρεώνει από εδώ και στο εξής τις επιχειρήσεις του κλάδου να μην καταστρέφουν ρούχα, αξεσουάρ και παπούτσια που έχουν μείνει απούλητα.
Πρόκειται για τον Κανονισμό 2024/1781, γνωστό και ως “Ecodesign for Sustainable Products Regulation” (ESPR – Κανονισμός για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων), ο οποίος αποσκοπεί στον περιορισμό της απόρριψης προϊόντων για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν πολύτιμοι πόροι.
Το μέτρο έχει τεθεί σε εφαρμογή για τις μεγάλες επιχειρήσεις ήδη από τις 19 Ιουλίου, ενώ θα επεκταθεί και στις μεσαίες επιχειρήσεις το 2030.
Όπως αναφέρεται στη σχετική ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η απόρριψη καινούργιων, αχρησιμοποίητων προϊόντων δεν δημιουργεί μόνο απόβλητα, αλλά αυξάνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και συνεπάγεται σπατάλη πρώτων υλών, νερού, ενέργειας και εργατοωρών.
«Μέσα από την ενθάρρυνση της επαναχρησιμοποίησης, των επισκευών και των επιχειρηματικών πρακτικών που αξιοποιούν αποδοτικότερα τους διαθέσιμους πόρους, οι νέοι κανόνες υποστηρίζουν τη μετάβαση προς μια πιο κυκλική και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα.
Το ιστορικό του κανονισμού
Ο Κανονισμός για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων τέθηκε σε ισχύ το 2024, με στόχο τα προϊόντα που διακινούνται εντός ΕΕ να γίνουν πιο ανθεκτικά, αποδοτικά, βιώσιμα και κατάλληλα για επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση.
Ο κλάδος του ρούχου είναι ο πρώτος που επιλέχθηκε για την εφαρμογή των νέων μέτρων, ακριβώς επειδή έχει μεγάλες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, εκτιμάται ότι το 4-9 % του συνόλου των προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας που διατίθενται στην αγορά της ΕΕ καταστρέφονται πριν καν χρησιμοποιηθούν, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 264.000 έως 594.000 τόνους προϊόντων.
Μεγάλο μέρος αυτών των προϊόντων προέρχεται από επιστροφές που έκαναν οι πελάτες. Σύμφωνα με έρευνες, οι πιθανότητες επιστροφής σε προϊόντα που αγοράστηκαν διαδικτυακά είναι τρεις φορές περισσότερες απ’ ό,τι σε προϊόντα που αγοράστηκαν σε φυσικά καταστήματα, ενώ «πρωταθλητές» στις επιστροφές είναι οι νεαροί ενήλικες (ηλικίας 18 – 24 ετών). Επίσης, να σημειωθεί ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά επιστροφών σημειώνονται στα μεγάλα διαδικτυακά καταστήματα και όχι τόσο στα μικρότερα.
Πανευρωπαϊκά, κατά μέσο όρο το 20% των ρούχων που αγοράζονται διαδικτυακά επιστρέφονται πίσω στα καταστήματα. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος υπολογίζει ότι περίπου το ένα τρίτο εντέλει καταστρέφεται.
Τι σημαίνουν οι νέοι κανόνες για τις επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τον Κανονισμό, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να καταφεύγουν στην καταστροφή των προϊόντων μόνο όταν δεν υπάρχει καμία άλλη λύση. Πριν από αυτήν, θα πρέπει πρώτα να εξαντλούν κάθε δυνατότητα αξιοποίησης των αδιάθετων προϊόντων, προσπαθώντας να τα πουλήσουν, να τα δωρίσουν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις ή να τα προετοιμάσουν για επανάχρηση.
Η καταστροφή επιτρέπεται, επίσης, όταν τα ρούχα και τα υποδήματα είναι επικίνδυνα ή κατεστραμμένα, όταν είναι απομιμήσεις αυθεντικών προϊόντων ή όταν δεν γίνονται αποδεκτά ως δωρεές.
Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, προτεραιότητα θα πρέπει να δίνεται στην ανακύκλωση, ώστε να περιορίζονται όσο το δυνατόν τα απόβλητα που καταλήγουν σε χώρους ταφής απορριμμάτων.

Επιφορτισμένες με τους σχετικούς ελέγχους θα είναι οι αντίστοιχες εθνικές αρχές των κρατών-μελών, που θα μπορούν να επιβάλλουν πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεων. Προκειμένου να διευκολύνουν το έργο των αρχών, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να τηρούν τα σχετικά έγγραφα για πέντε έτη, ώστε να είναι δυνατοί οι έλεγχοι.
