Βία ανηλίκων χωρίς όρια: H ιδιαιτερότητα της Θεσσαλονίκης – Τι λέει στο TheOpinion υπαστυνόμος του Ανηλίκων

«Οι γονείς να είναι παρόντες, όσο γίνεται περισσότερο», συμβουλεύει ο υπαστυνόμος Α’ Λάζαρος Γρηγοριάδης που μιλά στο TheOpinion

Βία ανηλίκων χωρίς όρια: H ιδιαιτερότητα της Θεσσαλονίκης – Τι λέει στο TheOpinion υπαστυνόμος του Ανηλίκων
Screenshot

Αύξηση όχι μόνο στη συχνότητα αλλά και στη σκληρότητα των περιστατικών βίας μεταξύ ανηλίκων καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, με την πανδημία να λειτουργεί ως καταλύτης για βαθύτερα κοινωνικά και οικογενειακά ελλείμματα.

Ο Υπαστυνόμος Α’ Λάζαρος Γρηγοριάδης της Υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, μιλώντας στο TheOpinion για τα πραγματικά περιστατικά που χειρίζεται η υπηρεσία του, περιγράφει μια ανησυχητική εικόνα, όπου το κοινό νήμα είναι ένα: «τα όρια που έχουν χαθεί».

Σύμφωνα με τον Υπαστυνόμο Α’ Λάζαρο Γρηγοριάδη, η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας. Όπως επισημαίνει, «ενώ τα περιστατικά με ανήλικους δράστες έχουν αυξηθεί, το καλό είναι ότι στη Θεσσαλονίκη, σε σχέση με την Αθήνα, δεν έχουμε φαινόμενα συγκροτημένων, οργανωμένων συμμοριών ανηλίκων». Πρόκειται κυρίως για «περιστασιακές παρέες», που κινούνται από «θέματα μαγκιάς, πειραματισμού, επίδειξης», αλλά και από «ερωτικές αντιζηλίες, μικροπαρεξηγήσεις ή οπαδικά», φαινόμενα που –όπως λέει– «πάντα υπήρχαν».

Ωστόσο, αυτό που έχει αλλάξει δραματικά είναι η ένταση και η αγριότητα των περιστατικών μετά το 2021. «Μετά τον Covid και τον εγκλεισμό, παρατηρείται μια πολύ μεγάλη αύξηση όχι μόνο των περιστατικών βίας στα παιδιά, αλλά και της σκληρότητάς τους», τονίζει, εξηγώντας ότι πλέον «δεν μιλάμε για μια απλή σφαλιάρα ή μια ήπια σωματική βλάβη, αλλά για πιο άγριες καταστάσεις». Κατά τον ίδιο, όλα αυτά καταλήγουν σε μια βασική διαπίστωση: «Τα παιδιά πάσχουν από έλλειψη ορίων, εγκράτειας και ενσυναίσθησης. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα ίδια, αλλά κυρίως και τους γονείς».

Στο ερώτημα αν η καραντίνα και η αυξημένη χρήση οθονών συνέβαλαν στην έξαρση της βίας, ο κ. Γρηγοριάδης κρατά πιο σύνθετη στάση. «Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο ακριβής λόγος της έξαρσης», σημειώνει, επισημαίνοντας όμως ότι εκείνη την περίοδο «τα παιδιά ήταν ανεξέλεγκτα σε ένα διαδίκτυο, την ώρα που ακόμα και η εκπαίδευσή τους γινόταν μέσω τάμπλετ».

Δεν φταίνε τα τάμπλετς, όσο η «απουσία ελέγχου»

Όπως εξηγεί, το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν τόσο η τεχνολογία, όσο «η απουσία ελέγχου». Παράλληλα, η περίοδος του εγκλεισμού ανέδειξε οικογενειακές ανισότητες: «Σε οικογένειες όπου υπήρχε συναισθηματικό κενό, παρεισέφρησε αρνητική ένταση, καυγάδες και συγκρούσεις».

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η απουσία ορίων ως προς τις συνέπειες μιας συμπλοκής. «Σε μια σύγκρουση ανηλίκων μπορείς να έχεις από μια απλή γκρίνια ή μια εκδορά, μέχρι κάταγμα, νοσοκομείο, χειρουργείο ή και κάτι χειρότερο, κάτι που δεν γυρίζει», υπογραμμίζει. «Όλα είναι μια στιγμή. Ένα λάθος χτύπημα, στο λάθος σημείο, μπορεί να φέρει ανεπανόρθωτες βλάβες». Όπως λέει χαρακτηριστικά, «δεν υπάρχει όριο στο αποτέλεσμα, όταν κάποιος κινείται παρορμητικά και χωρίς κρίση», ενώ προσθέτει ότι «πολλά περιστατικά γίνονται μέσα στο σχολείο και δεν φτάνουν καν στα αυτιά της αστυνομίας».

Αναφερόμενος στον ρόλο της σχολικής κοινότητας, ο Υπαστυνόμος Α’ τονίζει ότι τα σχολεία «έχουν πλέον όλη την καλή διάθεση να βοηθήσουν τις οικογένειες», με βασικό όμως ζητούμενο τη συνεργασία των γονέων. Αν και παραδέχεται ότι «δεν έχουν όλα τα σχολεία καθημερινά ψυχολόγο», επισημαίνει ότι υπάρχουν δομές, όπως οι σύμβουλοι σχολικής ζωής και οι επιτροπές υποστήριξης. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη σχολική διαμεσολάβηση, που «στο εξωτερικό εφαρμόζεται συστηματικά, ενώ εδώ γίνεται δειλά-δειλά».

Όπως εξηγεί, «η άμεση προσφυγή στην αστυνομία, στις μηνύσεις και στις συλλήψεις απλώς εκτοξεύει το πρόβλημα», ενώ αντίθετα η συζήτηση, στις περιπτώσεις που μπορεί να «λειτουργήσει», μεταξύ των εμπλεκομένων, παρουσία γονέων και εκπαιδευτικών, μπορεί να οδηγήσει σε κατανόηση και επανόρθωση. «Το παιδί θέλει να μάθει γιατί ο άλλος ήρθε και το χτύπησε. Αυτό δεν το μαθαίνει μέσα από αποστειρωμένες διαδικασίες».

Κλείνοντας, ο κ. Γρηγοριάδης επιστρέφει στη ρίζα του προβλήματος: το σπίτι. «Πρώτο σχολείο είναι το σπίτι», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια «έχουμε επικεντρωθεί υπερβολικά στο τι υλικά θα προσφέρουμε στα παιδιά μας». Κι ενώ αναγνωρίζει τη σημασία της εκπαίδευσης και των δραστηριοτήτων, τονίζει ότι «ξεχνάμε τι θα πούμε στο παιδί μας – αυτά που δεν μας είπαν οι γονείς μας ή δεν πρόλαβαν να μας πουν». Σε μια «κοινωνία ψηφιακή, με όρια θολά», όπως τη χαρακτηρίζει, το βασικό ζητούμενο παραμένει ένα: «οι γονείς να είναι παρόντες, όσο γίνεται περισσότερο».