Δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ: Στο δημοτικό συμβούλιο η απόφαση – Τι απαντά ο γ.γ. του δήμου στους νομικούς της Οργανωτικής Επιτροπής

Τι θα γίνει στο εξής - Η «απάντηση» του γ.γ. του δήμου Θεσσαλονίκης στους νομικούς της Οργανωτικής Επιτροπής

Δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ: Στο δημοτικό συμβούλιο η απόφαση – Τι απαντά ο γ.γ. του δήμου στους νομικούς της Οργανωτικής Επιτροπής

Στο δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης θα μεταφερθεί – όπως ορίζει ο νόμος – στις 30 Μαρτίου η ευθύνη της απόφασης για τη διενέργεια ή μη δημοψηφίσματος για την ανάπλαση της ΔΕΘ, μετά από αίτημα των 23.214 δημοτών που κατέθεσε η Οργανωτική Επιτροπή του Δημοψηφίσματος. Μόνο που, όπως φαίνεται και από σχετικό έγγραφο που κοινοποιήθηκε χτες, η εισήγηση των αρμοδίων υπηρεσιών του δήμου προς τους δημοτικούς συμβούλους θα είναι αρνητική για το δημοψήφισμα, αφού, όπως επισημαίνουν, η αίτηση δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (δεν υπάρχουν φυσικές ή ηλεκτρονικές υπογραφές παρά μόνο ονόματα, πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης δημοτών της Θεσσαλονίκης).

Ως εκ τούτου, ο γενικός γραμματέας του δήμου, νομικός Μιχάλης Μήττας ενημέρωσε την εκπρόσωπο της Οργανωτικής Επιτροπής Δημοψηφίσματος ότι οι υπογραφές αυτές λείπουν και θα πρέπει να προσκομιστούν. Στο έγγραφο αυτό της δημοτικής υπηρεσίας, απάντησαν οι τρεις νομικοί που απαρτίζουν τη νομική ομάδα της Οργανωτικής Επιτροπής του Δημοψηφίσματος, κάνοντας λόγο για  «σοβαρά σφάλματα» στα οποία οδηγήθηκε ο δήμος Θεσσαλονίκης από την «προχειρότητα» και τη «βιασύνη του να απορρίψει το αίτημα για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος». Οι τρεις νομικοί επικαλέστηκαν τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, επισημαίνοντας εν ολίγοις ότι είναι άλλο η διοικητική πράξη, και άλλο το αίτημα για προκήρυξη δημοψηφίσματος προσθέτοντας επιπλέον ότι «η ανυπόγραφη αίτηση πληροί την απαίτηση του νόμου για υποβολή έγγραφης αίτησης, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει η ταυτότητα και η σοβαρότητα της βούλησης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 2524/2003)». Κάτι που – όπως επισημαίνουν – προκύπτει, αν επισκεφτεί κανείς την πλατφόρμα στην οποία οι ενδιαφερόμενοι πολίτες κλήθηκαν να βάλουν τα στοιχεία τους.

Η… νομική αντιπαράθεση συνεχίζεται σήμερα Πέμπτη με ανάρτηση του γ.γ. του δήμου, δικηγόρου Μιχάλη Μήττα, στο προσωπικό του προφίλ στο Facebook, που επισημαίνει ότι «η διαδικασία προκήρυξης τοπικού δημοψηφίσματος, με ή χωρίς λαϊκή πρωτοβουλία προβλέπεται στα 133 επ. του ν. 4555/2018 και όχι στο Σύνταγμα», άποψη που συμμερίζεται και ο δικηγόρος Αθανάσιος Τσιούρας, υποψήφιος βουλευτής της Α’ Θεσσαλονίκης, που αρθρογραφεί στο TheOpinion.  