Πάντα σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα, η Κομισιόν εκπόνησε τους κανόνες αυτούς μετά από ευρεία διαβούλευση με επιχειρήσεις, ΜΚΟ και εμπειρογνώμονες, προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα λειτουργούν στην πράξη χωρίς να δημιουργούν περιττή γραφειοκρατία.
«Φοβάμαι ότι θα γίνει ό,τι έγινε με τα πλαστικά καλαμάκια»
Για ένα μέτρο που περισσότερο θα λειτουργήσει απλώς ως φόβητρο προς τις επιχειρήσεις παρά ως μία παρέμβαση με ουσιαστικό οικολογικό αποτύπωμα κάνει λόγο η Αραβέλλα Σαλονικίδου, σχεδιάστρια μόδας με εμπειρία δεκαετιών στη μεταποίηση ενδυμάτων και τα χειροποίητα προϊόντα. Κάνει αναλογίες με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα πλαστικά καλαμάκια, που καταργήθηκε πανεύκολα στην πράξη όταν οι εταιρείες που τα παράγουν τα «βάφτισαν» επαναχρησιμοποιούμενα.

«Για να λέμε τα πράγματα όπως είναι, ο κλάδος στην Ελλάδα δεν ασχολήθηκε καθόλου με το πώς θα διαχειρίζεται το αδιάθετο εμπόρευμα. Φτάσαμε στο απροχώρητο τώρα, να γίνει μια πανευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, για να αναγκαστούν να ασχοληθούν όσοι δεν έχουν κάνει τίποτα», σχολιάζει. «Το θέμα είναι να μην λύνεται αυτό το πρόβλημα με πρόστιμα. Γιατί ο ισχυρός θα πληρώνει το πρόστιμο και όλα καλά. Δεν θα έχουμε κανένα όφελος περιβαλλοντικό. Ή θα μπορούν να “βαφτίζουν” τα επιστρεφόμενα ρούχα της λιανικής ως second hand που δεν αξιοποιήθηκαν και τελικά να τα καίνε ή να τα θάβουν στις χωματερές, όπως γίνεται ήδη».
Η κ. Σαλονικίδου αναρωτιέται και με ποιον τρόπο θα γίνονται οι σχετικοί έλεγχοι από τις εθνικές αρχές, καθότι ο κλάδος του ρούχου είναι αρκετά «ασαφής»:«Ο πατέρας μου ήταν εμποροράφτης και θυμάμαι μικρή μια περίοδο που η εφορία τον φορολογούσε με κλισέ τρόπο, μόνο με βάση το πόσα τόπια ύφασμα είχε αγοράσει. Αυτό ήταν παράλογο, γιατί με αυτά τα τόπια ο πατέρας μου έραβε ένα σωρό διαφορετικά πράγματα, από κοστούμια και φορέματα μέχρι γραβάτες. Ο κλάδος μας έχει τεράστιες διαφορές ανάλογα με το είδος του ρούχου, το στυλ, τη σεζόν. Είναι πολύ δύσκολο για τις ελεγκτικές αρχές να εξοικειωθούν με κάθε υποκλάδο του ενδύματος. Και αν πάμε στο σενάριο του να φτιάξουμε επιτροπές με γνώστες του επαγγέλματος, θα είναι σαν να ψάχνουμε ποιος θα λαδωθεί ή ποιος θα κρίνει το συνάδελφό του».
Το πρόβλημα είναι πώς παράγονται τα ρούχα, όχι τι τα κάνουμε αφού φτιαχτούν
Η κ. Σαλονικίδου πηγαίνει την κουβέντα μας ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας ότι βασική προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η αλλαγή του τρόπου παραγωγής των ρούχων και όχι τι θα κάνουμε με όσα έχουν ήδη παραχθεί. Στόχος είναι να αλλάξει πλήρως η αντίληψη του κλάδου γύρω από τα υλικά και το ντιζάιν. Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ για το θεαθήναι, λέει:
«Πριν 30 χρόνια περίπου, “έπαιζε” παντού η λεγόμενη ηθική μόδα, δηλαδή η μόδα που προσπαθεί να μειώσει τις όποιες αρνητικές συνέπειες στους ανθρώπους, τα ζώα και τον πλανήτη. Εγώ ήμουν πολύ… in, γιατί όλως τυχαίως σχεδίαζα ήδη χειροποίητα ρούχα από οικολογικά υλικά. Το trend γνώρισε μεγάλη επιτυχία για μια σεζόν και μετά το ξεχάσαν όλοι. Κανονικά, ο κλάδος θα έπρεπε από μόνος του να υιοθετεί τεχνικές ηθικής μόδας εδώ και δεκαετίες. Εξάλλου, είναι και θέμα οικονομικό. Αν δεν ακολουθείς τις αρχές της κυκλικής οικονομίας και δεν αξιοποιείς σωστά τα υλικά σου ενώ κόβεις, κάνεις στρώσεις κτλ., θα έχεις μεγάλες φύρες και άρα μεγάλη οικονομική επιβάρυνση».
