Τι αποκαλύπτουν αισθητικά, τα σήματα των δύο νέων κομμάτων;
Η γραφιστική, η σημειολογία και η αισθητική των δύο νέων κομματικών σχηματισμών δείχνουν πως πρόκειται για πολιτικά εγχειρήματα που επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν άμεσα ένα προεκλογικό momentum, πριν αποκτήσουν οργανωτικό και ιδεολογικό βάθος
Στην πολιτική επικοινωνία, τα λογότυπα λειτουργούν ως συμπυκνωμένες αφηγήσεις, καθώς αποτελούν μηχανισμούς που επιχειρούν να εμπνεύσουν σταθερότητα, ιδεολογία, συλλογική ταυτότητα και μια προοπτική πολιτικής διάρκειας. Η γραφιστική ενός κομματικού σήματος συχνά αποκαλύπτει περισσότερα για τη φύση του απ’ όσα δηλώνουν οι πολιτικές του διακηρύξεις.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τα δύο νέα πολιτικά σήματα που εμφανίστηκαν τις τελευταίες ημέρες, της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και της «Ελπίδας» της Μαρίας Καρυστιανού. Κατά κάποιο τρόπο δεν διαφέρουν αισθητικά καθώς δημιουργούν μια κοινή εντύπωση. Εκπέμπουν τη λογική πολιτικών σχηματισμών που συγκροτούνται υπό πίεση χρόνου, με βασικό στόχο να αποκτήσουν γρήγορα αναγνωρισιμότητα και επικοινωνιακή παρουσία σε μια ρευστή πολιτική συγκυρία.
Η αίσθηση αυτή προκύπτει επειδή τα λογότυπα αυτά φαίνονται τεχνικά ερασιτεχνικά, αν και προφανώς έχουν σχεδιαστεί από επαγγελματίες. Ωστόσο, η οπτική τους γλώσσα αποπνέει επιτάχυνση, προσωρινότητα και ευκαιριακό λανσάρισμα. Και στις δύο περιπτώσεις, το branding προηγείται της πραγματικής πολιτικής θεσμοποίησης και, σχεδόν δεν επιδιώκεται καν να κρυφτεί αυτό.
Η ΕΛΑΣ και η αισθητική της πολιτικής πλατφόρμας
Το λογότυπο της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να κινηθεί σε μια σύγχρονη, μινιμαλιστική και σχετικά «ευρωπαϊκή» αισθητική. Η τυπογραφία είναι μεν καθαρή, με flat σχεδιασμό και περιορισμένα διακοσμητικά στοιχεία. Το σχήμα που μοιάζει με κόκκινο αστέρι μέσα στο γράμμα «Α» λειτουργεί ως αναγνωρίσιμο αριστερό σύμβολο, αλλά πέφτει πρόχειρα, χωρίς να κυριαρχεί στο οπτικό πεδίο.
Σε πρώτη ανάγνωση, το σήμα μοιάζει αναγκαστικά δουλεμένο, καθώς όσο το παρατηρεί κανείς περισσότερο, τόσο αναδύεται μια αίσθηση αμηχανίας και πολιτικής προσωρινότητας.
Το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στη σημειολογική ασυνέχεια ανάμεσα στο όνομα και στη μορφή. Η λέξη «ΕΛΑΣ» κουβαλά τεράστιο ιστορικό βάρος στην ελληνική πολιτική μνήμη. Παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη παράδοση της ελληνικής αριστεράς, φορτισμένη με εμφυλιοπολεμικούς συνειρμούς, ιστορικό ηρωισμό και πολιτική σύγκρουση. Ωστόσο, το ίδιο το design δεν ακολουθεί αυτή τη βαρύτητα. Η αισθητική του παραπέμπει περισσότερο σε think tank, πολιτική startup ή ψηφιακή πλατφόρμα δημόσιου διαλόγου, ενώ μπερδεύεται και με τα αρχικά ΕΛ.ΑΣ. της Ελληνικής Αστυνομίας.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη σημειωτική δυσαρμονία. Το όνομα υπόσχεται ιστορικότητα, ενώ η γραφιστική αποπνέει ταχύτητα, λειτουργικότητα και media adaptability. Το μάτι διαβάζει ταυτόχρονα πολλαπλές διαφορετικές πολιτικές γλώσσες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη συγχωνευτεί οργανικά. Και επίσης η σύνδεση με την Αστυνομία προκαλεί σύγχυση και παρανόηση στον λόγο της καθημερινότητας.
Τυπογραφικά, το λογότυπο ακολουθεί μια ασφαλή corporate λογική. Η sans serif γραμματοσειρά είναι καθαρή και ευανάγνωστη, αλλά χωρίς ιδιαίτερη προσωπικότητα ή μοναδική γεωμετρία. Δεν παράγει ισχυρή οπτική μνήμη. Το αστέρι μέσα στο «Α» μοιάζει περισσότερο με γρήγορη πολιτική σήμανση παρά με ολοκληρωμένο έμβλημα.
Αυτό έχει σημασία επειδή τα πολιτικά σύμβολα κρίνονται και από την ικανότητά τους να αποκτούν υλικότητα. Ένα ισχυρό πολιτικό έμβλημα λειτουργεί σε σημαία, σε κονκάρδα, σε stencil, σε graffiti, σε πανό συγκέντρωσης. Το σήμα της ΕΛΑΣ φαίνεται σχεδιασμένο κυρίως για οθόνες και περιβάλλοντα των κοινωνικών δικτύων. Αν έγινε για να διαθέτει ψηφιακή λειτουργικότητα, χάνει σε περιορισμένη εμβληματικότητα.