Η ανάρτηση toυ κ. Μήττα έχει ως εξής:

«Με πολύ σεβασμό στους συναδέλφους νομικούς και σε όσους εργάστηκαν για την πρόκληση δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ

Η διαδικασία προκήρυξης τοπικού δημοψηφίσματος, με ή χωρίς λαϊκή πρωτοβουλία προβλέπεται στα 133 επ. του ν. 4555/2018 και όχι στο Σύνταγμα. Διαφέρει, ως προς αυτό, σαφώς και ουσιωδώς από την διαδικασία προκήρυξης Εθνικού δημοψηφίσματος (όπου πάντως δεν προβλέπεται λαϊκή πρωτοβουλία). Όπως επίσης διαφέρει και ως προς τη διαδικασία προκήρυξής του. Στη μεν διαδικασία του α. 44 του Συντάγματος, το δημοψήφισμα προκηρύσσεται με απόφαση της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα οποία αμφότερα αποτελουν, κυβερνητικά όργανα, των οποίων οι πράξεις ασφαλώς δεν ελέγχονται δικαστικά. Αντίθετα, τα τοπικά δημοψηφίσματα του ν. 4555/2018 προκηρύσσονται με απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελεί αιρετό μεν, διοικητικό όργανο δε και πάντως σίγουρα όχι κυβερνητικό. Οι αποφάσεις του, αποτελούν διοικητικές και φυσικά όχι κυβερνητικές, πράξεις που ασφαλώς ελέγχονται ως προς τη νομιμότητα, όπως μάλιστα ρητά και ειδικά αναφέρεται στο α. 137 ν. 4555/2018. Αρμόδια για τον διοικητικό έλεγχο νομιμότητας τους, ο οποίος μάλιστα ορίζεται ρητά ως υποχρεωτικός, είναι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ως έκφανση της αρμοδιότητας του κράτους να ασκεί εποπτεία στους ΟΤΑ. Έλεγχος δε, μπορεί να ασκηθεί και κατόπιν προσφυγής, όπως επίσης ρητά προβλέπεται στο ίδιο άρθρο. Αναμφισβήτητα φυσικά, ως διοικητική (και όχι κυβερνητική) πράξη, η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως βέβαια και της Αποκεντρωμένης μετά την άσκηση ελέγχου της, προσβάλλονται ενώπιον της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Κατά τούτα, η επικαλούμενη υπ’ αρ. 2787/2015 ΣτΕ, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης ακύρωσης κατά της κυβερνητικής πράξης προκήρυξης του δημοψηφίσματος του 2015, ουδόλως συμβάλλει στο ζήτημα που μας απασχολεί και το οποίο είναι μια πράξη διοικητικού οργάνου, προβλεπόμενη από κοινό νόμο και ρητά υποκείμενη σε έλεγχο.

Ως προς το δεύτερο ζήτημα, εκείνο δηλαδή της υποβληθείσας αίτησης, είναι πράγματι γνωστή η θέση που είχε εκφράσει το ΣτΕ. Θέση όμως που αφορούσε σε αιτήματα ενώπιον της διοίκησης από πολίτες των οποίων η πραγματική βούληση ευχερώς μπορούσε να συνταχθεί από τα συνυποβαλλομενα έγγραφα και στοιχεία. Εμείς όμως έχουμε να αξιολογήσουμε τη βούληση πολιτών, που ουδέποτε εκφράστηκε ενώπιον της διοίκησης (κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι η ιστοσελίδα της οργανωτικής επιτροπής), ουδέποτε ταυτοποιήθηκαν (η ίδια ιστοσελίδα δεν παρέχει διαδικασία ταυτοποίησης του υποβάλλοντος την ηλεκτρονική φόρμα) και ουδέποτε υπέβαλαν οποιοδήποτε έγγραφο. Αντίστροφα, η εισαγωγή στοιχείων σε μια ηλεκτρονική φόρμα, χωρίς διαδικασία ταυτοποίησης ή υποβολής οποιουδήποτε συνοδευτικού, αυτονόητα δεν παρέχει κανένα εχέγγυο για το ποιος τη συμπλήρωσε ούτε για το αν ήθελε πράγματι να απευθυνθεί ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, με σκοπό την έκδοση της απόφασης, η οποία (όπως ήδη περιγράφηκε) αποτελεί διοικητική πράξη. Δεν παρέχει, εν ολίγοις, καμία δικλείδα που να διασφαλίζει ότι πράγματι υπήρξαν τόσοι μοναδικοί δημότες που θέλησαν την πρόκληση δημοψηφίσματος με το συγκεκριμένο ερώτημα. Αυτή η δικλείδα θα ήταν οι νόμιμες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές, το οποίο άλλωστε μέχρι προ τινος, ρητά δήλωνε και η οργανωτική επιτροπή του δημοψηφίσματος (σχετική ανακοίνωσή της από 26/9/2025).