Η μεγαλύτερη οικολογική πρόκληση, επιμένει, κρύβεται στην υιοθέτηση του smart design από τις βιοτεχνίες και στη χρήση όσο γίνεται πιο καθαρών υλικών κατασκευής:
«Η τάση στην οικολογική μόδα πλέον είναι να σχεδιάζονται τα ρούχα εξαρχής με τη λογική ότι θα μπορούν να μετατραπούν σε κάτι άλλο, να μεταποιηθούν ή να ανακυκλωθούν, να μη μένει δηλαδή καθόλου φύρα όταν ολοκληρώνεται ο κύκλος ζωή τους. Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάμειξη υλικών στο ύφασμα. Ένα μπλουζάκι από 100% πολυεστέρα μπορεί να ανακυκλωθεί ευκολότερα απ’ ό,τι ένα μπλουζάκι που έχει μόνο 20% πολυεστέρα και το υπόλοιπο 80% είναι βαμβάκι. Το κακό είναι ότι η πλειοψηφία των επιχειρήσεων έχει στηρίξει την παραγωγή της σε αυτό το 80-20, το οποίο το βλέπει χρόνια, το γνωρίζει, έχει τους συγκεκριμένους προμηθευτές, έχει τη ρουτίνα της. Είναι εξαιρετικά δύσκολο ξαφνικά να βρεθείς στο μηδέν και να ξεκινήσεις να αναζητάς νέα υλικά».
Έλλειψη δεξιοτήτων και επιχειρηματική «κόπωση» δυσκολεύουν την εφαρμογή του μέτρου
Επιβαρυντικά για την υιοθέτηση του μέτρου στην Ελλάδα, υποστηρίζει η κ. Σαλονικίδου, λειτουργεί και η κόπωση των επιχειρηματιών του κλάδου από τις δύσκολες συνθήκες που ούτως ή άλλως αντιμετωπίζουν στο καθημερινό επιχειρείν.
«Όσοι επιχειρούν στην Ελλάδα είναι “κακοποιημένοι” και είναι ακόμα πιο δύσκολο να προσαρμόζονται συνέχεια σε κάτι καινούργιο, να κάνουν σχεδιασμούς και προβλέψεις για το αύριο, ιδίως όταν δεν υπάρχει κανένα κίνητρο ή οικονομική διευκόλυνση. Ξέρω ότι είναι επιστημονική φαντασία για την Ελλάδα, αλλά πρέπει να υπάρξουν κάποιες φοροβαλλαγές, κάποια κίνητρα, να υπάρξει εκπαίδευση. Πού είναι η εκπαίδευση; Αν δεν εκπαιδεύσεις τον άνθρωπο για τα καινούργια δεδομένα, πώς περιμένεις αυτός να ανταποκριθεί; Θα ανταποκριθούν μία-δύο μεγάλες εταιρείες, που θα το κάνουν για να δείξουν ότι είναι καινοτόμες. Οι υπόλοιποι; Επειδή έχω επαφή με τον κλάδο, τα Επιμελητήρια κτλ., μπορώ να πω πως όσοι δραστηριοποιούνται στον κλάδο είναι ανήσυχοι για το μέτρο, γιατί δεν έχουν βοήθεια να το διαχειριστούν».
Ειδικά για το κομμάτι της εκπαίδευσης, η κ. Σαλονικίδου αναδεικνύει την έλλειψη κρίσιμων δεξιοτήτων στους εργαζομένους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις διαχείρισης των ρούχων. Και αυτό, μεταφέρει, δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, αλλά παγκόσμιο:
«Γενικά, λείπουν από την αγορά κάποιες ειδικότητες που έχουν να κάνουν με την οικολογική διαχείριση. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουνε εργάτες ειδικευμένοι στην αποξήλωση, στο λεγόμενο dismantling. Να παίρνουν, δηλαδή, τα ρούχα που περίσσεψαν, να τα ξηλώνουν, να χωρίζουν τα υλικά τους και να τα μεταποιούν σε κάτι άλλο. Γιατί να μην υπάρχουν τέτοιες ειδικότητες στις ΣΑΕΚ; Εγώ διδάσκω στη NAOMI, στο εργαστήριο ραπτικής για πρόσφυγες και μετανάστες, τέτοιες τεχνικές, πώς να χρησιμοποιούμε το παραμικρό κουρελάκι που βγαίνει από το κοπτήριο. Δεν είναι δύσκολες τεχνικές ούτε απαιτούν μηχανήματα. Αν αυτό που κάνω εγώ γινόταν επίσημα σε μεγάλη κλίμακα, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για πάρα πολλούς εργαζομένους. Απλώς, χρειάζεται κάποιος να τους δείξει τι να κάνουν».