Η συνολική αίσθηση που αφήνει είναι εκείνη ενός πολιτικού φορέα που βρίσκεται ακόμη σε φάση συγκρότησης και χρειάζεται άμεσα μια επικοινωνιακή ταυτότητα για να εισέλθει στον δημόσιο χώρο πριν σταθεροποιηθεί οργανωτικά και ιδεολογικά.
Η «Ελπίδα» και η υπερβολή της συναισθηματικής σηματοδότησης
Το λογότυπο της «Ελπίδας» κινείται σε παραπλήσια αισθητική κατεύθυνση, καταλήγοντας να παράγει παρόμοια εντύπωση πολιτικής βιασύνης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ο μινιμαλισμός, αλλά η υπερφόρτωση συμβολισμών.
Το περιστέρι, το φτερό, η ελιά, οι χρυσαφένιες αποχρώσεις, οι καμπύλες γραμμές, το μεγάλο αρχικό γράμμα, το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού και η αναφορά στη Δημοκρατία συνυπάρχουν σε ένα πυκνό οπτικό περιβάλλον που επιχειρεί να μεταδώσει πολλαπλά νοήματα ταυτόχρονα -με κίνδυνο να θεωρηθεί κίτς.
Στη θεωρία της οπτικής επικοινωνίας, η υπερβολική συσσώρευση συμβόλων συχνά αποδυναμώνει τη μνημονική ισχύ ενός λογότυπου. Το μάτι δυσκολεύεται να εντοπίσει το κυρίαρχο σημείο εστίασης. Δεν υπάρχει σαφής οπτική ιεραρχία. Ο θεατής δεν γνωρίζει ποιο στοιχείο καλείται να θυμάται. Το περιστέρι, το «Ε», η ελιά και το όνομα της επικεφαλής ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέσα στο ίδιο οπτικό πεδίο.
Η αισθητική αυτή παραπέμπει περισσότερο σε κίνηση πολιτών ή σε αυτοδιοικητική παράταξη παρά σε κόμμα με μακροπρόθεσμη θεσμική αυτοεικόνα. Τα στοιχεία του λογότυπου προσπαθούν να εκπέμψουν ειρήνη, ενότητα, δημοκρατική ηθική, εθνική συμφιλίωση και κοινωνική κάθαρση ταυτόχρονα. Αυτή η συναισθηματική υπερσήμανση δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που μοιάζει περισσότερο με ηθικό μανιφέστο παρά με πολιτικό έμβλημα.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Οι χρυσές αποχρώσεις και οι καμπύλες φόρμες παραπέμπουν αισθητικά σε παλαιότερες σχολές πολιτικής γραφιστικής, ιδιαίτερα εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα σε τοπικές καμπάνιες και προσωποκεντρικούς συνδυασμούς. Το λογότυπο δείχνει σχεδιασμένο με γνώμονα τη συναισθηματική άμεση απήχηση και όχι τη μακροχρόνια συμβολική αντοχή.
Και εδώ το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αίσθηση της επιτάχυνσης. Το σήμα μοιάζει να γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη ταχείας πολιτικής συγκρότησης ενός κοινωνικού ρεύματος που επιχειρεί να αποκτήσει γρήγορα δημόσια μορφή και αναγνωρισιμότητα, ενόψει των επερχόμενων πολιτικών εξελίξεων.
Η πολιτική του momentum και η εναγώνια αισθητική της προσωρινότητας
Παρά τις όποιες αισθητικές διαφορές τους, τα δύο λογότυπα μοιράζονται ένα κοινό υπόβαθρο. Και τα δύο μοιάζουν σχεδιασμένα πρωτίστως για να υπηρετήσουν ένα πολιτικό momentum. Αυτό φαίνεται τόσο στις γραφιστικές επιλογές όσο και στη συνολική επικοινωνιακή τους λογική.
Στην ΕΛΑΣ κυριαρχεί η λογική του πολιτικού startup. Καθαρό design, social media προσαρμογή, λειτουργικότητα και ελεγχόμενη ιδεολογική σήμανση. Στην «Ελπίδα» κυριαρχεί η λογική της ηθικής κινητοποίησης μέσω συναισθηματικής συμβολικής υπερφόρτωσης. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη εγχειρημάτων που προσπαθούν να προλάβουν τον πολιτικό χρόνο που επιβάλλει ο ένας στον άλλο.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης. Οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί δεν διαθέτουν ακόμη οργανωτική ιστορία, σταθερή κοινωνική βάση ή συγκροτημένη ιδεολογική παράδοση. Μέσα σε αυτό το κενό, το branding αναλαμβάνει να καλύψει επικοινωνιακά την απουσία θεσμικού βάθους.
Η γραφιστική έτσι μετατρέπεται σε μηχανισμό πολιτικής επιτάχυνσης. Το λογότυπο δεν έρχεται να συμπυκνώσει μια ήδη σταθεροποιημένη ταυτότητα. Καλείται να προκατασκευάσει την αίσθηση ύπαρξης αυτής της ταυτότητας πριν εκείνη αποκτήσει πραγματική ιστορική πυκνότητα.
Κάπου εκεί παράγεται και η εντύπωση της βιασύνης που αμέσως διαισθάνεται κανείς βλέποντας αυτά τα δύο σήματα, αλλά και εντέλει αυτά τα δύο κόμματα. Το μάτι αντιλαμβάνεται υποσυνείδητα τη διαφορά ανάμεσα σε ένα πολιτικό έμβλημα που μοιάζει να γεννήθηκε μέσα από ιστορική διάρκεια και σε ένα branding που δημιουργήθηκε μόνο και μόνο για να προλάβει να υποστηρίξει μια άμεση πολιτική εκκίνηση.
Και ίσως αυτή η διαφορά να αποκαλύπτει περισσότερα για τη σημερινή πολιτική εποχή απ’ όσα αποκαλύπτουν τα ίδια τα λογότυπα…