Αυτά όμως, χωρίς αμφιβολία, κάθε νομικός τα γνωρίζει, όπως φυσικά τα γνωρίζουν και οι έγκριτοι νομικοί παραστάτες της οργανωτικής επιτροπής του δημοψηφισματος. Για το λόγο αυτό πιθανότατα καταλήγουν να μέμφονται τις υπηρεσίες του Δήμου (και εμένα ως προς την άσκηση των καθηκόντων μου) για “εξάντληση τυπικότητας” απέναντι στη Δημοκρατία. Η τυπικότητα όμως είναι και αυτή μια εγγύηση. Τόσο ως προς την έγκυρη, σοβαρή και (κυρίως) πραγματική έκφραση της λαϊκής βούλησης, όσο και ως προς το Δήμο Θεσσαλονίκης, ως σύνολο υλικών πόρων και ανθρώπων που ευθύνονται για τη διαχείριση τους (το περίφημο εκατομμύριο το κόστους). Είναι μια εγγύηση ώστε κάθε ενέργεια, απ’ όπου και αν πηγάζει, περιβάλλεται από την αναγκαία νομιμότητα που δεν θα επιτρέψει τη μελλοντική της αμφισβήτηση ή την διακινδύνευση των ανθρώπων που καλούνται να την υπηρετήσουν.

Προς ώρας πάντως ούτε εδώ έχουμε φτάσει. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα αποφασίσει για το αίτημα που υποβλήθηκε, όπως ορίζει ο ν. 4555/2018, δια του Δημοτικού Συμβουλίου. Εκείνο που οφείλουν να πραξουν οι υπηρεσίες του πριν, είναι να βεβαιώσουν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις λήψης της σχετικής απόφασης, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται από τον ίδιο νόμο (α. 134 να. 4555/2018). Δεν έχει λοιπόν έως σήμερα εκδοθεί κάποια απόφαση, για την οποία άλλωστε δεν είμαστε αρμόδιοι η υπηρεσία, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ή εγώ.

Έχει πάντως διαπιστωθεί ένα γεγονός: ότι ουδεμία υπογραφή υποβλήθηκε ενώπιον μας ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του αιτήματος, ήτοι ο έλεγχος της ταυτότητας και της σοβαρότητας της βούλησης (έστω κατά την διατύπωση της υπ’ αρ. 2524/2003 ΣτΕ) δημοτών που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 10% του συνόλου των εγγεγραμμένων. Αυτή τη διαπίστωση, που δεν είναι τυπική, αλλά αφορά στην ουσία, κοινοποίησα στην εκπρόσωπο της οργανωτικής επιτροπής, όπως μου επέτασσε η καλή πίστη, με την πρόσκληση να συμπληρωθούν τα ελλείποντα στοιχεία.

Μιχάλης Μήττας Γενικός Γραμματέας Δήμου Θεσσαλονίκης».

Τι θα γίνει στο εξής

Σε κάθε περίπτωση, σε συνεδρίασή του στις 30 Μαρτίου, το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης θα κληθεί να αποφασίσει υπέρ ή κατά της έναρξης της διαδικασίας περί διενέργειας δημοψηφίσματος, έχοντας όμως στα χέρια του, όπως όλα δείχνουν, την αρνητική εισήγηση της υπηρεσίας. Αν θα αποφασίσουν θετικά, τότε το «μπαλάκι» μεταφέρεται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας – Θράκης, που καλείται να ελέγξει τη νομιμότητα των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

23.214 υπογραφές για τη Θεσσαλονίκη